[Πεζοδρόμιο, ταπαίν ρουλάν σε αβαρία]
Στάση Λεωφορείου,
Εργασίες εν εξελίξει,
Ελάτε να γευτείτε τις σπεσιαλιτέ ρομανιόλε,
[για] δωρεάν εκκενώσεις
[σε] υπόγεια και γκαράζ
[εγχύσεις από] καφεΐνη,
κύριος Τζόφολι.
Στοπ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Σούκουλης, Κολάζ του δρόμου»
Στο αγωνιώδες ερώτημα “τι να διαβάσω;” που απευθύνουμε συχνά προς εαυτόν και προς τρίτους, ο “Μετέωρος Άνθρωπος” του Σολ Μπέλοου, απαντάει: περισσότερα από όσα μπορείς. Ο ίδιος αγοράζει περισσότερα βιβλία από όσα μπορεί να διαβάσει, θεωρώντας ό,τι με αυτόν τον τρόπο βάζει κάποια υποθήκη στο χρόνο. Τα βιβλία που περιμένουν διακριτικά στα ράφια της βιβλιοθήκης τη δική του ματιά, την υπέρτατη στιγμή που εκείνος θα τα αγγίξει, τον προστατεύουν από όλες τις κακοτοπιές του μέλλοντος. Του προσφέρουν την απατηλή αλλά μη ευκαταφρόνητη σιγουριά πως εφ’ όσον θα έχω κάτι να διαβάζω, δεν πρόκειται να μου συμβεί τίποτα το κακό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωτήρης Παστάκας -Αποκαΐδια: Όλα εύκολα και όλα όμοια;»
Καθώς η λέξη έφευγε
Και επέστρεφε στο παλίμψηστο
Δέχτηκε λάκτισμα βαρύ
Από έλληνα μισθοφόρο -ξέρεις από αυτούς
Που ξέμειναν στα υψίπεδα της Καθόδου των Μυρίων-
Κι ένα κομμάτι θαρρώ το θάλ-
Εξέπεμψε λάθρα σήματα φρυκτωρίας
Ότι τάχα κινδυνεύει η τιμή μας εν μέση Ασία
Και τι θα κάνουμε οι δύσμοιροι
Έτσι που χάσαμε τους στρατηγούς μας εν μία νυκτί Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάριος Μιχαηλίδης, ‘μιας εικόνας απείκασμα’»
(Μικρή αυλή στο πίσω μέρος κρατικού μεγάρου. Ντυμένα με γαλάζια και κόκκινα κοστούμια τα πληρώματα τρέχουν έξαλλα. Φροντίζουν μια τελευταία λεπτομέρεια, προβαίνουν σε μια διευκρίνιση. Χάνονται μες στους διαδρόμους και έπειτα κάποια αγωνία τους ξερνά και πάλι απ΄το εσωτερικό του επιβλητικού κτιρίου. Κάθε τόσο κάποιος απ΄τα πληρώματα τρέχει και ανακοινώνει τις σπουδαιότερες προσελεύσεις. Οι υπεύθυνοι των πληρωμάτων κάθονται ειρηνικά κάτω απ΄τους ίσκιους. Στο πλάι τους οι αρχηγοί, κάπως άβουλοι και τρομαγμένοι μετρούν τις ώρες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Força Barça»
“Οι νεαροί ποιητές”, γράφει σε κάποιο ποίημα ο Τζον Μπέρυμαν-μεταφράζω από μνήμης-”είναι σπάνιοι και γελοίοι, όπως ένας σοβαρά τραυματισμένος που ανακάμπτει”. Κάθε νεαρός ποιητής δηλαδή, προσπαθώντας να υπάρξει, να βγει στην επιφάνεια και να κερδίσει την θέση του στη ζωή, διεξάγει μια σπασμωδική πάλη ενάντια στην αφάνεια και τον “θάνατο”. Ίσως, είναι αυτή η άνιση μάχη με την αβέβαιη έκβαση που συντηρεί έναν από τους πιο ισχυρούς και ακλόνητους μύθους: αυτόν που λέει, πως ο καλλιτέχνης παρουσιάζεται ιδιαίτερος, “μυθικός” ή “υπερφυσικός” κατά τη νεαρή του ηλικία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωτήρης Παστάκας -Αποκαΐδια: Οι νέοι ποιητές»
Στιγμιότυπο από την θεατρική παράσταση Εσύ δεν μίλαγες έτσι
Τον Αύγουστο απαγορεύονταιοι ρητορείες και οι μακρηγορίες.
Χρειάζεται δόλος για να μπεις στο υποσυνείδητο του νωχελικού αναγνώστη.
Χρειάζεται μαεστρία και κουτοπονηριά.
Να αναμετρηθείς με τα τζιτζίκια που του κρέμονται σκουλαρίκια.
Σύντομες φράσεις, αμέτρητες τελείες, λέξεις κλειδιά και γοργό πόδι δολιοφθορέα.
Τα ίχνη του χάνονται στην ανηφόρα.
Στον χωματόδρομο της άγονης γραμμής. Γεωγραφικά. Διοικητικά και δημοσιονομικά.
Τήλος, 21η μέρα προσωρινής διαμονής.
Το κράτος είναι τυφλός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Σούκουλης, Εσύ δε μίλαγες έτσι»
Ο Γιώργος Κατσίμπαλης (1899 -1978) δεν ήταν οποιοσδήποτε, βέβαια. «Εμψυχωτής της γενιάς του ’30», «πατριάρχης της βιβλιογραφίας της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας», αυτός που φιλοδόξησε και όσο κανείς ενσάρκωσε το ρόλο του ισχυρού παράγοντα περί τα ελληνικά γράμματα στον καιρό του, και που κατά πως τα φέρνει η ζωή, (ἵνα μὴ εἴπω και η κορωνίδα της λογοτεχνίας, δηλαδή η ειρωνεία), έμελλε και να συναντηθεί με έναν τουλάχιστον, και δη αυτόν τον Καβάφη.
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.