Οδυσσέας Ν. Καρίσης, Ο φούρναρης από την Κω

arxeio30-9-16

fav-3

Το καλοκαίρι, το πρωί στην  πλατεία Καζούλη, στο κέντρο της πόλης της  Κω,  ο αέρας  είναι φορτωμένος με άρωμα τυρόπιτας και μπουγάτσας από  το ζαχαροπλαστείο Άριστον  του Τσιβρινή – λειτουργεί  απ’  το 1952- και το απόγευμα  στην ατμόσφαιρα, ανεβαίνουν  μυρωδιές ψημένου κρέατος  από τα διάσπαρτα σουβλατζίδικα.  Ο ήλιος ψήνει από το πρωί ψωμί. Το καλοκαίρι μοιάζει με  κυριακάτικο   απόγευμα, όταν ο ήλιος δύει, δυτικά και βάφει τη Λεωφόρο των Φοινίκων με το Μεσαιωνικό Κάστρο, και γίνεται κατακόκκινο απ’ τα πολλά παρατεταμένα βασιλέματα με τις μακριές γραμμές φωτός,  όταν γρατσουνίζουν τη σιωπή και με τη θολή ζέστη των αναμνήσεων, σπρώχνουν το χρόνο, αργοπορημένα να τον πάρουν μαζί τους, ζαλισμένος όπως είναι από το ούζο και το φως. Απογεύματα του Θεόκριτου, χωρίς χρόνο, αλλά με φως χυμένο όπως το γάλα, ή την ξανθιά μπίρα  πάνω απ’ τα νησιά.

Διαβάστε περισσότερα-

 

Κωνσταντίνος Μάντης: Yves Bergeret «Ο διπλανός σου στο λυκόφως»

Αρχείο 24/10/2016

Να μπεις στο βλέμμα του,
να δεις το βλέμμα του:
ένας αλλότριος ουρανός,
που δεν υποπτευόσουν τους ανέμους, τα άστρα
ή έστω το όνομά του,
σκεπάζει την ταράτσα όπου κάθεσαι.

Δες, αυτός που κάθεται πλάι σου
ξαπλώνει συγχρόνως στη νύχτα
κάτω απ’ τα δέντρα κάποιου λόφου,
που μπορείς ακόμα να μαντέψεις στον ορίζοντα,
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Yves Bergeret «Ο διπλανός σου στο λυκόφως»»

Γιώργος Αναγνώστου: Ακαδημαϊκό, Μονοφωνικό

Αρχείο 22/10/2016

favicon

Κάπως για να αιτιολογήσει την συγγραφική του απραξία. Κάπως για να την πικάρει που επιμένοντας στην γραφή γέρασε (έτσι νόμιζε). Κάπως για άλλους λόγους (άγνωστους). «Με βιβλία θα αλλάξουμε τον κόσμο»; την προκάλεσε. Αυτήν, την προσκαλεσμένη, μεταξύ μαρτίνι και μοχίτο στο πάρτι του, under the belt. Της ήρθε αναπάντεχο, υπόκωφο τσεκούρι με φόντο ραφιναρισμένα ράφια ακαδημαϊκού (θεωρία, λογοτεχνία, δοκίμια). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Αναγνώστου: Ακαδημαϊκό, Μονοφωνικό»

Σελάνα Γραίκα, Έτσι υπάρχεις τρελός

Αρχείο 21/10/2016

favicon
Έτσι υπάρχεις τρελός;
Μια σπίθα, μια φράση
κι ο σκοτεινός σου εαυτός
-αυτός που θαρρείς
πως κάποτε πέθανε·
και πλέον δεν είναι-
περπατάει σκυφτός,
πιο δυνατός, από πριν, επιστρέφει
στης ψυχής τον ανάστροφο Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σελάνα Γραίκα, Έτσι υπάρχεις τρελός»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού

Αρχείο 20/10/2016

fav_separator

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού εμφανίζονται για τελευταία φορά φέτος στην πλαζ με ζακετάκι στην τσάντα τους, χρωματιστά παρεό και βαμμένο πρόσωπο. Διώχνουν κομψά τα ίχνη του φθινοπωρινού ιδρώτα που κατακάθισε πάνω τους στη διαδρομή από το σπίτι ως  την παραλία και κάνουν σαν να μην συνέβη τίποτε. Στη ζωή τους, στη μέρα τους, στον κόσμο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού»

Δημήτρης Καλοκύρης, Διασταυρώσεις

arxeio30-9-16

fav-3

0. Πρόναος

Ναοί ξυλόστεγοι, θολοσκεπείς, ενίοτε πλακόστρωτοι
συνήθως όμως ορθογώνιοι
από σκυρόδεμα οπλισμένο και γυαλί
με ανοδιωμένο αλουμίνιο
και χωνευτό ατσάλι, κυκλοτερείς
τρίκογχοι ή τετράκογχοι, οκταγωνικοί
πολύκλιτοι, τρουλλαίοι, με ψευδοροφές
έμπλεοι φώτων και μελωδικών αόριστων διαχύσεων, ναοί
κράτος εν κράτει ο καθένας αυτοδύναμο

Διαβάστε περισσότερα-Continue reading

Γιώργος Μπουγελέκας, “…στη γειτονιά σου και ν’ αφήσεις ένα δάκρυ”

Αρχείο 19/10/2016

fav-3

Βόλτα

Ήθελα να πάμε πάλι μια βόλτα.
Να βγούμε στην Ομόνοια και να σε κρατώ απ’ το χέρι.
Ν’ αναζητήσεις τους πίδακες και ν’ απορείς.
Ν’ ανέβουμε την Πανεπιστημίου και να μη βρίσκουμε
το Ρωσσικόν, το Σινεάκ, το Ιντεάλ.
Να ζήσουμε τον εφιάλτη της στοάς και ν’ αναζητήσουμε τις αόρατες τσάντες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Μπουγελέκας, “…στη γειτονιά σου και ν’ αφήσεις ένα δάκρυ”»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η μπαλάντα του λιμανιού

Αρχείο 18/10/2016

fav-3

Δεν φορούσε επίκρανα
δεν τόνιζε την ελληνικού
τύπου ομορφιά της..
Ήταν ένα θέαμα σπαραχτικό
η Κάρμεν
με το φουστάνι της σκισμένο
με μια κατακόκκινη σταγόνα
γύρω και μες στα μάτια της.

Ήταν παράξενο, κυβιστικό εκείνο τ΄απόγευμα. Μεγάλα πλοία του ισπανικού, εμπορικού στόλου συνοστίζονταν στις προβλήτες. Οι δεξαμενές, τα ρυμουλκά, οι συντηρητές των υφάλων, όλοι εργάζονταν πυρετωδώς. Πάντα με τον λιμανίσιο τρόπο τους. Περήφανα παιδιά που κάθε τόσο έπιαναν το τραγούδι σκαρφαλωμένα στα σώματα των πλοίων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η μπαλάντα του λιμανιού»