Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Παράλληλα σύμπαντα (Η εξομολόγηση της Ροδίκα)

Αρχείο 03/11/2016

Συνέχεια από το Α’ Μέρος

fav_separator

Τι θες να μάθεις τώρα; Κλείσε μόνο την κάμερα, δεν γουστάρω να με σημαδεύεις με αυτό το πράγμα, προτιμώ το πιστόλι. Ξέρεις πόσες φορές μου έχουν βάλει την κάννη στο μέτωπο, πόσες φορές με έχουν απειλήσει;

Από τη Μολδαβία έφυγα στα δεκαπέντε, δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Όλα ισοπεδωμένα. Ήρθε βλέπεις ο άνεμος της αλλαγής και τα σάρωσε. Έπρεπε να δουλέψω, να στέλνω λεφτά πίσω. Ένας ξάδελφος μου μου μίλησε για εκείνο το πρακτορείο, δουλειά έντιμη, μεροκάματα καλά, μαλακίες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Παράλληλα σύμπαντα (Η εξομολόγηση της Ροδίκα)»

Δημήτρης Φύσσας, Νυχτερινά δρομολόγια

Αρχείο 29/10/2016

Όπου μία εκδοχή για το πώς συλλέγεται το υλικό κάποιας δημοσιογραφικής στήλης.

                                                                 Στους συνάδερφους από την «Athens Voice»

Αυτή τη φορά το ραντεβού ήταν μέσα στο νυχτερινό λεωφορείο 500, που κάνει όλη τη νύχτα τη διαδρομή Κηφισιά – Πειραιάς κι αντίστροφα. Η Μαρίκα μού είχε πει να την περιμένω στην πρώτη στάση της οδού Αθηνάς, αφού το λεωφορείο στρίψει από Ερμού. Έτσι και έκανα. Με περίμενε στα πίσω καθίσματα, όπως πάντα. Μου είχε κρατήσει και θέση, σα να ήμασταν στο σινεμά. Κάθισα δίπλα της.

«Καλημέρα» είπε.

«Καλημέρα» απάντησα. «Θέλεις-»

«Δε θέλω τίποτα, παρά μόνο το γνωστό, όπως πάντα. Τίποτα παραπάνω» με διέκοψε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Νυχτερινά δρομολόγια»

Μαρία Πανούτσου, Η γιαγιά της Ελεάνας

Αρχείο 25/10/2016

fav_separator

Λυγαριές με μυρωδιά θάλασσας

“Chastetree”

ΑΦHΓΗΜΑ

AFRAID? Of whom am I afraid?
Not death; for who is he?
The porter of my father’s lodge
As much abasheth me.
Of life? ‘T were odd I fear a thing

Emily Dickinson

Κ α΄
Το Ασύλληπτο

Tην χτυπούσε σαν να ήταν σκηνοθετημένο το χτύπημα, με απόλυτη ακρίβεια, επαναλαμβανόμενο. Εκείνη, με σαστιμάρα και πόνο είχε ακινητοποιηθεί. Τα άλλα παιδιά γύρω τρομαγμένα έκλαιγαν φώναζαν και τράβαγαν την Ελένη από το φόρεμα και από τα μαλλιά να την απομακρύνουν από την Αγνή. Η Αγνή, με το ένα χέρι κρατούσε το φόρεμα της, σπρώχνοντας προς τα κάτω το ύφασμα και με το άλλο με την παλάμη απλωμένη, έσπρωχνε το κεφάλι της Ελένης με όσες δυνάμεις είχε. Τα πόδια της ανοιγμένα λες και είχαν σπάει οι κλειδώσεις, σε γωνία σχεδόν εκατό ογδόντα μοίρες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Η γιαγιά της Ελεάνας»

Οδυσσέας Ν. Καρίσης, Ο φούρναρης από την Κω

arxeio30-9-16

fav-3

Το καλοκαίρι, το πρωί στην  πλατεία Καζούλη, στο κέντρο της πόλης της  Κω,  ο αέρας  είναι φορτωμένος με άρωμα τυρόπιτας και μπουγάτσας από  το ζαχαροπλαστείο Άριστον  του Τσιβρινή – λειτουργεί  απ’  το 1952- και το απόγευμα  στην ατμόσφαιρα, ανεβαίνουν  μυρωδιές ψημένου κρέατος  από τα διάσπαρτα σουβλατζίδικα.  Ο ήλιος ψήνει από το πρωί ψωμί. Το καλοκαίρι μοιάζει με  κυριακάτικο   απόγευμα, όταν ο ήλιος δύει, δυτικά και βάφει τη Λεωφόρο των Φοινίκων με το Μεσαιωνικό Κάστρο, και γίνεται κατακόκκινο απ’ τα πολλά παρατεταμένα βασιλέματα με τις μακριές γραμμές φωτός,  όταν γρατσουνίζουν τη σιωπή και με τη θολή ζέστη των αναμνήσεων, σπρώχνουν το χρόνο, αργοπορημένα να τον πάρουν μαζί τους, ζαλισμένος όπως είναι από το ούζο και το φως. Απογεύματα του Θεόκριτου, χωρίς χρόνο, αλλά με φως χυμένο όπως το γάλα, ή την ξανθιά μπίρα  πάνω απ’ τα νησιά.

Διαβάστε περισσότερα-

 

Γιώργος Αναγνώστου: Ακαδημαϊκό, Μονοφωνικό

Αρχείο 22/10/2016

favicon

Κάπως για να αιτιολογήσει την συγγραφική του απραξία. Κάπως για να την πικάρει που επιμένοντας στην γραφή γέρασε (έτσι νόμιζε). Κάπως για άλλους λόγους (άγνωστους). «Με βιβλία θα αλλάξουμε τον κόσμο»; την προκάλεσε. Αυτήν, την προσκαλεσμένη, μεταξύ μαρτίνι και μοχίτο στο πάρτι του, under the belt. Της ήρθε αναπάντεχο, υπόκωφο τσεκούρι με φόντο ραφιναρισμένα ράφια ακαδημαϊκού (θεωρία, λογοτεχνία, δοκίμια). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Αναγνώστου: Ακαδημαϊκό, Μονοφωνικό»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού

Αρχείο 20/10/2016

fav_separator

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού εμφανίζονται για τελευταία φορά φέτος στην πλαζ με ζακετάκι στην τσάντα τους, χρωματιστά παρεό και βαμμένο πρόσωπο. Διώχνουν κομψά τα ίχνη του φθινοπωρινού ιδρώτα που κατακάθισε πάνω τους στη διαδρομή από το σπίτι ως  την παραλία και κάνουν σαν να μην συνέβη τίποτε. Στη ζωή τους, στη μέρα τους, στον κόσμο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η μπαλάντα του λιμανιού

Αρχείο 18/10/2016

fav-3

Δεν φορούσε επίκρανα
δεν τόνιζε την ελληνικού
τύπου ομορφιά της..
Ήταν ένα θέαμα σπαραχτικό
η Κάρμεν
με το φουστάνι της σκισμένο
με μια κατακόκκινη σταγόνα
γύρω και μες στα μάτια της.

Ήταν παράξενο, κυβιστικό εκείνο τ΄απόγευμα. Μεγάλα πλοία του ισπανικού, εμπορικού στόλου συνοστίζονταν στις προβλήτες. Οι δεξαμενές, τα ρυμουλκά, οι συντηρητές των υφάλων, όλοι εργάζονταν πυρετωδώς. Πάντα με τον λιμανίσιο τρόπο τους. Περήφανα παιδιά που κάθε τόσο έπιαναν το τραγούδι σκαρφαλωμένα στα σώματα των πλοίων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η μπαλάντα του λιμανιού»

Δημήτρης Μαμαλούκας, Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα -α π ό σ π α σ μ α

Αρχείο 17/10/2016 – Σε νέα έκδοση, το πρώτο μυθιστόρημα (2002) του Δημήτρη Μαμαλούκα από τις Εκδόσεις Κουκουνάρι

Στριμωχτήκαμε ανάμεσα σεγέρους και γριές. «Δεν μπορώ ούτε σε μπαρ να δουλέψω νύχτα», έκανε. «Γιατί;» ρώτησα. «Κάθε μέρα να μπαίνω σπίτι στις τρεις τα ξημερώματα;» Κούνησε όχι με το κεφάλι. Έγνεψα ότι κατάλαβα. Πρέπει να ’ταν ζόρικη φάση το quartier Sant’ Angelo. Κοίταξα δίπλα μου δυο γριές. Μασουλούσαν κάτι κίτρινο που το ’βγαζαν από μια πλαστική σακούλα. Βρωμούσαν απλυσιά και γατίλα. Μιλούσαν μια διάλεκτο που δεν έπιανα ούτε λέξη. Φορούσαν παντόφλες και τρύπιες κάλτσες. Πρόσεξα ότι ήμασταν οι πιο νέοι στο λεωφορείο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαμαλούκας, Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα -α π ό σ π α σ μ α»