Μαρία Πανούτσου, Όψις [B΄μέρος]

Αρχείο 24/09/2016 – Διαβάστε το [Α’ μέρος]

fav_separator

Να κάτσεις να τα πείτε
Όπως μιλάνε οι ζωντανοί
Να θυμηθείτε τα μάτια που σκοπεύουν
Μια ντροπή πιο κάτω απ’ τον ώμο
Άρης Αλεξάνδρου

ΣΤΟΝ Ι.Α

(Μέρος Δεύτερο)

Και το όνομα αυτής, Γκρέτα

Οκαιρός πέρασε γρήγορα και την άνοιξη είχαμε εξετάσεις στο σχολείο και γυμναστικές επιδείξεις. Ήμουν χαρούμενη και γυρνούσαμε με τις φίλες μου την μητέρα μου και με κάποιες άλλες μανάδες, προς την γειτονιά μας Τις αποχαιρετήσαμε σε κάποιο σταυροδρόμι και πλησιάζοντας στο σπίτι η μητέρα μου σταμάτησε και μου είπε ότι πρέπει να πάει στο σπίτι της ξένης που την βοήθαγε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Όψις [B΄μέρος]»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Βάσει παλαιότητας

Αρχείο 22/09/2016

fav_separator

Ο άντρας ήταν ψιλόλιγνος και ευέλικτος. Είχε κάτι από τη άγρια ελαστικότητα του λιονταριού και την αυστηρή πλαστικότητα της μπαλαρίνας. Παρέμενε ιδιαίτερα αρρενωπός, παρότι οι κινήσεις του είχαν κάτι έντονα γυναικείο. Μύριζε νύχτα και αλκοόλ. Είχε πολύ μαύρο δέρμα, και κάπως γυαλιστερό. Το ασπράδι των ματιών του ήταν γεμάτο μικρές κόκκινες φλέβες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Βάσει παλαιότητας»

Βασίλης Μπαρούτης, Η κουβέντα

Αρχείο 19/09/2016

fav_separator

Είχε πει εκείνη την κουβέντα από βραδύς και αργότερα που ξάπλωσε να κοιμηθεί, τη βασάνιζε ο απόηχός της.

Νωρίς το πρωί που σηκώθηκε έπιασε να σιδερώνει φανελάκια και πετσέτες του   μωρού για να ξεχάσει. Το σίδερο άφριζε μαινόμενος ταύρος με προτεταμένο το μέτωπο, έτοιμος να ορμίσει ρουθουνίζοντας μανιασμένα. Ένα χέρι συγκρατούσε τη ζωώδη ορμή ορίζοντας το δρόμο του μέσα από τσαλακωμένα υφάσματα πάνω σε μία επίπεδη εμπριμέ αρένα.

Καθώς η σκέψη της μαλάκωνε με την εκτόνωση του ατμού, όλα έπαιρναν την κανονική τους υπόσταση χωρίς αλλοπρόσαλλες σκέψεις για τα ειπωμένα και τα ανείπωτα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Μπαρούτης, Η κουβέντα»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Bataclan

Αρχείο 15/09/2016

Νόμιζε ότι περνούσε καλά, ήταν σχεδόν σίγουρος. Είχε αφήσει το χάνι της Αθήνας κοντά ενάμιση χρόνο τώρα πιάνοντας δουλειά στην Κομισιόν με ένα μισθό που τα φιλαράκια του πίσω δυσκολεύονταν να συλλάβουν και συχνά ακόμα και να πιστέψουν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Bataclan»

Θ.Δ. Τυπάλδος, Για ένα αυτόχειρα

Αρχείο 09/09/2016

fav_separator

Θα μου επιτρέψετε όλοι εσείς οι ισχυροί της γης, όλοι εσείς της εξουσίας οι διαπλεκόμενοι να καταπιαστώ μ’ ένα άκρως επικίνδυνο ζήτημα ιδιαίτερα στις μέρες που ζούμε, -αν και πάντα τρόμαζε εξού και οι δημιουργίες νόμων ποινικών και θρησκευτικών-, αυτό της αυτοκτονίας; Δε μπορώ εκ των προτέρων να γνωρίζω αν η ενασχόλησή μου αυτή με το συγκεκριμένο αυτό θέμα, μπορεί να προβεί μοιραία για εμένα ή για τα γαλήνια νερά της λίμνης “Aποχαύνωση Iδεών”, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θ.Δ. Τυπάλδος, Για ένα αυτόχειρα»

Μαρία Πανούτσου, Όψις

Αρχείο 29/08/2016

 

ΕΚΕΙΝΟΝ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΧΙΟΝΙΣΕ ΣΤΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ

fav_separator

Μαζί σου δε διστάζω να μιλήσω
Πιο σιγά κι από ένα δένδρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
Σαν την αγάπη που διακόπτει για μια νύχτα
την ζωή μας
Άρης Αλεξάνδρου

Στον Ι.Α

Εκείνη, η άλλη

Κλαδεύοντας τις ελιές, την θυμόμουν. Τα μπράτσα της ανοιγοκλείνανε και έμοιαζαν με σάρκινους βραχίονες ψαλιδιού. Ήταν τα ίδια, δυο θεόρατες θημωνιές. Τα χρόνια που πέρασαν την άφησαν ίδια με τότε. Δεν ξέρω το όνομα της, ούτε τίποτα άλλο γι’ αυτήν. Στην παιδική μου ηλικία ήρθε και καρφώθηκε η εικόνα της χωρίς λέξεις, χωρίς συνέχεια εκτός από μερικές ματιές που μου ’ριχνε όταν συναντιόμασταν τυχαία στην πόλη ή στο κτήμα πολύ αργότερα. Δεν ξέρω αν υπήρχα καν για εκείνη, μόνο σε μένα σφηνώθηκε σ’ ένα δικό μου παρελθόν η όψη της. Αλλά ποιό κι από πότε? Το σπίτι μας ήταν περιτριγυρισμένο από δένδρα, κυρίως ελιές και Εκείνη, ήταν μέρος αυτών των δένδρων, παρά άνθρωπος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Όψις»

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Εγκιβωτισμός XI/Impostor

Αρχείο 24/08/2016

 

fav-3

Σε μια σκηνή θεάτρου σας έβλεπα, σαν δυο κλειστές παλάμες με πλεγμένα τα δάχτυλα. Οι μάσκες σας, πρόσωπα ωχρά με σταθερή έκφραση, βυθίζονταν αργά σε ένα πλήθος χνουδωτά μαξιλάρια (έτσι είναι η λήθη.)

Ένα γυαλιστερό οτομοτρίς  ξεφύσαγε στην αυλή διασχίζοντας τη διαδρομή από τις λεμονιές ως στο υπόγειο, κι είχε στις ρόδες του αποκριάτικες σερπαντίνες. Έκανε φοβερό σαματά. Όλα τα βαγόνια του ήταν γεμάτα με βαρέλια μινιατούρες. Λάδι, κρασί και σπόρια από ρόδια. Μόνο του πήγαινε, σταθερά σε κύκλο, χωρίς μηχανοδηγό, και κάθε που τερμάτιζε ακουγόταν να σπάει ένα πιάτο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Εγκιβωτισμός XI/Impostor»

Μαρία Δόγια, Σημειώσεις για την επίτευξη Roi Mat

Αρχείο 17/08/2016

fav-3

Η μητέρα τριγυρνούσε ξυπόλητη στα ασπρόμαυρα πλακάκια της κουζίνας. Σχεδόν αθόρυβα, χειμώνες και καλοκαίρια τα δάχτυλά της ισορροπούσαν στα χρόνια σαν στρατιωτάκια. Τα δάχτυλα της μητέρας στο μωσαϊκό, στη σάλα, στα ρετρό πλακάκια του μπάνιου. Αρχέγονα και ιερά. Να χορεύουν και να απειλούν με Roi Mat το χρόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Δόγια, Σημειώσεις για την επίτευξη Roi Mat»