Nadia Yala Kisukidi, Ο διαχωρισμός ―κυκλοφορεί

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου, εκδόσεις Πόλις

Ποια τύχη μπορεί να έχει μια γυναίκα ορφανή και από τους δύο γονείς, μαύρη και νάνος, που μεγαλώνει με την εργάτρια γιαγιά της σε μια φτωχογειτονιά της επαρχίας; Στα δεκαπέντε της χρόνια, η ηρωίδα ?που δεν θα μάθουμε ποτέ το όνομά της? αφήνει τη γειτονιά που μεγάλωσε και τους ανοχύρωτους ανθρώπους της, «εκείνους που ο κόσμος θα ήθελε να εξαφανίσει», για να αναζητήσει την οικογένεια της καρδιάς της, να βρει την ταυτότητά της, να γνωρίσει τον κόσμο. Είναι εφοδιασμένη με το χάρισμα του διαχωρισμού: η σκέψη της, παντοδύναμη, μπορεί να αποδεσμεύεται από το αδύναμο σώμα της και να ορθώνεται, ανίκητη, στις δυσκολίες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Nadia Yala Kisukidi, Ο διαχωρισμός ―κυκλοφορεί»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έι, Άι

Εργάκι κάτω από
τεχνητό φωτισμό

κηνικό λαμπερού πολυκαταστήματος. Μια ατέλειωτη φάλαγγα από τηλεοράσεις με πλήθος συνωστισμένο τριγύρω σαν τις μορφές του Βακαλόπουλου. Ο δικός του ορίζοντας χάθηκε και πάει μα η σκηνή μας κάνει, μας κάνει. Βραστήρες, ιονιστές, ραδιόφωνα, στεγνωτήρια, πύργοι ηλεκτρονικών υπολογιστών δίχως βασίλισσα καμιά, λαμπτήρες αργής φθοράς, καφετιέρες, Θεέ μου πόσες καφετιέρες. Και στο βάθος το θαυμαστό της εποχής μας. Συσκευές τεχνητής νοημοσύνης, μικρές πλατφόρμες για να εγκατασταθούν στα σπίτια του ‘ 72 και να κάνουν τούτα τα παλιομοδίτικα έπιπλα να μοιάσουν λίγο ομορφότερα. Ο κύριος  Αλεξάνδρου είναι κάποιας ηλικίας, λιγνός και ψηλός και μάλλον δείχνει νεαρότερος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έι, Άι»

Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν [προδημοσίευση]

Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Μονόκλ

Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν

Ο κύριος Σέριμαν ξύπνησε όπως κάθε πρωί στις εφτά ακριβώς. Σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο, έκανε την ανάγκη του και βούρτσισε επιμελώς τα δόντια του. Ξυρίστηκε με προσοχή, ουσιαστικά όμως χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στο παχύ και πλαδαρό πρόσωπό του. Έπειτα πήρε το πρωινό του: χυμό πορτοκάλι, καφέ φίλτρου και δυο φέτες ψημένο ψωμί. Στη συνέχεια ντύθηκε με ακριβείς, μηχανικές κινήσεις φορώντας ένα από τα εφτά κοστούμια του και μία από τις είκοσι οχτώ γραβάτες του.

Ο κύριος Σέριμαν ήταν κοντός, αρκετά παχύς και σχεδόν εντελώς καραφλός. Στο κεφάλι του υπήρχαν μόνο τρεις τρίχες, ακριβώς πάνω από το μέτωπό του, που άγνωστο γιατί, δεν ήθελε να κόψει. Ευτυχώς ήταν ξανθές και δεν πετούσαν, παρά κάθονταν υπάκουα πάνω στο ροδαλό κρανίο του κι έτσι λίγοι τις πρόσεχαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν [προδημοσίευση]»

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Αλάνια ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή

Η υποβαθμισμένη και «σκοτεινή» πλευρά της Ρώμης, κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, φωτίζεται σε ένα νέο βιβλίο υπό την ιδιαίτερη ματιά του Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922-1975) με τον τίτλο «Αλάνια«.

Ο συγγραφέας και κορυφαίος σκηνοθέτης καταγράφει τις περιπέτειες του μικρού Σγουρομάλλη και ζωντανεύει έναν κόσμο που ο ίδιος γνώριζε καλά, αλλά η εξουσία άργησε πολύ ν’ αντιμετωπίσει τα προβλήματα του. Τα αλάνια, οι φτωχοί πιτσιρικάδες που τριγυρνούν σε μικρές ομάδες ή και συμμορίες στα περίχωρα της Ρώμης, παίζοντας, μεταπωλώντας ευτελή αντικείμενα ή διαπράττοντας διάφορες παρανομίες.

Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1955 και προκάλεσε την αντίδραση ολόκληρου του πολιτικού κόσμου της Ιταλίας για το θέμα και την τολμηρή του γλώσσα. Αρχικά κατασχέθηκε με κυβερνητική εντολή, λίγο αργότερα αποτέλεσε την πρώτη συγγραφική επιτυχία του Παζολίνι.

Απόσπασμα:

[…]« ῎Ε, Μαρτσέ, πρόσεχε, ρὲ Μαρτσέ, πρόσεχε!»

῏Ηταν ἐκεῖνος ὁ πουτανόσπορος ὁ σγουρομάλλης μαζὶ μὲ τοὺς ϕίλους του.Κι ἔτσι ἔσμιξε κι αὐτὸς ἀντάμα μὲ τὴν παρέα τους. Μπῆκαν μαζὶ στὴν ἀποθηκούλα καὶ πῆραν κάμποσα κουτιὰ μὲ γράσο, ἱμάντες τόρνων καὶ κάτι παλιοσίδερα. ῾Ο Μαρτσέλο κουβάλησε σπίτι του κοντὰ ἕνα πενηντόκιλο καὶ πέταξε ὅ,τι εἶχε ϕέρει σὲ μιὰν αὐλίτσα, μὴν τὸ δεῖ μὲ τὴ μία ἡ μάνα του. σπίτι εἶχε νὰ ϕανεῖ ἀπ ᾽τὰ χαράματα, κι ἡ μάνα του τοῦ τὶς ἔβρεξε ἄγρια.

«Ποῦ ἀλήτευες ὅλη μέρα, ρὲ κάθαρμα;» τοῦ φώναζε καθὼς τὸν κοπάναγε.

«Μπάνιο εἶχα πάει νὰ κάνω, μπάνιο», ἔλεγε ὁ Μαρτσέλο, ποὺ ἦταν κομμάτι στραβοχυμένος καὶ ἀδύνατος σὰν ἀκρίδα, κοιτώντας πῶς ν᾽ἀποϕύγει τὰ χτυπήματα. ῎Επειτα ἦρθε ὁ μεγαλύτερος ἀδερϕός του καὶ εἶδε αὐτὰ ποὺ εἶχε ἀϕήσει στὴν αὐλίτσα. «Ρὲ τὸν ἀρχικόπανο», ϕώναξε, «τὰ πράματα πάει τὸ κωλόπαιδο καὶ τὰ βουτάει».

Κι ἔτσι ὁ Μαρτσέλο ξανακατέβηκε στὸ Φερομπεντὸ μὲ τὸν ἀδερϕό του, καὶ τούτη τὴ ϕορὰ σηκώσανε ἀπό ᾽να βαγόνι καλύμματα ἀπὸ καθίσματα αὐτοκινήτου. Κι ἂν ἔπεϕτε σιγὰ σιγὰ τὸ σούρουπο, ὁ ἥλιος ἔκαιγε τώρα περισσότερο, τὸ δὲ Φερομπεντὸ εἶχε κόσμο περισσότερο καὶ ἀπὸ λαϊκὴ γιορτή, ποὺ καλὰ καλὰ δὲν μποροῦσες νὰ κινηθεῖς μισὸ πόντο, ποὺ καλὰ καλὰ δὲν μποροῦσες νὰ κινηθεῖς μισὸ πόντο. Κάθε τόσο ἄκουγες κάποιον νὰ ϕωνάζει «Δρόμο, δρόμο, οἱ Γερμανοί!» γιὰ νὰ τὸ βάλουν ὅλοι οἱ ἄλλοι στὰ πόδια καὶ νὰ τὰ βουτήξει ὅλα μόνος του.

Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ σγουρομάλλης κι ὁ Μαρτσέλο, ποὺ τοὺς καλάρεσε ἡ μπάζα, κατέβηκαν μαζὶ στὴν Κατσάρα, στὴν Κεντρικὴ ᾽αγορά, ποὺ ἦταν κλειστή. ᾽Εκεῖ ὁλόγυρα γυρνοβολοῦσε πλῆθος κόσμου, κι οἱ Γερμανοὶ βολτάριζαν πάνω κάτω πυροβολώντας στὸν ἀέρα.Μὰ πιὸ πολὺ κι ἀπ ᾽τοὺς Γερμανοὺς ἐκεῖνοι ποὺ σ ᾽ἐμπόδιζαν νὰ μπεῖς καὶ ποὺ σοῦ ᾽σπαζαν τ ᾽ἀρχίδια ἦταν οἱ ᾽απάι. 6 Τὸ πλῆθος, ἐντούτοις, ὁλοένα ἀβγάταινε, στριμωχνόταν στὶς καγκελόπορτες, ἀλύχταε, οὔρλιαζε, βλαστημοῦσε. ῞Οταν ξεκίνησε τὸ ντού, ἀκόμα κιἐκεῖνοι οἱ γουρουνιάρηδες ᾽Ιταλοὶ μεμιᾶς ἐξαϕανίστηκαν.Οἱ δρόμοι γύρω ἀπὸ τὴν ᾽αγορὰ ἦταν πήχτρα στὸν κόσμο, ἐνῶ ἡ ᾽αγορά, ἄδεια σὰν νεκροταϕεῖο, βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο ποὺ τὴν ἔκανε κομμάτια καὶ θρύψαλα. Μὲ τὸ ποὺ ἄνοιξαν οἱ καγκελόπορτες, ἡ ᾽αγορὰ γέμισε μονομιᾶς[…]

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης, Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει ―κυκλοφορεί

Από τις ΑΩ εκδόσεις

Η πόλη αλλάζει δίχως να κοιτάζει τα μονοπάτια της δικής σου ζωής. Βόλτες με χάρτες, χωρίς GPS, εκεί που τα φιλιά, τα χάδια και τα χαστούκια της μοίρας έμοιαζαν με μυστικούς σελιδοδείκτες – κάτω από την ταμπέλα με το όνομα της οδού.
Τα γκράφιτι που μουτζουρώνουν τους τοίχους ήρθαν πολύ-πολύ αργότερα. Τα ραντεβού, οι πρεμιέρες, οι εκπλήξεις – όλα στη θέση τους, στην ώρα τους, όπως είχαν κανονιστεί:
Αφού δεν υπάρχει κινητό, καμιά αλλαγή στο πρόγραμμα της ημέρας ή στο ξεφάντωμα της νύχτας.
Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει. Και πού πάει δηλαδή;
Οχτώ μικρά διηγήματα, σαν σκόρπιες, κλεμμένες σημειώσεις από τα ημερολόγια που έμειναν κρυφά.
Πενήντα χρόνια Αθήνα. Οχτώ μικρές ανάσες Ζωής.

*

Ο Αντώνιος Ρουσοχατζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1968. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και έκανε μεταπτυχιακά στην ηθοποιία, στο Goldsmiths College. Ποιητής, πεζογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης ζει ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι τα τελευταία 25 χρόνια. Έργα του κυκλοφορούν σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και τρεις συλλογές ποίησης.

Στέφαν Τσβάιχ: Έρασμος, θρίαμβος και τραγωδία

Από τις εκδόσεις της Athens Review of Books / Μετάφραση: Δημήτρης Δημοκίδης, Επιμέλεια – Επίμετρο: Έφη Παπαδόδημα
Στον πνευματικό κόσμο χωρούν όλες οι αντιθέσεις: αυτό το οποίο στον πραγματικό κόσμο δεν επικρατεί ποτέ παραμένει ενεργό στον κόσμο των ιδεών, και ακριβώς τα ανεκπλήρωτα ιδεώδη αναδεικνύονται σε δυνάμεις ανυπέρβλητες. Μια ιδέα που δεν αποκτά ενεργό ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι δεν σημαίνει ότι έχει νικηθεί ή αποδειχθεί εσφαλμένη· μια αναγκαιότητα, όσο κι αν ματαιωθεί η εκπλήρωσή της, δεν σημαίνει ότι καθίσταται λιγότερο αναγκαία· αντίθετα, μόνο τα ιδανικά τα οποία δεν υπέστησαν τη φθορά της έκθεσής τους στον στίβο της πραγματικότητας εξακολουθούν να λειτουργούν για κάθε νέα γενιά ως προωθητικό στοιχείο ηθικής ανάτασης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέφαν Τσβάιχ: Έρασμος, θρίαμβος και τραγωδία»

Vicente Aleixandre, Τραγούδι της ημέρας νύχτας ―μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής

Η νιότη μου ήταν βασίλισσα.

Έστω και για μια μέρα. Έναν Βορρά ερωτεύτηκε.

Του Ρόδου πυξίδα. Των ανέμων. Όλο να γυρνάει.

Μια μέρα ερωτεύτηκε.

 

Κι έφυγε, των νερών βασίλισσα. Γεράκι του αέρα. Φτερό.

Νύχτα ερωτεύτηκε. Κάτω από τη θάλασσα, κάτω από τα φώτα.

 

Όλα τα βαθιά τα φώτα των βαθύτατων άστρων.

Άστρων στην άβυσσο. Σαν τα ψάρια τα πανύψηλα.

Τον ουρανό ερωτεύτηκε, κι εκεί περπάτησε πάνω σε φώτα.

Ξεκουραζόταν στους ανέμους, ενώ κοιμόταν στα κύματα.

 

Έπεσε σ’ έναν καταρράκτη, και ενώ έπεφτε

στους αφρούς του μέσα εχαμογέλαγε.

Ερωτεύτηκε ένα τάγμα. Και όλες τις βαθμίδες του.

Στην άβυσσο μπορεί ν’ ανέβηκε, στους ουρανούς όμως γκρεμίστηκε.

Ω, της ημέρας ενότητα που, από έρωτα, υπήρξε νύχτα.

1968

✳︎

Μετάφραση ©Γιώργος Κεντρωτής / πηγή > > >

Νίκος Ι. Τζώρτζης: Απορριμμματοtherapy, A’

(Να ζήσεις 24 ώρες χωρίς το είδος πρώτης ανάγκης)*

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα,
μόνο μια μέρα δίχως του – χωρίς καν να τ’ αγγίξω.

(Ήθελες μόνο σήμερα, μονάχα ν’ αποφύγεις
τόσες χιλιάδες χρήσεις του, τόσες πολλές μορφές του.)

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα·
μια μέρα δίχως πλαστικό – χωρίς καν να τ’ αγγίξω. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης: Απορριμμματοtherapy, A’»