Δήμητρα Λουκά, «Κόμπο τον κόμπο» (διηγήματα) -προδημοσίευση

Από τις εκδόσεις Κίχλη

Στὴ συλλογὴ διηγημάτων «Κόμπο τὸν κόμπο» ὅλες σχεδὸν οἱ ἱστορίες ἔχουν τὴ μορφὴ τῆς ἐξομολόγησης ἢ τῆς ἐξιστόρησης γεγονότων ποὺ ἀφοροῦν τὸ παρελθόν. Οἱ ἀφηγητές, φορεῖς τοῦ παραδοσιακοῦ προφορικοῦ πολιτισμοῦ οἱ περισσότεροι, μὲ ἕναν ἀδρὸ προφορικὸ λόγο καὶ μὲ δωρικὴ λιτότητα ὑφαίνουν λέξη τὴ λέξη, κόμπο τὸν κόμπο, τὰ προσωπικὰ πάθη ἀλλὰ καὶ τὶς πληγὲς τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ Ἐμφυλίου σὲ κρουστὲς ἱστορίες.

Ἡρωίδες ποὺ βίωσαν τὴ σκληρότητα τῆς ἀρχαϊκῆς κοινωνίας καὶ ἄλλες ποὺ ὕψωσαν τὸ ἀνάστημά τους καὶ πάλεψαν στὶς πιὸ ἀντίξοες συνθῆκες· ἥρωες-θύματα τῶν κοινωνικῶν προκαταλήψεων καὶ ἄλλοι ποὺ τοὺς συνέθλιψαν οἱ μυλόπετρες τῆς Ἱστορίας· ἀφηγήσεις ὅπου τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὸν πάνω καὶ τὸν κάτω κόσμο κλείνει χάρη στὸν πόθο γιὰ τὸ σμίξιμο ζωντανῶν καὶ νεκρῶν ἐραστῶν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δήμητρα Λουκά, «Κόμπο τον κόμπο» (διηγήματα) -προδημοσίευση»

Νόπη Χατζηιγνατιάδου, τέσσερα ποιήματα

λHθινος δρόμος

Τις νύχτες θέλω να σύρω
τα πόδια μου γυμνά
επάνω στις μνήμες
το χάδι να νιώσουν
κι ύστερα ας ματώσουν

μα δε θυμάμαι ονόματα
χαμένων ηρώων
και ίσως, καλύτερα έτσι-
άρτια παραμένουν τα μέλη μου

Τις νύχτες θέλω να λεηλατήσω
τις στιγμές που γεννιόμουν Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νόπη Χατζηιγνατιάδου, τέσσερα ποιήματα»

Δημήτρης Σούκουλης, Πόσο ωραία γυαλίζουν τα μάρμαρα του Schiller

Με καίνε τα φώτα,
του λαμπτήρα,
του ήλιου που μπαίνει από τις γρίλιες
των προβολέων,
του καθρέφτη με τα ντουλαπάκια στο πλάι,
της πορείας των αυτοκινήτων.
Mε παγώνει
το ρεύμα της βεντάλιας της κυρίας με τα πουά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Σούκουλης, Πόσο ωραία γυαλίζουν τα μάρμαρα του Schiller»

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδία: Memoria intermedia


(Ανάμεσα στους «σκαλωτάδες»
και τους «μαζωτάδες»)

Πάλευα καιρό να θυμηθώ τ’ όνομά της
Όπως όταν γυρεύει κανείς το δρόμο
Μέσα από ένα χαμηλό σύννεφο
Ή μια ομίχλη πηχτή
Σα σωρό από τσαλαπατημένες σκέψεις
Σα συγκέντρωση τζιτζικιών σε πλατεία
Όπου ο γεροντότερος
Πρέπει πάση θυσία
Να σύρει το χορό τής μνήμης Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδία: Memoria intermedia»

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Το πορτρέτο

[Πίστη! Θα πρέπει να την αναλύσω κάποια μέρα.*
Όσκαρ Γουάιλντ]

Της το πέταξε από το τηλέφωνο. Δεν είχε το θάρρος να την κοιτάξει κατάματα και να της το πει. Χέστης. Της το πέταξε και κατέβασε το ακουστικό αφήνοντάς την στήλη άλατος, πριν γυρίσει να κοιτάξει πίσω της. Αν προλάβαινε και γύριζε να κοιτάξει, ίσως να μην έμενε στήλη. Ίσως να κουνούσε το κεφάλι με συγκατάβαση. Μπορεί και να του ήταν ευγνώμων που θα την λύτρωνε από μια σχέση σε συνθήκη αποσύνθεσης. Δε τα πήγαιναν καλά τελευταία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Το πορτρέτο»

Ντέμης Κωνσταντινίδης, τρία ποιήματα


Έχω στην πλάτη

Έχω στην πλάτη μιαν ουλή
σα να με κάρφωσαν πισώπλατα.

Ανάγλυφος εκεί,
ψηλαφητός ο πάλαι τρόμος.

Τι αλοιφές, τι γιατρικές,
τι επιθέματα…

Έχω στην πλάτη μιαν ουλή Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ντέμης Κωνσταντινίδης, τρία ποιήματα»

Γιώργος Μπουγελέκας, «Διαβατήρια»- διηγήματα [προδημοσίευση από τη συλλογή]

Κυκλοφορεί στις 26 Ιουνίου από τις εκδόσεις Κέδρος.

Απόσπασμα από το διήγημα «Με υποτροφία»

«Όσο αξίζεις εσύ κι η καρδιά σου η χρυσή, δεν αξίζουν μαζί ο ουρανός κι όλη η γη…».

Το τζουκ μποξ πίσω από την Αγία Ελεούσα στις δόξες του. Πέμπτη βράδυ και το ταβερνάκι του Χρήστου δεν είχε κόσμο. Δυο-τρεις παρέες και κανένας περαστικός, που θα έπαιρνε το σουβλάκι στο χέρι, όλη η πελατεία του. Μάης γλυκός ήταν. Οι μετεωρολόγοι μιλούσαν  για πρώιμο καλοκαιράκι. Τα τραπεζάκια είχαν βγει κιόλας έξω.

Σε ένα από αυτά έκατσαν ο Κώστας κι ο Στέλιος. Φοιτητές από την Καλαμάτα. Συμμαθητές στο Γυμνάσιο, γείτονες και αχώριστοι φίλοι. Μαζί νοίκιασαν στην απομακρυσμένη συνοικία της Αθήνας το δυαράκι που έμεναν. Φτηνό ήταν, είχε και το αποχωρητήριο μέσα στο σπίτι. Μια χαρά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Μπουγελέκας, «Διαβατήρια»- διηγήματα [προδημοσίευση από τη συλλογή]»

Δήμος Χλωπτσιούδης, Ο εξπρεσιονιστικός ερωτικός διάλογος της Λαμπράκου

Ο υπερρεαλισμός είναι η μεταγλώσσα των συναισθημάτων· ο τρόπος που η γλώσσα ερμηνεύει τα γλωσσικά σημεία του ψυχισμού και των αισθήσεων. Είναι η αποκάλυψη του αυθόρμητου σε έναν κόσμο που πνίγει το συναίσθημα και επιδιώκει να επιβάλει έτοιμες εικόνες με λεζάντες που διεκδικούν την παντοδυναμία της -έτοιμης- λογικής. Το ποιητικό παράλογο όμως αφήνει ελεύθερο τον ακροατή/αναγνώστη να συνδέσει τις εικόνες ενός ποιήματος με εκείνες της δικής του βιωμένης εμπειρίας, νοηματοδοτώντας αναγνωστοκεντρικά εκ νέου το περιεχόμενο? να παράγει το νόημα μέσα από τις προβολές της ατομικής συνείδησης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δήμος Χλωπτσιούδης, Ο εξπρεσιονιστικός ερωτικός διάλογος της Λαμπράκου»