Άρης Γιανναράς, “Κι απ’ τις μακρινές στέππες που γευματίζει το μάτι βγήκαν” -ποίηση

Αρχείο 09/10/2015

fav-3

Ώτο

Ξαναρώτησα να σιγουρευτώ αν έχουμε αλλάξει πορεία
ενώ περάσαμε την ιερή αλάνα
με την αβεβαιότητα της αλλαξιάς που χει κολλήσει στο σβέρκο
και είσαι για λίγο φάντασμα στο δημόσιο χώρο

Ρώτησα τόσες φορές που τα πρόσωπα
αν δεν ήταν καταναγκαστικά έργα
θα ήταν τσουλήθρα στην πλάτη της κόμπρας
κουφάλες σαλιωμένες σα ψωμιά
από τις ευκαιρίες εγκατάλειψης που δεν ετελεύτησαν
ζυμωμένες ξανά στο στόμα των ευχαριστημένων εραστών
χωρίς τυρί, αφημένες στο σκοτάδι και την υγρασία
μπας και το φτάσουν

Τα δέντρα ήταν μέσα βαθιά
σφιγμένες λευκές καμάρες που αλέθουν το νερό
και δείχνουν με καμάρι το αλέυρι
σε μια κλειστή σκηνή
τόσο απλή που ο γιατρός πισωπατάει

Τα σπήλαια σα φανάρια καλούν
σαν αποτελειωμένοι μονομάχοι βγάζουν πλάσμα-είναι σοβαρό
Που έτρεξαν και γέμισαν ρουθούνια χοντρά
να τους συναντήσουν πάνω στη λεωφόρο

Και τ‘ αυτιά μπορούν να κοιμηθούν
όπως οι νησίδες μπορούν
μέσα σε απλόχωρους ελιγμούς κυμάτων
χωρίς ανθρώπους
βαθιά στον Ειρηνικό

Όσα κυπαρίσια στέκουν, περνάνε γρήγορα
Είναι μέσα στο νερό οι ρίζες τους
που περιμένει ανέσπερο
και καταπλακώνεται απ το βάρος του

Το γεύμα είναι έτοιμο
ψιλοκόβεται και φουσκώνει το δέρμα τους απ το βραστό νερό
Οι βιταμίνες τους έχουν μυθολογική σωτηρία
και κάνουν θολά λειβάδια για να κάτσει κανείς
αφού στο αυτοκίνητο ξάπλωσε η κοινοτυπία

Εκεί, μόνο εκεί για απόψε
Στα κάθετα λειβάδια της Μάκρης
σε θυμάμαι και δεν ακουμπιόμαστε
και κόβουν τα σχοινιά μας τα διερχόμενα παράθυρα
και σχηματίζεται μια μεγάλη τζαμαρία
και οι σάρκες ζεστές κουβέρτες
κι εμείς αγρότες, κρατώντας τις οξιές.

fav-3

Λιβονία

«Ποιον θα πάρουμε;»

Τα δόντια του ήταν καλαμποκένιo δώρο του 1915
το πόδι έφυγε και ξαναπήγε στη θέση του
κάτω από το άλογο

Κι απ’ τις μακρινές στέππες που γευματίζει το μάτι βγήκαν

Ήταν κουλάκος όμως
χαμερπής και με επιδέξιο χέρι για ό,τι έπεφτε από τον ουρανό
μια πονηρή ομπρέλα
που ξανάβαζε τη βροχή στο κατάστρωμα

Ομορφιά είχε όποιο πλάσμα κοίταζε με το κυάλι
αμνηστευμένο απ τη βαρύτητα
κι είχε βρει κάτι να πει μέχρι να φτάσει στη γωνία

Έβρεχε όσο χρειαζότανε τις παλάμες του

«Ζντέτσκι έχει στάρι να του βάλουμε απ τη μύτη;»

Σκεφτόταν την αρχοντιά του γκρίζου πελάγους και την όμορφη κοπέλα
ήταν κάτω από την αψίδα της μασχάλης τους
και κοιτούσε κοντά
που τον έγειραν κι έψαχναν με χέρι μαίας
κάποιο παλμό ευτυχίας να ξεγεννήσουν
Την ιδανική απουσία αναζητούσε
σαλιώνοντας το παλιό του κατάστιχο

Τα ιδανικά μάτια που τους ζεσταίνεται η πλάτη
από τις σκηνές με δυο σκιές των άλλων
Να φύγουν ήθελε μες την αγύριστη κακομαθησιά
και να τον αφήσουν ήσυχο
στο όρυγμα με τα ξύλα
αυτό το αόρατο πάτημα ηλιθιότητας κι ελευθερίας
που ισορροπεί πάνω σε σκοπέλους

Αλλά έχει γίνει σκοτεινό καφέ και μαύρο
το πτιελοδοχείο απ αυτό το στόμα
γλίστρα κροκοδείλων με παλτά
στα χελωνόμορφα νησιά της Σουηδίας το χειμώνα

Πίσω απ τις λασπωμένες μπάλες
που ήταν φερτές και πέτρινες στην Εσθονία
έπαιζε με την ιδέα του καλέσματος
κι έκανε κύκλους γήινους
σαν άφτερο γεράκι

Μια παλιά παραχωμένη χανσεατική σφραγίδα κάπου μέσα του
ήταν ξύλο που ακόμα μοιάζει να αιωρείται
στα λυγισμένα σπαρτά
Το τευτονικό του αίμα είχε ακόμα αλάτι και καθόλου άλγη
στο δρόμο για τη βαθιά Ανατολή

Έπρεπε απ τα κωνοφόρα και τους λύκους στο καπηλειό να σπρωχτεί
Της λύκαινας το χάδι να νιώσει έξω, ανακαθιστός, μισομεθυσμένος.

fav-3

Οι λόφοι κατεβαίνουν στη Σάντα Κρούζ

Οι λόγοι που οι λόφοι
κατεβαίνουν στη Σάντα Κρούζ
είναι χρώματα σαλιωμένα στα βράχια των σπηλαίων

Η χαρά που το μονόξυλο έφτασε μέχρι την Aυστραλία
και τα πλεκτά μπανιερά γέμισαν χώμα στα βαθιά φαράγγια.

Στα πυκνά δάση μέχρι η θάλασσα να ξαναφανεί
το βλέμμα έγινε στεριανό
έτοιμο περιμένει τη γη
που ακάθεκτη βλασταίνει

Εισβάλλω από μακριά
αγκαλιάζοντας την τέλεια μητέρα
ένα ξερικό χώμα όταν φυσάει
ενώ ακόμα δε μιλάω σε κανέναν

Σκουπίζω κάπου μέσα
βλέποντας κομμάτια σεκόγιες
κι ανησυχώ για τη μέση μου
αν θ αντέξει

Τ απόγευμα θα πάρω τον εαυτό μου
θα τον τραβήξω έξω
-μακάρι να κατεβαίνω σκάλα-
πιο ακατάδεχτος και πιο γκρινιάρης από ντόπιο
επειδή θέλω όλο αυτό το μπλέ που κρυφοκοιτάζω
να το βάλω στο σωστό μέρος της καρδιάς μου
αφού παρέκαμψα τη στάση
και ξαναβγήκα από επιλογή, στα προάστεια.

Για να χω πάλι βουνό και θάλασσα να με προσέχουν
όταν καυχιέμαι, πως καταλαβαίνω τους ανθρώπους.

*
©Άρης Γιανναράς
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε