Ασημίνα Λαμπράκου, τ᾿ ἄνθη ἀνοίγουν τὸ μοναδικὸ παράθυρο(¹)

(ειδάλλως: ονόματα αφορμή σκέψεων για το «εις μνήμην», τελικά)

είχα, θυμάμαι, λάβει μια πρόσκληση να συμμετέχω σε ένα αφιέρωμα για τον Καρούζο χάρηκα και το άφησα να φανεί
σύντομα ωστόσο και κατά το ό,τι με χαρακτηρίζει, γέμισα αμφιβολίες αν και πώς θα τα κατάφερνα
όμως, πριν καν προλάβω να κάνω την ανησυχία λόγο, είχα σκαρώσει δύο ποιήματα
τα ονόμασα «συνομιλίες»
σε δεύτερη ματιά, αλλάζω τον τίτλο σε «αντινομίες» καθώς μάλλον του αντιμιλώ όπως τον κουβεντιάζω Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, τ᾿ ἄνθη ἀνοίγουν τὸ μοναδικὸ παράθυρο(¹)»

Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης, Ίχνη φωτός ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Βακχικόν

Προορισμός

Το ξέρω κουράστηκες…
Θέλεις απλώς να κοιμηθείς
έναν ύπνο δίχως όνειρα.
Δίχως εφιάλτες…
Αόρατος αν μπορούσες θα γινόσουν.
Απαλλαγμένος απ’ της ύλης τα δεσμά.
Ατάραχος και ανέμελος
θα περιπλανιόσουν…
Από σπίτι σε σπίτι.
Από άστρο σε άστρο.
Χωρίς σκοτούρες.
Χωρίς σκοπό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης, Ίχνη φωτός ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Γιάννης Αθανασόπουλος, Εγκαίνια ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις, 2021

― εκτελέστηκαν
Και ολημερίς και ολονυχτίς στήθηκαν παρακλάδια για να σταθούν προπύλαια γερά και
σαστισμένα
ερμητικά σαν το νερό που στέκει παγωμένο
και
δυνατά στα ονείρατα αυτών που δεν κοιμούνται.
Κατά σειρά και καθ’ ομοίωση ποτίσαν αναμνήσεις
να εκτελεσθούν, να μη δοθούν,
να μακροημερέψουν.

*

― τα σημεία
Δυσκολεύομαι με τα σημεία στίξης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Αθανασόπουλος, Εγκαίνια ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Λεωνίδας Καζάσης, Κόπους ατέχνων απεμπολώ

Δολιχό ήττας θρόϊσμα
ταλάνιζε την σκέψη,
κάννες και υποκόπανοι
όμηρο με κρατούν,
μα δεν λογίστηκα ποτέ
της έπαρσης την στέψη,
θωπευτικά δεν ακουμπούν
μονάχα οι νικηταί.

Της αντοχής υπεροψία,
ντύμα της ήττας γιορτινό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Κόπους ατέχνων απεμπολώ»

Ντέμης Κωνσταντινίδης, θολό νερό χωρίς βυθό

Το χάπι

Ποιοι τυχεροί ταξιδεύουν με εκείνο το κρουαζιερόπλοιο,
κι εμείς καρφωθήκαμε σ’ έναν ερημότοπο;
Φριχτή! Φριχτή επαρχία.
Σαν φάρσα καρυωτακική κυλά ο χρόνος.
Σαν μέρα της μαρμότας.
Όσο και να το χρυσώνεις, αυτό το χάπι δεν καταπίνεται.

*

O άστεγος

Ο άστεγος εγκατέλειψε τη γωνιά του.
Πήγε να διαλαλήσει αλλού την ερημιά του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ντέμης Κωνσταντινίδης, θολό νερό χωρίς βυθό»

Καίτη Παυλή, Ποτέ ξανά πια

σχέδιο ©Σοφία Τζίμα

Ποτέ ξανά πια*

Τώρα που το δωμάτιο γυμνό και σκοτεινό
Τώρα που και το σπίτι ολότελα αδειανό
Κι αυτό απέναντι το καφενείο μας
« Συνάντηση», έρημο και κατάκλειστο
Γερμένος στο παράθυρο τι περιμένεις;

Ποιο κρύο χέρι τις αναμνήσεις και τα όνειρα
και τη ζεστή ακόμα ανάσα πίσω σου
έσβησε και παγώνει ξαφνικά και Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παυλή, Ποτέ ξανά πια»

Γωγώ Πονηράκου, Έξζιτ ―Από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Γωγώ Πονηράκου, Έξζιτ, εκδόσεις (poema..), Κορώνη Μεσσηνίας 2021

Υπαινικτική  απόδραση
«Τις πιο οριστικές αλήθειες / τις μοιράζομαι με ξένους, / γιατί / ευθύβολα μάτια και / θαρρετά αυτιά / Μετά μετανιώνω, / έγιναν αμέσως / δικοί μου / – Σαν / τους φόβους – / Αλλά, / για λίγο, / όσο έμοιαζαν ερευνητές, / που παρατηρούν / το άγνωστο πλάσμα, / μπόρεσα να πω / το ακριβές που είχα στο μυαλό μου / και να το φτύσω / στο κέντρο της παλάμης / σαν μπουκιά που μου / κάθησε / στον λαιμό.»

Η Γωγώ Πονηράκου εμφανίζεται με την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τον ιδιαίτερο αγγλόφωνο τίτλο Έξζιτ, που σε ελληνική μετάφραση σηματοδοτεί την έξοδο. Και είναι αλήθεια, πως η ανάγνωση της ποίησης της Πονηράκου οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα αναπόδραστο τέλος που εμφορείται, ωστόσο, από τον πόθο του ποιητικού υποκειμένου, να αναγεννηθεί, ως φοίνικας από τις στάχτες του. […] «Τη μαγιάτικη μέρα που/ ξαναγεννήθηκα κανείς σας δεν αγκάλιασε/το νέο πλάσμα, από εξαιρετική άγνοια,/βολική θαλπωρή και μαραμένη υποκρισία./Εμείς παρόντες γιορτάσαμε τη γέννησή μου/με λίγα τσιγάρα, καφέ και κινέζικο φαγητό…», Υπερεαλιστική αφήγηση, αντίστοιχες εικόνες και ζωηρές περιγραφές ντύνουν φωτογραφικά σχεδόν τους στίχους της ποιήτριας, καθώς η υπαρξιακή αναζήτηση εισβάλει στις κοινωνικές νόρμες και στηλιτεύει το αστικό τοπίο και την γκρίζα ακαμψία των κατοίκων του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γωγώ Πονηράκου, Έξζιτ ―Από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»