Αρχείο 10/12/2015


Η θάλασσα ήταν γαλάζια, ακόμα και στα ρηχά, δεν είχε κύμα, μόνο μια γλυκύτατη φουσκοθαλασσιά, σαν ανάσα σε βαθύ ύπνο.
Η γη είναι γυναίκα που ανασαίνει ανάσκελα. Το κορίτσι ένα παιδί που κοιμάται πάνω της. Σφίγγει τ’ αφτί του στις φλέβες της κι αφουγκράζεται την αλλαγή στο χτύπο τους.
Σήμερα πίσω από τα τζάμια είναι το δάσος και δυνατός άνεμος. Τι εραστής σκυλί αυτός ο άνεμος. Μέσα στο φως που συνοδεύει τον άνεμο, η ιδέα του θανάτου χάνεται. Τα τριαντάφυλλα βρίσκονται μακριά, σ’ εκείνη την άλλη χώρα του Βορρά. Το κορίτσι δεν τ’ αναγνωρίζει. Δεν έχει δει ποτέ της τριαντάφυλλα, που τώρα είναι μαραμένα, ούτε λιβάδια, ούτε τη θάλασσα. Το κορίτσι γίνεται μπάλα. Κυλά στη κοιλιά της γης. Φανερώνεται στο νότο. Το δίκιο μου θα μου μοιάζει. Θα είναι η θάλασσα που δεν κολύμπησα. Τα λιβάδια που δεν περπάτησα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Κέντρωνας»
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.