Πέτρος Κυρίμης, Η Μοναξιά του Έρωτα

Αρχείο 30/01/2012

Είκοσι έξι είκοσι εφτά χρονών πρέπει να ήμουνα εκείνη την Πρωτοχρονιά που ένοιωθα ποιο φτωχός και μόνος ακόμα κι από τον Λάζαρο του Ευαγγελίου.

Εκείνος ο έρωτας που κράτησε τρία χρόνια, τρία μαγικά καλοκαίρια είχε φτάσει στο τέλος του, δηλαδή μόνο από την πλευρά εκείνης, γιατί εγώ την αγαπούσα, θεέ μου πόσο την αγαπούσα ακόμα και έτρεχα από περίπτερο σε περίπτερο γιατί τότε στα σπίτια δεν είχαμε όλοι τηλέφωνα και ήτανε παραμονή Πρωτοχρονιάς και όλοι θέλανε να τηλεφωνήσουν και με σκουντάγανε να τελειώσω γρήγορα και από τα μάτια μου τρέχανε δάκρυα γιατί την παρακαλούσα να βγει για λίγο από το σπίτι της να την δω μόνο κι εκείνη ούτε ναι, ούτε όχι, κι έτσι έτρεχα στο άλλο πιο κοντινό περίπτερο μα κι εκεί τα ίδια και το βράδυ που ο χρόνος θα άλλαζε όλα τα σπίτια φωτισμένα και χαρές και τραγούδια από μέσα και την αγαπούσα, θεέ μου πόσο την αγαπούσα και λίγο πριν τα μεσάνυχτα περπατούσα χωρίς σκοπό μέσα σε έρημους δρόμους και ένοιωθα μέχρι τα βάθη της ψυχής μου την θλίψη που έχει κανείς όταν πιστεύει ότι όλοι είναι ευτυχισμένοι εκτός από εκείνον. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Η Μοναξιά του Έρωτα»

Βασίλης Τσιαμπούσης, Σάλτο Μορτάλε -απόσπασμα

Αρχείο 30/01/2012

Robert Motherwell, Elegy to the Spanish Republic

Εκδόσεις Μεταίχμιο

[απόσπασμα από το βιβλίο]

Το εστιατόριο «Ο Πλάτανος», ένα διώροφο πέτρινο χτίσμα, βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ το ρέμα που κατηφορίζει τον καταπράσινο λόφο. Κάθε λίγα μέτρα το νερό, αφρισμένο, πέφτει μέσα σε βαθιές γούρνες που το ίδιο σμίλεψε στους βράχους κι έπειτα ξεχύνεται προς τα κατάντη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Τσιαμπούσης, Σάλτο Μορτάλε -απόσπασμα»

Γιώργος Τζεβελεκάκης, δύο ποιήματα

Αρχείο 26/01/2012

Από τη συλλογή “Όπως τα πετρώματα“, Εκδ. Πλέθρον, 1986

Από τα μαλλιά σου μια λέξη
Έθαψα
Τι θ’ απογίνει τα χείλη
Στα χέρια μου ψηλά
Το κεφάλι
Ρωτιέται την αφίσα ακόμη
Και την προοπτική
Τα πράγματα
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Τζεβελεκάκης, δύο ποιήματα»

Γιώργος Τζεβελεκάκης, ποίηση

26/01/2012

Από τη συλλογή “Όπως τα πετρώματα“, Εκδ. Πλέθρον, 1986

Από τα μαλλιά σου μια λέξη
Έθαψα
Τι θ’ απογίνει τα χείλη
Στα χέρια μου ψηλά
Το κεφάλι
Ρωτιέται την αφίσα ακόμη
Και την προοπτική
Τα πράγματα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Τζεβελεκάκης, ποίηση»

Γιάννη Παναγιωτάκης, Η Διοτίμα και o Τόπος της Λήθης

Αρχείο 21/01/2012

Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε σκέφτηκε η Διοτίμα, το ταξίδι είχε ξεκινήσει με τις καλύτερες των προσδοκιών, ο τόπος της λήθης έπρεπε να βρεθεί…. Θεέ μου είπε, πόσο το έχω ανάγκη!! Ήξερε βαθιά μέσα της πως τίποτα λιγότερο δεν μπορούσε να νοηματοδοτήσει την ύπαρξη της, είχε μάθει τα τεχνάσματα του χρόνου, ήταν μύθος ότι μπορούσε να θεραπεύσει τις ρωγμές της ψυχής της, και έτσι συνέχισε το ταξίδι της με άδεια καρδιά και με ξεθωριασμένη ελπίδα πως κάπου παρακάτω ο τόπος της Λήθης θα την υποδεχόταν. Δεν θα ήταν αρκετή ώρα όταν εντελώς αναπάντεχα ακούστηκε μια φωνή να την καλεί με το όνομα της.. (Διοτίμα..Διοτίμα) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννη Παναγιωτάκης, Η Διοτίμα και o Τόπος της Λήθης»

Λίτσα Χατζοπούλου: Έκπτωτος άγγελος (μια μάλλον σκοτεινή ιστορία)

Αρχείο 09/01/2012

A noble heart will always love the rebel

Σε κάθε μυθολογία υπάρχει ένας αντάρτης· θεός ή ημίθεος στην αρχή, ύστερα μετονομάζεται σε δαίμονα – ίσως επειδή δεν καταφέρνει να επικρατήσει. Στην ινδική μυθολογία είναι ο Βρίτα, στην περσική ο Αριμάν, στην αιγυπτιακή ο Σηθ, στη σκανδιναβική ο Λόκι, στην ελληνική ο Προμηθέας. Όλοι τους συγκρούονται με κάποιον άλλον θεό από ζήλια ή εναντιώνονται στον άρχοντα των θεών, εποφθαλμιώντας την εξουσία του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λίτσα Χατζοπούλου: Έκπτωτος άγγελος (μια μάλλον σκοτεινή ιστορία)»

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Αρχείο 01/01/2012

Όταν διεγείρονται 

Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα.
Βάλ’ τα, μισοκρυμμένα, μες τες φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή,
όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
την νύχτα, ή μες την λάμψι του μεσημεριού. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Π. Καβάφης»

Ρούλα Αλαβέρα, Διέσχιζες τὴ συννεφιά, τὴν κάπνα τοῦ ὁρίζοντα

Αρχείο 30/12/2011

Διέσχιζες τὴ συννεφιά, τὴν κάπνα τοῦ ὁρίζοντα,
μὲ τὶς μεταλλικὲς χορδὲς νὰ συγκρατεῖς
τὰ ἀπέθαντα ποὺ μὲ σκληραγωγούσανε
καὶ μοῦ ΄κλειναν τὸ στόμα μὲ τσιρῶτο. Τὸ βούλωσα,
μιμήθηκα στὶς μύτες τῶν ποδιῶν νὰ φεύγω
Ἔμαθα-. ἔμαθα,
Μοῦ ΄μαθες, ἀνατροφή μου ἔδωσες, νὰ ντρέπομαι
καὶ νὰ λογοδοτῶ
στ’ ἀγέννητα καὶ στοὺς ἀποθαμένους Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ρούλα Αλαβέρα, Διέσχιζες τὴ συννεφιά, τὴν κάπνα τοῦ ὁρίζοντα»