Θανάσης Κ. Κωσταβάρας, Η αναχώρηση

Αρχείο 09/10/2015

fav-3

Ένας ένα φεύγουμε
Σαν να ξυπνάμε από ασυνήθιστο όνειρο.
Σαν ξαφνικά, να έχουμε βγάλει φτερά.

Μπαίνουμε σε άλλους ουρανούς.
Περνάμε άλλες θάλασσες.

Πάμε να συναντήσουμε τους χτεσινούς μας φίλους.

Μέσα από μαγικά τοπία Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Κ. Κωσταβάρας, Η αναχώρηση»

Άρης Γιανναράς, “Κι απ’ τις μακρινές στέππες που γευματίζει το μάτι βγήκαν” -ποίηση

Αρχείο 09/10/2015

fav-3

Ώτο

Ξαναρώτησα να σιγουρευτώ αν έχουμε αλλάξει πορεία
ενώ περάσαμε την ιερή αλάνα
με την αβεβαιότητα της αλλαξιάς που χει κολλήσει στο σβέρκο
και είσαι για λίγο φάντασμα στο δημόσιο χώρο

Ρώτησα τόσες φορές που τα πρόσωπα
αν δεν ήταν καταναγκαστικά έργα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άρης Γιανναράς, “Κι απ’ τις μακρινές στέππες που γευματίζει το μάτι βγήκαν” -ποίηση»

Ασημίνα Λαμπράκου, Νοτιοανατολικό βλέμμα [2015]

Αρχείο 5.10.2015

fav-3
ανενδοίαστα υπερβολικό

η νύχτα φορούσε λουλούδια στα μαλλιά
κι ένα τσιγάρο ντελικάτο στα δάχτυλα ανάμεσα

οδήγησε μια παλιά Σεβρολέτ στο δρόμο προς το
Κάϊρο
κι ευτυχώς! πάτησε εγκαίρως φρένο Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Νοτιοανατολικό βλέμμα [2015]»

Τσαμπίκα Βασιλειάδη, “Η σιωπή μου ορκίστηκε άνυδρη” -ποίηση [2015]

Αρχείο 25.9.2015

fav-3

ΔΕΝ ΑΝΗΚΩ ΠΟΥΘΕΝΑ

Δεν ανήκω πουθενά.
Δεν με χωρά ο τόπος,
όπου σταθώ κι όπου βρεθώ περισσεύω.
Δεν έχω λιμάνι,
μα εφήμερα στέκια
που μεθώ με αναθυμιάσεις απ’ την κόλαση.
Τόσα κτίρια, τόσοι τοίχοι
κι εγώ πλανιέμαι κάπου στο σύμπαν άστεγη.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τσαμπίκα Βασιλειάδη, “Η σιωπή μου ορκίστηκε άνυδρη” -ποίηση [2015]»

Χρήστος Τσαγκάρης‏, “σε κάποιο φίλο με αναιμικό ειρμό” -ποίηση

Αρχείο 21/09/2015

fav-3

Ανδρόνικος Παλαιολόγος

Νιώθω ακόμα τον πόνο από το πυρωμένο ραβδί . Λες και ο δήμιος το κρατά μπροστά στα μάτια μου. Μυρίζω τις στάχτες. Ακούω ακόμα τη φωνή: « Ό, τι και να συμβεί, μην φοβηθείς. Να ξέρεις ότι θα γίνει έτσι που δεν θα χάσεις το φως σου…». Μήτε τα οράματα του μισοσκόταδου καταδέχονται να γεμίσουν τα άδεια μου μάτια. Γονατίζω και τα χέρια μου περιφέρονται στο πάτωμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Τσαγκάρης‏, “σε κάποιο φίλο με αναιμικό ειρμό” -ποίηση»

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία [2015]

Αρχείο 19.9.2015

fav-3

Στο Θωμά Κοροβίνη

Ι
Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία:
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα,
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Και ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια στις καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία [2015]»

Δημήτρης Καλοκύρης, Διασταυρώσεις [2015]

Αρχείο 18.9.2015

fav-3

0Πρόναος

Ναοί ξυλόστεγοι, θολοσκεπείς, ενίοτε πλακόστρωτοι
συνήθως όμως ορθογώνιοι
από σκυρόδεμα οπλισμένο και γυαλί
με ανοδιωμένο αλουμίνιο
και χωνευτό ατσάλι, κυκλοτερείς
τρίκογχοι ή τετράκογχοι, οκταγωνικοί
πολύκλιτοι, τρουλλαίοι, με ψευδοροφές
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Καλοκύρης, Διασταυρώσεις [2015]»

Χρήστος Μαρτίνης, “αυτοί κινούσαν κι έκαιγαν πετροχτισμένες στάνες” -ποίηση [2015]

Αρχείο 17.9.2015

fav-3

Στον Φάνη

”για χάρισε και με, 
μπιρμπιλομάτα μου σε κλαίν τα μάτια μου,
για χάρισέ και με, ένα απ τα παιδιά μου”
Παραδοσιακό Τραγούδι Χρυσόβιτσι Μαντινείας

 

Αποβραδύς κατάραχα μέσα στη μαύρη ελάτη    εστρατοπέδεψε στρατός     πενήντα σπαθαρέοι

όλοι χορεύουν τραγουδούν κι ένας μιλιά δε βγάζει     μονάχα το τουφέκι του βαστά και συγυρίζει,     πάνω στο γιαταγάνι του περνά την άσπρη πέτρα

Τι ‘ναι ωρέ πολεμιστή και σύ μιλιά δε βγάζεις    έχουμε τρία τέρμινα που βγήκαμε στη στράτα

κι όσα χωριά κι αν κάψαμε, ‘συ καίγεις άλλα τόσα     κι όσα κεφάλια πήραμε δε βγαίνουν στα δικά σου

Κι έδωκεν την απόκριση χωρίς να τους κοιτάζει     μονάχα η σπάθα νάστραφτε απ’τις πυρές μπροστά του

Αφήστε ‘μένα να κρατώ τη λάμα τροχισμένη     κι άμα θα βρίσκω χριστιανό ευτύς να τον θερίζω     κι άμα θα μπαίνω σε αυλή τη φλόγα να φυτεύω

Γιατί περνούσαν οι οχτροί κι απ’ τα δικά μας μέρη   όταν τους είδε το χωριό μαντάλωσε τις πόρτες

αυτοί κινούσαν κι έκαιγαν πετροχτισμένες στάνες     με τ’ άλογα ξεπάτωναν το φυτεμένο κάμπο

Ύστερα ‘στείλαν μπιστικό να δώσει το μαντάτο     κι  αυτός εστάθηκε ορθός στη μέση της πλατείας    φέρνοντας το παράγγελμα τον οργισμένο λόγο

πως αν δε θέλαν να κάει στη ρίζα το χωριό τους     άμα δε θέλαν να χυθεί το αίμα μες στις στέρνες

να μείνουν μάνες έρημες δίχως μωρά στα χέρια     τότες να δώσουνε εννιά αμούστακα αγόρια     για να τα πάρουνε μαζί να γένουν σπαθαρέοι.

Απόμειναν οι προύχοντες κοιτώντας την πλατεία     τα μάρμαρα τα γιασεμιά τις βρύσες από πέτρα

το πρώτο το πλατάνι τους τις άγιες εικόνες     και στα κρυφά μετρούσανε τ’ αγόρια του χωριού τους

Κι ήταν μια μάνα έρημη με άντρα πεθαμένο     μ’ ενννιά αμούστακα παιδιά κορίτσι ούτε ένα   μαζεύονται οι προύχοντες και βγάζουνε μια γνώμη     απ΄το να κλαίν μάνες εννιά κάλλιο να κλαίει μία

Της παίρνουν τα εννιά παιδιά τα δένουν και τα στέλνουν     τα οκτώ τα δέσαν με σκοινιά τα στείλαν με τα πόδια     το ένατο που ‘σαν μωρό το στέλνουν με γαιδούρι     και δένουν τα χεράκια του μ’ένα κλαδάκι δυόσμο

Τρέχει ξοπίσω η μάνα τους αχολογάει κλαίει     κράζοντας κόρακα φωνή με άσπρα ξέπλεκα μαλλιά    στης εκκλησιάς το πρόθυρο σκύφτει γοργά και μνέει:

Χαροντα Πικροχάροντα και άρχοντα του τόπου    χαλάλι σου ο άντρας μου γονιοί κι όλα τα αδέρφια    χαλάλι σου και τα παιδιά που παίρνεις μακριά μου

Μονάχα κράτα την ευκή και βάλτη να δουλέψει     μια μέρα ο μικρότερος να ‘ρθει ξανά σαν Χάρος

σαν θεριστής και σαν σεισμός σαν Άρης σαν τυφώνας     για να τσαπίσει το χωριό μέχρι την πρωτη ρίζα     και να σκορπίσει ολόγυρα θειάφι και μαύρη πίσσα

Στάχτη και ζόφος ν’ απλωθεί απάνω στ’ όνειρό τους

Είπεν αυτά ξεψύχησε και τα παιδιά πηγαίναν.

Ο πρώτος πέθανε οφτίς το άλλο μεσημέρι     ο δεύτερος μαγκώθηκε στου Παρνασσού τα δίχτυα     του τρίτού θρόισε η ψυχή στης Λάρισας τα στάχυα     τον τέταρτο τον ρούφηξαν οι λάσπες της Χαλάστρας     ο πέμπτος επλακώθηκε μες στ’ αγιασμένα Τέμπη    ο έκτος και ο έβδομος ξυλιάσανε στη Θράκη     ο όγδοος επνίγηκε μέσα στον Μαύρον Έβρο

Κι έμεινα εγώ ο ένατος ο θεριστής ο Χάρος     που θα τσαπίσω το χωριό από τη πρώτη ρίζα    και θα σκορπίσω ολόγυρα θειάφι και μαύρη πίσσα

Στάχτη και ζόφος θ’ απλωθώ απάνω στ’όνειρό τους”

Αυτά ‘πε και σταμάτησε

Κανείς δε έβγαλε μιλιά δεν τόλμησε κουβέντα     Μονάχα η πέτρα τρόχιζε απά στο γιαταγάνι.

*

©Χρήστος Μαρτίνης
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Post box -Antw