Τάκης Αναστόπουλος, Καλά Χριστούγεννα (*) -[2015]

Αρχείο 27.12.2015

fav-3

Κανείς δεν ήξερε πώς πραγματικά λεγόταν. Οι άλλοι στρατιώτες νόμιζαν ότι το επώνυμο του ήτανε Αρκάς, επειδή έτσι τον φώναζαν απο την αρχή στο Στρατό, όλοι όμως τον αποκαλούσαν με το μικρό του, Βούλη. Ο ανθυπολοχαγός του, που μόλις είχε τελειώσει την Ευελπίδων, σχεδόν αμούστακος, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τάκης Αναστόπουλος, Καλά Χριστούγεννα (*) -[2015]»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Η κούκλα [2015]

Αρχείο 24.12.2015

©Hans Bellmer, La Poupée

fav-3

Το κορίτσι που μοιάζει με αγόρι βγαίνει από το μπάνιο. Στο χέρι της κρατάει ένα τεστ εγκυμοσύνης. Μπαίνει στο σαλόνι και πλησιάζει στον καναπέ. Το αγόρι με τα μακριά μαλλιά βλέπει ποδόσφαιρο. Εκείνη στέκεται από πάνω του και κουνάει το τεστ μπροστά στο πρόσωπό του. Το αγόρι την σπρώχνει να πάει πιο κει επειδή του κρύβει την οθόνη.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Η κούκλα [2015]»

Θανάσης Πάνου, O Samurai και ο Σπαρτιάτης [2015]

Αρχείο 22.12.2015

fav-3
«Οι Σοφές σκέψεις
το οπλοστάσιο του νου
το αναίμακτο»
(Haiku)

Ο samurai, bushi, Taika Shirakawa, πριν τη μάχη εστίαζε τη ματιά του στην άκρη του ιερού σπαθιού του που άγγιζε με σεβασμό τη γη. Το σπαθί σηκωνόταν από το έδαφος με μια εισπνοή από το ένα έως το πέντε. Με ανορθωμένο και γεμάτο οξυγόνο το στήθος, κρατώντας την αναπνοή του, με το σπαθί ψηλά στον ουρανό και με απόλυτη ακρίβεια έκοβε τον καρπό από τα ψηλά μέρη ενός δένδρου μετρώντας από το ένα έως το εφτά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Πάνου, O Samurai και ο Σπαρτιάτης [2015]»

Ευσταθία Ματζαρίδου, Η σφήκα [2015]

Αρχείο 18.12.2015

fav-3

Mπαίνω στο ξεφλουδισμένο κτήριο που έπαθε εγκαύματα απ’ τη χρόνια έκθεσή του στον ήλιο, άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν τους ορόφους μεταφέροντας τη μπόχα του κτηρίου, όπως οι βεντάλιες τον αέρα. Καλημερίζω την υπάλληλο και μου ανταποδίδει μια στραγγισμένη καλημέρα, ολόκληρη μια στραγγισμένη παρουσία, χέρια στραγγισμένα, πρόσωπο στραγγισμένο, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευσταθία Ματζαρίδου, Η σφήκα [2015]»

Νίκος Λαζαρίδης, Μισοσβησμένος κύκλος

Αρχείο 11/12/2015

fav-3

Εκείνη τη μοιραία ημέρα ο ήλιος δεν ανέτειλε. Η σελήνη βιάστηκε να πάρει τη θέση του πίσω από το βουνό, μα γρήγορα το μετάνοιωσε. Ήταν ήδη αργά, και χλωμή τώρα έπρεπε να περπατήσει το χιλιοπατημένο μονοπάτι που οδηγούσε στο απόμακρο, σκοτεινό δάσος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Λαζαρίδης, Μισοσβησμένος κύκλος»

Ασημίνα Λαμπράκου, Κέντρωνας

Αρχείο 10/12/2015

fav-3

Η θάλασσα ήταν γαλάζια, ακόμα και στα ρηχά, δεν είχε κύμα, μόνο μια γλυκύτατη φουσκοθαλασσιά, σαν ανάσα σε βαθύ ύπνο.

Η γη είναι γυναίκα που ανασαίνει ανάσκελα. Το κορίτσι ένα παιδί που κοιμάται πάνω της. Σφίγγει τ’ αφτί του στις φλέβες της κι αφουγκράζεται την αλλαγή στο χτύπο τους.

Σήμερα πίσω από τα τζάμια είναι το δάσος και δυνατός άνεμος. Τι εραστής σκυλί αυτός ο άνεμος. Μέσα στο φως που συνοδεύει τον άνεμο, η ιδέα του θανάτου χάνεται. Τα τριαντάφυλλα βρίσκονται μακριά, σ’ εκείνη την άλλη χώρα του Βορρά. Το κορίτσι δεν τ’ αναγνωρίζει. Δεν έχει δει ποτέ της τριαντάφυλλα, που τώρα είναι μαραμένα, ούτε λιβάδια, ούτε τη θάλασσα. Το κορίτσι γίνεται μπάλα. Κυλά στη κοιλιά της γης. Φανερώνεται στο νότο. Το δίκιο μου θα μου μοιάζει. Θα είναι η θάλασσα που δεν κολύμπησα. Τα λιβάδια που δεν περπάτησα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Κέντρωνας»

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το μήλο του Μαγκριρίτ και οι γάτες

Αρχείο 06/12/2015

fav-3

Αγαπημένε μου Σαιν Νικολά,

έχεις γατάκια εσύ; Πώς θα έρθεις φέτος στις Βρυξέλλες; Με τανκ; Eμείς δεν πάμε πολύ νηπιαγωγείο εδώ, θα δούμε πότε θα είναι κανονικό, και ούτε στη φύλαξη πάμε, και είμαι στο σπίτι με κάλτσες χοντρές και φόρμες, και βαριέμαι κάπως κι έχω φάει και πολλές σταφίδες, γιατί κάτι άνθρωποι σκοτώσανε ξαφνικά κάτι ανθρώπους στο Παρίσι, και είπανε ότι μπορεί να σκοτώσουνε κι εμάς τους άλλους ανθρώπους εδώ στις Βρυξέλλες. Άρχισα και έκλαιγα, και τότε που γίνανε τα μπαμ μπουμ δεν κοιμήθηκα το βράδυ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το μήλο του Μαγκριρίτ και οι γάτες»

Ολβία Παπαηλίου, Μπερενγκάρια [επιστολή Ένατη]

Αρχείο 02/12/2015

Εσύ που με τα χέρια και με τραγούδια της αβύσσου, Βασιλιά μου –

Ω,που χορεύεις την ψυχή μου, έρχομαι και στα πόδια σου καθίζω και μου σκουπίζεις όλα δάκρυα, άλλοτε με τη γλύκα σου με παίζεις σαν ταμπουρίνο και αυτό – απογειώνει σε αναμμένες πίστες την καρδιά μου, και το κορμί μου άλλοτε καταστερίζεις και άλλοτε με κάνεις να βουίζω σαν τη θαλασσινή σπηλιά (τις έχετε άραγε ακούσει, όταν μικρούλη σας πήγαιναν στις πιο ρομαντικές ακρογιαλιές με τους ληστές που οδηγούσανε τα πλοία στο χαμό πάνω στα βράχια, και τα νερά ανεβοκατεβαίνουν στις παλίρροιες και χάνονται, βρίσκονται τα συντρίμια και θα ορμούσανε οι δικοί σας στο κοντραμπάντο – και τότε, ήθελ’ έπεφτα στα χέρια σας, ορκίζομαι θα έμενα). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ολβία Παπαηλίου, Μπερενγκάρια [επιστολή Ένατη]»