Ηλίας Πετρόπουλος, Ένα πορτρέτο του κουτσαβάκη

Αρχείο 01/03/2015 -Της Κυριακής

fav-3

Ο κουτσαβάκης περπάταγε μονόπαντα και λικνιστικά, με ανασηκωμένο τον αριστερό ώμο, κουνώντας μόνο το δεξί χέρι. Βλέμα βαρύ και απροσδιορίστως απειλητικό...”

Ένα αυθαιρέτως τυποποιημένο πορτρέτο του κουτσαβάκη του 1890 θα μας έδινε τα παρακάτω στοιχεία:

Παρουσιαστικό. Ο κούτσαβος ήταν ψηλός και λεπτός. Στομάχι ποτέ. Μαλλιά αλειμένα με λίπα για να γιαλίζουν. Απαραιτήτως χωρίστρα κι ένα τζουλούφι στο μέτωπο, που έπεφτε μπρος στα μάτια. Ο ρεμπέτης για να ιδεί τον συνομιλητή του τράβαγε το τζουλούφη, κάνοντας μια χαρακτηριστική χειρονομία. Μουστάκια στριφτά, στημένα όρθια, χάρη στην μαντέκα. Ο κουτσαβάκης περπάταγε μονόπαντα και λικνιστικά, με ανασηκωμένο τον αριστερό ώμο, κουνώντας μόνο το δεξί χέρι. Βλέμα βαρύ και απροσδιορίστως απειλητικό. Φωνή βραχνή από το πολύ χασίσι. Σ’ όλο το κορμί αφανή τατουάζ. Ένα μικρό τατουάζ πάνω στη ράχη της παλάμης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ηλίας Πετρόπουλος, Ένα πορτρέτο του κουτσαβάκη»

Γρηγόρης Σακαλής, δύο ποιήματα

sakalis27.2.15

fav-3

Κοιμητήριο

Σκελετωμένα όνειρα
στο μυαλό μας λιμνάζουν.
Πέθαναν πρόωρα
άλλα πνίχτηκαν
άλλα αυτοχειριάστηκαν
κανένα τους δεν πήρε
σάρκα και οστά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, δύο ποιήματα»

Τιχομίρ, πύρινα ραγίσματα στη μαύρη πορσελάνη -ποίηση [2015]

Αρχείο 25.2.2015

fav-3

Θραύσμα

θυμάμαι το χρόνο να τεντώνεται
πάνω στους πίνακες του τοίχου
θυμάμαι την ησυχία να ορμά
απ’ τις ενώσεις των δαχτύλων
θυμάμαι το αιωρούμενο γαλάζιο φως
το εβένινο τραπέζι
την πορσελάνη
το κεφάλι πάνω στην πορσελάνη
το θαλασσί τραπεζομάντηλο

θυμάμαι εκείνους
σαν κάποιους που υποσχέθηκαν
να ξαναβρεθούν

fav-3

Το ακρωτήρι των σωμάτων

Αλέθοντας ο βράχος τα κορμιά
την αλήθεια τους αέρας θα σκορπίζει
μόνο το βλέμμα να ορθώνεται ψηλά
και να καλεί το χέρι που τ’ ορίζει.

Γάμπες στιβαρές και χαλαροί γλουτοί
δόντια και νύχια ευγνωμονούν
αιώνια εκεί να ξεδιψούν
με το θαλασσινό αλάτι
Κι εκεί να καρτερούν το θάνατο
να ‘ρθει να τους ξεμπλέξει
απ’ το προδοτικό αγκάλιασμα
δύσκολα να ξεδιαλέξει
μέλη δικά τους απ’ των άλλων
Γιατί ένα καιρό –το μόνο σίγουρο–
ανάμνηση θα γίνουν
όμοια με ανάγλυφα
της θάλασσας πιθάρια.

fav-3

Ο χορός των μαγισσών

Υψώνοντας και σκορπίζοντας πολύχρωμες κραυγές
κομίζοντας τη φωτιά στο βλέφαρο
οι μάγισσες διανύουν την υπόσχεση της νύχτας
κι ο καιρός κραταιός
κι ο καιρός στήνει και απλώνει απελπισμένα
το μαύρο υφαντό του
κρύβοντας την αλήθεια
προστατεύοντας εμάς και την αλήθεια
ανατρέφοντας εμάς
Ήμαστε τα παιδιά του χρόνου
και σα μέλλοντες φόνοι
συσπειρώνουμε τη σιγουριά μας
ενώ τ’ αστέρια αδημονούν
και φλέγεται η αλήθεια που σημαίνουν
φλέγεται και οι ρίζες της
πύρινα ραγίσματα στη μαύρη πορσελάνη.

Κι ενώ το σμήνος άπλωνε
στης νύχτας το χωράφι
κι έμαιναν οι πυρές που έστησαν
κάτω στο χωριό
ηχώ
θιάσου παιδικού που ανέτειλε
σε πορτοκαλί σοκάκι
αργά
αργά αναθυμούνται τα κλαδιά
στα κυπαρίσσια:

… και μ’ ένα τραγούδι σα σπαθί
… σα σπαθί θα διαπεράσει
… την ιστορία που θα πει
… και λέει η καμπάνα.

*
©Τιχομίρ
φωτο©Στράτος Φουντούλης

Γιώργος Σαραντάρης, Πού γελοῦσε καὶ δάκρυζε θυμᾶμαι [2015]

Αρχείο 22.2.2015 «Της Κυριακής»

fav-3

Ἄλλοτε η θάλασσα…

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Σαραντάρης, Πού γελοῦσε καὶ δάκρυζε θυμᾶμαι [2015]»

Θοδωρής Βοριάς, Στα πεζοδρόμια απόμειναν παπούτσια -ποίηση [2015]

Αρχείο 21.2.2015

fav-3

Φυλλοβόλο δέντρο

Στο φυλλοβόλο δέντρο μοιάσε,
τίναξε στον άνεμο τα κιτρινισμένα φύλλα
στο χώμα να σαπίσουν.

Κοίταξε το κυπαρίσσι και το πεύκο,
γερνάνε με τη σκόνη όλων των καημών τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θοδωρής Βοριάς, Στα πεζοδρόμια απόμειναν παπούτσια -ποίηση [2015]»

Στέλλα Δούμου, “όλα εδώ, γλιστρούν παρηγορητικά” -ποίηση

Αρχελιο 20/02/2015

fav-3
Οι Κήποι της Μονζέιρα

Όλα εδώ γλιστρούν παρηγορητικά
όπως νομίσματα σε πάγκο με ρετάλια
Οι σφυρίχτρες μερικές φορές δημιουργούν πανικό
τα ψάρια της Κυριακής είναι υπό έλεγχο
και ένα τρένο με καρτούνς επικοινωνεί με σήματα καπνού
Όπως έλεγα, όλα εδώ γλιστρούν παρηγορητικά
Στην Αβησσυνία λύθηκαν τα κορδόνια
ενός κατά συρροήν εκμαυλιστή Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλλα Δούμου, “όλα εδώ, γλιστρούν παρηγορητικά” -ποίηση»

Σπύρος Αραβανής, Πέντε ιστορίες [2015]

Αρχείο 13.2.2015

fav-3

Ένας κοινωνικός άνθρωπος συνάντησε τον εαυτό του ύστερα από χρόνια αυτοεξορίας στον κόσμο. «Σε περίμενα» του είπε, ανάβοντας νωχελικά το τσιγάρο του. Όταν πέθαναν, τους έθαψαν στο ίδιο σώμα. Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποιος είχε μιλήσει πρώτος.

fav-3

Ένας δημιουργικός άνθρωπος συνήθιζε να διαβάζει πάντα δύο-τρία ποιήματα πριν κοιμηθεί έτσι ώστε ένα μέρος του εγκεφάλου του να μένει ενεργά εστιασμένο στο πνευματικό του καθήκον, ενόσω το υπόλοιπο θα υπολειτουργεί. Κάποτε αυτός ο άνθρωπος έμεινε τυφλός. Και τότε έγραψε τα καλύτερα ποίηματά του.

fav-3

Ένας σοφός άνθρωπος είχε ως μότο του τη φράση: «Η χαρά και ο πόνος πρέπει να είναι αισθήματα ψηλαφιστά, να ξέρεις γιατί γελάς και γιατί κλαις· μόνο τότε θα βρεις την ευτυχία», την οποία συνήθιζε να επαναλαμβάνει καθώς φορούσε τα άσπρα του γάντια, πριν τον καθιερωμένο του απογευματινό περίπατο, καθότι γνωστός υποχόνδριος.

fav-3

Ένας ιδεολόγος άνθρωπος, όταν ήταν νέος, έφτιαξε μια μεγάλη αεροστεγή σακούλα και σφράγισε μέσα της όλες του τις αλήθειες. Όταν μετά από χρόνια την άνοιξε, τις βρήκε αναλλοίωτες· ο ίδιος όμως δεν κατάφερε να αναγνωρίσει καμία.

fav-3

Ένας άρρωστος άνθρωπος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ενός νοσοκομειακού θαλάμου. Για να περνά η ώρα του ζητούσε από τους επισκέπτες να του διηγούνται τι βλέπουν έξω από το παράθυρο, το οποίο βρισκόταν εν γνώσει του, στην πλευρά του ακάλυπτου.

*

©Σπύρος Αραβανής
φωτο©Στράτος Φουντούλης, πολλαπλό πορτρέτο αγνώστου 19ου αιών

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Ο βραστήρας

Αρχείο 12/02/2015

fav-3

Στο βορρά η μέρα ξημερώνει σαν νύχτα. Η πόλη ξυπνάει επειδή δεν μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη, σαν τις αρκούδες. Αλλιώς θα το έκανε. Η γυναίκα κάθεται στο παράθυρο και κοιτάζει το δρόμο. Ton sur ton τα γκρίζα και τα ασημιά. Σαν λέπια. Αποφασίζει να κατέβει στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Και μια σοκολάτα αμυγδάλου, μπορεί και ρυζιού. Αφήνει στο περβάζι την κούπα με τον καφέ της και ρίχνει πάνω της ένα πορτοκαλί σάλι με κρόσσια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Ο βραστήρας»