Θ.Δ. Τυπάλδος, Για ένα αυτόχειρα

Αρχείο 09/09/2016

fav_separator

Θα μου επιτρέψετε όλοι εσείς οι ισχυροί της γης, όλοι εσείς της εξουσίας οι διαπλεκόμενοι να καταπιαστώ μ’ ένα άκρως επικίνδυνο ζήτημα ιδιαίτερα στις μέρες που ζούμε, -αν και πάντα τρόμαζε εξού και οι δημιουργίες νόμων ποινικών και θρησκευτικών-, αυτό της αυτοκτονίας; Δε μπορώ εκ των προτέρων να γνωρίζω αν η ενασχόλησή μου αυτή με το συγκεκριμένο αυτό θέμα, μπορεί να προβεί μοιραία για εμένα ή για τα γαλήνια νερά της λίμνης “Aποχαύνωση Iδεών”, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θ.Δ. Τυπάλδος, Για ένα αυτόχειρα»

Μαρία Πανούτσου, Όψις

Αρχείο 29/08/2016

 

ΕΚΕΙΝΟΝ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΧΙΟΝΙΣΕ ΣΤΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ

fav_separator

Μαζί σου δε διστάζω να μιλήσω
Πιο σιγά κι από ένα δένδρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
Σαν την αγάπη που διακόπτει για μια νύχτα
την ζωή μας
Άρης Αλεξάνδρου

Στον Ι.Α

Εκείνη, η άλλη

Κλαδεύοντας τις ελιές, την θυμόμουν. Τα μπράτσα της ανοιγοκλείνανε και έμοιαζαν με σάρκινους βραχίονες ψαλιδιού. Ήταν τα ίδια, δυο θεόρατες θημωνιές. Τα χρόνια που πέρασαν την άφησαν ίδια με τότε. Δεν ξέρω το όνομα της, ούτε τίποτα άλλο γι’ αυτήν. Στην παιδική μου ηλικία ήρθε και καρφώθηκε η εικόνα της χωρίς λέξεις, χωρίς συνέχεια εκτός από μερικές ματιές που μου ’ριχνε όταν συναντιόμασταν τυχαία στην πόλη ή στο κτήμα πολύ αργότερα. Δεν ξέρω αν υπήρχα καν για εκείνη, μόνο σε μένα σφηνώθηκε σ’ ένα δικό μου παρελθόν η όψη της. Αλλά ποιό κι από πότε? Το σπίτι μας ήταν περιτριγυρισμένο από δένδρα, κυρίως ελιές και Εκείνη, ήταν μέρος αυτών των δένδρων, παρά άνθρωπος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Όψις»

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Εγκιβωτισμός XI/Impostor

Αρχείο 24/08/2016

 

fav-3

Σε μια σκηνή θεάτρου σας έβλεπα, σαν δυο κλειστές παλάμες με πλεγμένα τα δάχτυλα. Οι μάσκες σας, πρόσωπα ωχρά με σταθερή έκφραση, βυθίζονταν αργά σε ένα πλήθος χνουδωτά μαξιλάρια (έτσι είναι η λήθη.)

Ένα γυαλιστερό οτομοτρίς  ξεφύσαγε στην αυλή διασχίζοντας τη διαδρομή από τις λεμονιές ως στο υπόγειο, κι είχε στις ρόδες του αποκριάτικες σερπαντίνες. Έκανε φοβερό σαματά. Όλα τα βαγόνια του ήταν γεμάτα με βαρέλια μινιατούρες. Λάδι, κρασί και σπόρια από ρόδια. Μόνο του πήγαινε, σταθερά σε κύκλο, χωρίς μηχανοδηγό, και κάθε που τερμάτιζε ακουγόταν να σπάει ένα πιάτο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Εγκιβωτισμός XI/Impostor»

Μαρία Δόγια, Σημειώσεις για την επίτευξη Roi Mat

Αρχείο 17/08/2016

fav-3

Η μητέρα τριγυρνούσε ξυπόλητη στα ασπρόμαυρα πλακάκια της κουζίνας. Σχεδόν αθόρυβα, χειμώνες και καλοκαίρια τα δάχτυλά της ισορροπούσαν στα χρόνια σαν στρατιωτάκια. Τα δάχτυλα της μητέρας στο μωσαϊκό, στη σάλα, στα ρετρό πλακάκια του μπάνιου. Αρχέγονα και ιερά. Να χορεύουν και να απειλούν με Roi Mat το χρόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Δόγια, Σημειώσεις για την επίτευξη Roi Mat»

Ολβία Παπαηλίου, Η Επιστολή (ως έκθεμα) [Επιστολή Δέκατη Τρίτη]

Αρχείο 02/08/2016

fav_separator

Το παρόν έκθεμα σε τούτο το Μουσείο που διαρκώς θα βρίσκεται ως σε μεταλλαγή, είναι η λεγόμενη Δέκατη Τρίτη επιστολή, αυτή που βρέθηκε ή αυτή που χάθηκε, είτε ενδεχομένως κάποια που, ας πούμε, δεν εστάλει. Δεν υπάρχει καμμία υπόθεση για τις ταυτότητες των δύο (ή ενός – δεν είναι εξακριβωμένο αν η φωνή καταγράφεται ή αντιγράφεται ή είναι κατασκευασμένη, ακόμα κι αν ένας ο συγγραφέας – ή πολλοί). Κάποτε θα αποτελέσει αντικείμενο ερεύνης, για να μπορέσουμε να το τοποθετήσουμε στο χρόνο, που από τώρα ξέρουμε ότι θα είναι Πάντα.

Επιστολή Δέκατη Τρίτη

Αγαπημένε, εν Χριστώ –
κάποιες φορές φοβάμαι. Τη σκοτεινή νύχτα που με κράταγε σαβανοφορεμένη σαν το Λάζαρο και σαν την κόρη του Ιάγειρου Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ολβία Παπαηλίου, Η Επιστολή (ως έκθεμα) [Επιστολή Δέκατη Τρίτη]»

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Υποδόρια πίσσα

Αρχείο 19/07/2016

fav_separator

Ήταν αυτή, η Ασπασία Αργυρίου, σηκώθηκε ξαφνικά και βγήκε έξω. Τα ρούχα της άθλια, φόρμες εργασίας μουντές και τριμμένες με το ένα μπατζάκι σηκωμένο μέχρι τη γάμπα σαν μια καθαρίστρια που έκανε γενική καθαριότητα και σήκωσε τη φόρμα μη λερωθεί από τα βρομόνερα. Το μόνο που μαρτυρούσε την οικονομική ευρωστία  και τη φινέτσα της η τσάντα Louis Vuitton που είχε περάσει βιαστικά στον ώμο της. Προχωρούσε χωρίς στόχο, υπνωτισμένη. Κάποια στιγμή είδε ένα ανοιχτό καφέ, μπήκε μέσα κι  έκανε ένα γύρο στον χώρο με τα μάτια όλων στραμμένα πάνω της γεμάτα απορία κι απαξίωση. Έφυγε χωρίς να πει κουβέντα και χωρίς να της μιλήσει κανείς, μόνο εκείνα τα βλέμματα που καρφώθηκαν πάνω της με χιλιάδες ερωτηματικά κι απαξίωση, βαθιά απαξίωση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Υποδόρια πίσσα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Κυκλάδες

Αρχείο 12/07/2016

fav_separator

Θα σε θυμάμαι
με την αυστηρή σου
μετωπικότητα
με τις εγχάρακτες,
τις λίγες σου λεπτομέρειες

Mην φύγεις απόψε. Και την Αμοργό, και εκείνη ακόμη λησμόνησέ τη. Τους πιλότους των Κυκλάδων, τα ειδώλια των κοριτσιών και τους αρπιστές να ξεχάσεις για πάντα. Γιατί η Αμοργός είναι μια ιδέα και η γεωγραφία της τ΄όνειρο των πιλότων και των Κυκλάδων. Μην φύγεις απόψε. Δεν υπάρχει για σένα τέτοιο μέρος σαν την Αμοργό, τέτοια νησιά και τέτοια ποιήματα ποτέ δεν γεννήθηκαν. Μες στις νεφέλες, πρώτη ανάμεσα στα κορίτσια απ΄την Κέα και την Μεσσήνη η Αμοργός λευκή ως σιωπή, μ΄άπειρες δυνατότητες, διόλου νεκρή λάμπει στο στερέωμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Κυκλάδες»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Σκουριασμένα τρένα (Το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη-Αθήνα)

Αρχείο 08/07/2016

Η αμαξοστοιχία αργοκυλά πάνω στις ράγες αφήνοντας τη θαλπωρή του σταθμού πίσω της, κινείται παράλληλα σε εγκαταλειμμένα βαγόνια παραδομένα στη βλάστηση και τη σκουριά. Παροπλισμένα σαν  συνταξιούχοι δίπλα σε βιοτεχνίες, βιομηχανικές μονάδες και αποθήκες. Υλικό για διεστραμμένους ηδονοβλεψίες που ερεθίζονται με τη φθορά. Η πορνογραφία του αναπόδραστου εντυπωμένη στα μεταλλικά σκέλεθρα τους και το σαρακιασμένο τσιμέντο των παλιών, ρημαγμένων εργοστασίων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Σκουριασμένα τρένα (Το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη-Αθήνα)»