Θ.Δ. Τυπάλδος, Για ένα αυτόχειρα

Αρχείο 09/09/2016

fav_separator

Θα μου επιτρέψετε όλοι εσείς οι ισχυροί της γης, όλοι εσείς της εξουσίας οι διαπλεκόμενοι να καταπιαστώ μ’ ένα άκρως επικίνδυνο ζήτημα ιδιαίτερα στις μέρες που ζούμε, -αν και πάντα τρόμαζε εξού και οι δημιουργίες νόμων ποινικών και θρησκευτικών-, αυτό της αυτοκτονίας; Δε μπορώ εκ των προτέρων να γνωρίζω αν η ενασχόλησή μου αυτή με το συγκεκριμένο αυτό θέμα, μπορεί να προβεί μοιραία για εμένα ή για τα γαλήνια νερά της λίμνης “Aποχαύνωση Iδεών”, που οι νομοθέτες έχουν επιβάλλει, (μάλλον το πρώτο). Οι νομοθέτες, ποινικοί ή θρησκευτικοί, έχουν καταφέρει να εξαλείψουν την ατομικότητα και την διαφορετικότητα μέσω αυτών των νομοθετημάτων κι αναγάγοντας το κάθε σύνολο ατομικοτήτων -για το καλό του κοινωνικού συνόλου-,σε μάζα απ’ τη μια και σε ποίμνιο απ’ την άλλη, κι ενώ οι πρώτοι υποκριτικά ευαγγελίζουν την αυτοδιάθεση του ατόμου, έρχονται οι δεύτεροι να απειλήσουν με το πυρ το εξώτερο όσους εξωκείλουν απ’ τα γραπτά και τους νόμους τους.

Μισώ και τους δυο νομοθέτες εξίσου το ίδιο. Είναι όμως η αυτοκτονία μορφή αντίστασης-αντίδρασης εναντίον αυτών ή είναι απλώς μια κίνηση δειλίας;

Ας ξεκαθαρίσω μια για πάντα πως εφόσον μου έλαχε να ζω στην κόψη μιας ακραία ματεριαλιστικής εποχής, δεν δέχομαι καμιά εξώτερη λογική η οποία εκ των πραγμάτων φέρει μέσα σπέρματα της άμεσης πραγματικότητας και άρα, έρχεται σε σύγκρουση με τη δική μου λογική. Σε αυτού του είδους λογικές, εντάσσεται και η λογική του ανώτερου όντος, κάτι που άμμεσα με απορρίπτει απ’ όποιο ποίμνιο του όποιου ρασοφόρου ποιμένα. Αυτή η δήλωσή μου, μού δίνει και το πλεονέκτημα να βλέπω και την αυτοκτονία -όπως και ολόκληρο το φάσμα της ζωής- μέσα από το δικό μου ολοκάθαρο γυαλί του εσώτερου πρίσματός μου. Μπορώ δηλαδή με άλλα λόγια να δω την αυτοκτονία ως λύση, ως αντίσταση-αντίδραση ή -πολύ απλά- ως δειλία χωρίς να δεχθώ κανενός είδους παρέμβαση ιδεολογικοπολιτικής ή ηθικοπλασματικής μορφής. Από την άλλη ούτε μπορώ, -ούτε ευελπιστώ άλλωστε-, να επιβάλλω την οπτική μου γωνία λήψεως των γεγονότων σε μια εξώτερη από μένα ατομικότητα ή κάποιο συνολικό πλαίσιο ατομικοτήτων. Αν το μπορούσα αυτό, θα μου έδινε τους αισχρούς τίτλους, είτε του κακαθοδηγητή, είτε του ηγέτη κλπ. κάτι το οποίο μόνο τσούξιμο φέρνει στη σύνθεση λειτουργιών των υπογάστριων μου.

Ο Antonin Artaud γράφει στο κείμενό του “η αυτοκτονία είναι λύση”:

Όχι η αυτοκτονία είναι ακόμα μια υπόθεση. Νομίζω πως έχω το δικαίωμα να αμφιβάλλω για την αυτοκτονία όπως και για όλη την υπόλοιπη πραγματικότητα.*

Προσωπικά, θα αντικαταστήσω το ρήμα αμφιβάλλω με το ρήμα αμφισβητώ και θα πλοηγήσω την σκέψη μου διαμέσου κακοτράχηλων δρόμων που θα με οδηγήσουν είτε στην νόηση του ανατέλλοντος ηλίου, είτε, στο ράφι του μουσείου ανθρωποειδών εκθεμάτων ως άλαλου εκθέματος που προσπάθησε να μιλήσει.

Ως ένας λοιπόν αμφισβητίας της πραγματικότητας ωσάν κάτι το υπαρκτό -όχι χειροπιαστό, μην τα συγχέουμαι αυτά τα δυο-, δεν μπορώ να μην αμφισβητήσω καθένα παρακλάδι που την ορίζει και την καταμαρτυρά, άρα και την ζωή και τον θάνατο, άσχετα μέσω ποιάς διαδικασιάς αυτός θα επέλθει. Με αυτόν τον συλλογισμό, απαντώ εν μέρει στο ερώτημα αν θεωρώ την αυτοκτονία λύση σε πρώτο επίπεδο γιατί σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, περισσότερο κοντύτερα στην λογική των μαζών όπου ζωή και πραγματικότητα είναι υπαρκτές και αδιαμφισβήτητες, τότε εγώ βρίσκομαι στη θέση του μη-ον (υπαρκτός συμφώνως με την πλατωνική σκέψη), και αν κι εφόσον σ’ αυτή την διάσταση αποδεχτώ ως λύση ή ως αντίσταση την αυτοκτονία, μπορώ εύκολα να βρεθώ στο ικρίωμά μου.

Συνδυάζοντας όμως και τους δυο συλλογισμούς, εγώ ως μη-ον, δεν υπάρχω και άρα, κάποιο άλλο ον που υπάρχει, θα πρέπει να πάρει τη θέση μου στο ικρίωμα. Κοντολογίς: δείξε μου ένα ζωντανό άντρα να σου δείξω ένα πεθαμένο: εμένα.

Aληθινά, ακόμη τρέφετε αυταπάτες γι’ αυτό που ονομάζεται ζωή; Δε βλέπετε πως τα πάντα είναι θέμα ορισμού και συγκατάβασης; Αληθινά, κανείς σας δε θέλησε ποτέ να σχίσει αυτό το συμφωνητικό επιβίωσης που που εν αγνοία μας έχουμε όλοι υπογράψει με το αίμα που κυλά στις φλέβες μας ακριβώς τη στιγμή της γέννησής μας; Εμένα πάντως με κούρασαν οι οιμωγές και τα σπαράγματα ενός κόσμου καταδικασμένου να σέρνει μες στη καρδιά της σήψης, το κάθε σμαραγδένιο λεπτό, την κάθε διαμαντένια του ώρα. Η κάθε μαραμαρυγή ενός ουράνιου σώματος, καθρεφτίζει σήμερα κι από ένα αυτοκρεμασμένο.

Αδιαφορείτε κύριοι-κύριοι νομοθέτες για την ατομικότητα, εκτός της στιγμής που αυτή θα επιδιώξει να αποκτήσει το μερίδιο της ολότητας που της αναλογεί. Τότε θα της εναντιωθείτε, θα την καταπολεμήσετε με όλα σας τα γνωστά όπλα, (λοιδορία, κατασυκοφάντηση, κατακερματισμός, στοχοποίηση). Τα όπλα αυτά που σπέρνουν τον αργό και βασανιστικό θάνατο, τον έμβιο θάνατο. Στοχοποιείτε την κάθε μορφή έκφρασης ελευθερίας που απορρέει από την σάρκα όπως λχ. τον παράφορο έρωτα, ή κατακερματίζεται το πνεύμα που τολμά να αντιταχθεί στο πνεύμα. Η αυτοκτονία μάλλον ομοιάζει να σας τρομάζει το λιγότερο, μα και πάλι, στρέφεστε και σε αυτή με μένος. Μάλλον γνωρίζετε κάτι το οποίο δεν γνωρίζω.

Εν τέλει, θα πρέπει κάποιος-κάποτε να μας δώσει μια απάντηση περί των σχέσεων ζωής και νόμων, και πιο συγκεκριμένα, η ερώτηση που πρέπει να τεθεί είναι μεταξύ ζωής και νόμων ποιό είναι το σημαίνον και ποιό το σημαινόμενον; Ποιό είναι δηλαδή το εμφανές σημείο και ποιά η αδιόρατη γύαλα που μέσα της τα εκατομμύρια χρυσόψαρα της ύλης αλλάζουν δέρμα;

Προκατακλυσμιαίες εκφάνσεις μιας λοβοτομημένης οχλαγωγίας. Απαντά άραγε σε όλα αυτά η αυτοκτονία έστω και ως σαν μια υπόθεση; Θα έλεγα μ’ ευκολία ίσως, πως απαντά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο απαντούν η ζωή και οι νομοθέτες της.

Αν παρόλα αύτα, στρέψουμε τη ματιά μας στις σελίδες της ιστορίας, θα ανακαλύψουμε ότι στην αρχαία Ρώμη η αυτοκτονία ήταν ο περήφανος θάνατος των ευγενών. Τα υδάτινα λουτρά τους ακόμη φέρουν πάνω στα μωσαϊκά τους, το αίμα τους. Μετά λοιπόν από χιλιάδων χρόνων εξέλιξης και πολέμων, κι εφόσον κι ο φτωχός κατάφερε μες στη μίζερη πραγματικότητα που τον περιβάλλει, να έχει αν ο ίδιος το κρίνει θεμιτό αυτό το ευγενές τέλος, έρχεται τότε μια εισαγγελική ή αρχιερατική αρχή να του στερήσει ακόμα κι αυτό το απειροελάχιστο που κέρδισε απ’ τον ταξικό εχθρό του μετά από τόσες στάσεις κι επαναστάσεις. Πλεονεξία ακόμα και στον αταξικό θάνατο τελικά, κύριοι του κόσμου, εσείς οι ισχυροί.

Όλοι φορούν μάσκες και ντόμινα σε αυτό το καρναβάλι της ευθείας γραμμής πάνω στην άσφαλτο. Εγώ όμως, αν θα πρέπει να υποδυθώ ένα κάποιον άλλο ρόλο, θα προτιμήσω να υποδυθώ τον εαυτό μου χωρίς να με τρομάζουν πολύχρωμα βεγγαλικά ή ακόμη-ακόμη βόμβες Τ.Ν.Τ. Και θα υποδυθώ -λοιπόν- τον εαυτό μου. Αυτό βεβαίως, δεν με κάνει να μη με αμφισβητώ. Ο καλύτερος αμφισβητίας οφείλει πριν απ’ όλα τον εαυτό του ν’ αμφισβητεί. Το κακό όμως το φέρουν μέσα τους οι συγκαταβατικοί, κι εξηγούμε: ως καλός χριστιανός, οφείλεις να τιμάς και να κάνεις δεήσεις προς τον θυσιαζόμενο Μεσσία Ιησού Χριστό, και να καταριέσαι τον προδότη και αυτόχειρα μαθητή Ιούδα Ισκαριώτη. Κι όμως, δεν σκέφτηκες ποτέ πως και ο Ιησούς υπήρξε κατά μία έννοια ένας αυτόχειρας (μη μου μιλήσεις για θυσία στη σταύρωση, η κάθε θυσία που μπορεί να αποτραπεί και ο θυσιαζόμενος δεν την αποτρέπει, κρύβει μέσα της μια μεγάλη δόση αυτοχειρίας. Όπως ο Σωκράτης, έτσι και ο Ιησούς).

Ας επιστρέψω όμως στον ρόλο που επέλεξα να υποδυθώ στο τρελό αυτό καρναβάλι. Σαν ρόλος τρέφω ενδόμυχα μια -ίσως λανθάνουσα νεκροφιλική διάθεση. Αποκυρήττω όμως μετά βδελυγμίας κάθε σπόρο παρενθοντολαγνείας. Με αυτό θέλω να πω πως με χαρά θα πάρω τον σκαπανέα και θα ανεβώ στην ακρόπολη να γκρεμίσω συθέμελα τον ναό του Παρθενώνα, αρκεί να έχω πάρει σοβαρά εχέγγυα πως στην θέση του θα χτιστεί ένα ανώτερο ιερατείο των πουλιών. Η καταστροφή για την καταστροφή, δεν εκφράζει τον ρόλο που υποδύομαι.

Εν κατακλείδι, είμαστε οι πάντες εν δυνάμει αυτόχειρες. Άλλοι θα κάνουν το απονενοημένο τους διάβημα είτε με την συγκατάβαση και την αποχαύνωση που χωρίς αιδώ θα αποδεχτούν από χέρια βουτηγμένα σε μαύρη μελάνι, άλλοι με την θηλειά και ξυραφάκια.

Υπάρχουν όμως κι αυτοί που δεν γεννήθηκαν ακόμη, αυτοί που σαν γεννηθούν, δε θα φέρουν σαν στίγμα στο κορμί τους το προπαρτορικό αμάρτημα, καθώς και δεν θα υπογράψουν κανένα συμφωνητικό με το αίμα τους. Σε αυτούς ελπίζω και ας ξέρω πως δεν θα τους συναντήσω ποτέ και ας ξέρω πως οι ίδιοι θα αδιαφορήσουν για την συνάντησή μας καθώς και για το πως εγώ θα έχω φύγει μακριά. Το μόνο σίγουρο που υπάρχει είναι πως και αύριο ο ήλιος θα ανατείλλει, μόνο που αύριο θα ανατείλλει από τα
δυτικά, αγκαλιά με τη σελήνη.

*

©Θ.Δ. Τυπάλδος

*Από το βιβλίο “Η μεγάλη μέρα και η μεγάλη νύχτα” του Antonin Artaud,
μετάφραση, Στέφανος Ευθυμιάδης – εκδόσεις, Αιγόκερως

φωτο©Στράτος Φουντούλης, από το Museu Nacional do Azulejo, Lisboa 2015

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε