Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι-ν-εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Oλημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται!»
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Tου γιοφυριού της Άρτας [2015]»
To κορμί του βαρύ, βρώμικο, με το πουκάμισο κολλημένο επάνω του, έγλυφε παντού ο ιδρώτας. Τα βήματα του μετρούσαν σκιές στα σοκάκια της σκοτωμένης γειτονιάς. Ένας πόνος έσφιγγε το δυνατό του σβέρκο κι άρπαζε σε κάθε κίνηση τη ραχοκοκκαλιά του ως κάτω, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαριλού Νικολαίδου, Η μηχανή»
Στη Βουλιαγμένη, την άνοιξη του 1963. Με τη μητέρα μου Καλλιόπη (Πόπη), το γένος Χατζημάρκου. Μας φωτογραφίζει ο πατέρας μου Χαράλαμπος. Έως και το φθινόπωρο του 1963 ζούσαμε στα Ιλίσια, στην οδό Γουναροπούλου, ο πατέρας μου ειδικευόταν στην ακτινολογία, στο Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, εγκαταστημένοι πια στον τόπο της καταγωγής μας, στην Κω, θα γεννιόντουσαν και οι αδελφοί μου, ο Θανάσης (1964) και ο Λάμπρος (1967), για να συμπληρωθεί η πενταμελής πατρική οικογένεια.
“Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του.” (Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος[*])
Είχα και άλλες ευκαιρίες να αναλογιστώ την παραπάνω ρήση, αλλά συχνότερα παρακολουθώντας αναρτήσεις είτε σε ιστολόγια (blogs) είτε σε χρονολόγια (τοίχους) στο facebook, από τη θέση αυτού που παρατηρεί μία σχεδόν ασύγγνωστη σπατάλη: «μα τι το δημοσιοποιεί τώρα αυτό, τόσο ωραίο κομμάτι», είναι η σκέψη μου συνήθως, «γιατί δεν το κρατάει για τον εαυτό του;». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Τα λιθαράκια του σπιτιού μας [2015]»
Οι ποιητές όταν πεθαίνουν, χάνονται αργά, σαν τα πρότυπα της Αφροδίτης στις ακτές της Κύπρου. Οι ποιητές ζουν μετά το θάνατό τους, στα χείλη των μαθητών, σε συνθήματα, σ΄αφορμές, τραγουδώντας τον έρωτα, τ΄όνειρο, τον πόλεμο και την καπνοδόχο. Αυτά εξομολογήθηκε κάποτε ο ποιητής, σκαρφαλωμένος ψηλά στην ετοιμόρροπη σκάλα που οδηγεί στ΄αστέρια και ύστερα σώπασε για πάντα, κρυμμένος μες στα ισπανικά ιδεογράμματα.Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Οι πρώτες μέρες της Άνοιξης [2015]»
Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεωκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον νέο πρωθυπουργό παρέα με τον σκύλο του να κάνει επίσκεψη στον Μίκη για να του δώσει να καταλάβει ότι ο καλός στρατηγός δεν πέφτει εύκολα σε φάκες με τον υπουργό οικονομίας να ντουμπλάρει τον Μπρους Γουίλης και τον Βενιζέλο σαν ένα χοντρό παιδί που Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μνήσθητί μου Κύριε: Πέτρος Κυρίμης, Το όνειρο [2015]»
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.