Ασημίνα Λαμπράκου, η Αλίκη στη χώρα των τραυμάτων

Αρχείο 22/06/2016

favicon
Οι άνθρωποι πάσχουν (σ)τον εφιάλτη να τους καταπιεί η γλώσσα τους και βρεθούν νεκροί διπλωμένοι στη σάρκα της· ψαλίδισα τις λέξεις μου· τους έδωσα σχήμα στρογγυλό κι οξύ· με το χαρτί τους έφτιαξα λουλούδια· θα τα φύτευα στο χώμα του κήπου· θα γινόμουν η ας πούμε γυναίκα φυτευτής· η φυτεύτρα· όταν θα περνούσα την αυλόπορτα·  όσο θα κρατούσα το κάγκελο του φράχτη θα ήμουν η διεισδυτική ματιά του άντρα· διέσχισα το κατώφλι του κήπου· όρμησαν να με υποδεχτούν οι ένοικοί του· κορμιά τριανταφυλλιάς· διψασμένης· σκύλοι· τα χέρια των δέντρων· φωνές κισσών· ο άνθρωπος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, η Αλίκη στη χώρα των τραυμάτων»

Χρήστος Τσαγκάρης, Να κάνουμε τον νεκρό να μιλήσει…

Αρχείο 21/06/2016

fav-3

Ο ήλιος άπλωσε όπως οφείλει τη μέρα πάνω από το κτήριο.
Χρειάζεται να ταλαιπωρηθείς στον δρόμο ώσπου να ανακαλύψεις την πόρτα.
Και έπειτα να αποκρυπτογραφήσεις τον δρόμο πίσω από την πόρτα.
Να ανέβεις ένα μικρό βουνό από χώμα. Δεμένο και εκείνο με κλαδιά.
Κάπου εκεί ανοίγεται το πλάτωμα. Η είσοδος με τα αγάλματα έχει πια κρυφτεί.
Οι κολόνες χάνονται πίσω από τις σκάλες. Τους λείπει άλλωστε ο στολισμός.
Το κτήριο είναι ένας σκελετός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Τσαγκάρης, Να κάνουμε τον νεκρό να μιλήσει…»

Κωνσταντίνος Μάντης: Κατερίνα Γώγου [Καμιά φορά]

Αρχειο 20/06/2016

fav_separator

Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά σιγά
και μπαίνεις. Φοράς άσπρο κάτασπρο
κουστούμι και λινά παπούτσια. Σκύ-
βεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου
72 φράγκα και φεύγεις. Έχω μείνει
στη θέση που μ’ άφησες για να με ξανα-
βρείς. Όμως πρέπει νά ‘χει περάσει πο-
λύς καιρός γιατί τα νύχια μου μακρύ-
νανε κι οι φίλοι με φοβούνται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Κατερίνα Γώγου [Καμιά φορά]»

Fernando Pessoa, Εκείνες τις αργές και άδειες ώρες…

Αρχείο 19/06/2016

favicon

Αγαπάω, τα αργόσυρτα καλοκαιρινά βράδια, την ησυxία της κάτω πόλης, και προπάντων την ησυxία που η αντίθεση την κάνει ακόμη εντονότερη στα μέρη που την ημέρα σφύζουν από κίνηση. Η Ρούα ντου Αρσενάλ, η Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι θλιβεροί δρόμοι που εκτείνονται προς τα ανατολικά, μετά το τέρμα της Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι έρημες αποβάθρες σε ευθεία γραμμή, όλα αυτά με ανακουφίζουν από τη μελαγχολία μου, αν κάποιο από εκείνα τα βράδια εισxωρήσω στη μοναξιά των διαδρομών τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Fernando Pessoa, Εκείνες τις αργές και άδειες ώρες…»

Σωτήρης Παστάκας, Αποκαΐδια: Ενύπνιον Παραλογοτέχνου

Αρχείο 17/06/2016

fav_separator

«Μόνο οι παραλογοτέχνες μιλάνε για κυκλώματα», λέει ο Γιάννης Κοντός στο «7» νούμερο 273 της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας στις 11/2/2007 στη Σταυρούλα Παπασπύρου. Το Microsoft Word αναγνωρίζει αμέσως τα κυκλώματα, αλλά κτυπάει κόκκινο στη λέξη παρα…μη! Κτύπησε ήδη κόκκινο δυο φορές παρόλο που το πρόσθεσα στο λεξικό. Θα δοκιμάσω άλλη μία: τις τελευταίες νύχτες ξυπνάω κάθιδρος από το μόνιμο πλέον εφιάλτη πως έχω στήσει το δικό μου κύκλωμα, και με ζώνουν τα φίδια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωτήρης Παστάκας, Αποκαΐδια: Ενύπνιον Παραλογοτέχνου»

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Ταυτότητα ή Έμβρυο σε αποσύνθεση

Αρχείο 16/06/2016

fav_separator

ΕΓΩ:

Είμαι εγώ
μ’ όλα τα ονόματά μου
στο σκοτεινό δωμάτιο
στις ράγες του τραίνου
στριφογυρνώ
γύρω γύρω γύρω
καρουζέλ Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Ταυτότητα ή Έμβρυο σε αποσύνθεση»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: London kills me

Αρχείο 16/06/2016

favicon

Όλη τη νύχτα έβρεχε.
“Πάντα βρέχει στο Λονδίνο”, μου είπε και πήρε μια ροζ λίμα από το τραπέζι της.

“Τι την θέλεις τη λίμα”; Τη ρώτησα. “Εσύ δεν κάνεις ποτέ μανικιούρ”.

“Είναι για να μην σε γδέρνω όταν σε χαϊδεύω”, απάντησε και κάθισε σε μια περιστρεφόμενη πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο.

Κατάλαβα πως έλεγε ψέματα. Από το σπίτι της περνούσε κατά καιρούς πολύς κόσμος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: London kills me»

Ντέμης Κωνσταντινίδης, δύο ποιήματα

Αρχείο 15/06/2016

fav-3

Τοτέμ

Οι βροχές που ήρθαν
Δεν μπόρεσαν να κατευνάσουν
Την ακόρεστη δίψα μας.
Τα τόσα σφάγια δεν έφτασαν
Για την πείνα μας.
Είχαμε μάθει ολοένα να ζητάμε
Απ’ τους θεούς.
Είχαμε μάθει τους καμένους κορμούς
Να προσκυνάμε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ντέμης Κωνσταντινίδης, δύο ποιήματα»