Περιηγήσεις Ναυτίλου: James Joyce, Οδυσσέας [12]

Αρχείο 05/08/2012

Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.
James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
James Joyce: Ulysses. Penguin 1992, annotated (1960)

11. Σειρήνες

Στο μπαρ του ξενοδοχείου Όρμοντ στις τέσσερις μετά το μεσημέρι.

Οι γνωστοί μας, από τα προηγούμενα επεισόδια, Δουβλινέζοι καταφτάνουν στο μπαρ του ξενοδοχείου Όρμοντ για ένα ποτό και για να τραγουδήσουν παίζοντας μουσική. Οι σερβιτόρες-σειρήνες, Μάινα Κένεντυ και Λύντια Ντους, περιμένουν πρόθυμες να τους εξυπηρετήσουν ενώ ο Μπλουμ γευματίζει στη διπλανή τραπεζαρία. Κάποια στιγμή, λίγο πριν το ερωτικό του ραντεβού με την Μόλλυ, εμφανίζεται ο Μπόυλαν για ένα σύντομο ποτό.

Ο Ουώλτερ Πέιτερ ισχυριζόταν πως όλες οι τέχνες επιδιώκουν να γίνουν μουσική. Αυτός πιστεύω ήταν κι ο στόχος του Ιρλανδού δημιουργού σ’ αυτό το κεφάλαιο και σε ένα μεγάλο βαθμό το κατάφερε. Δεν έχει παρά να διαβάσει κανείς φωναχτά κάποια αποσπάσματα (στο πρωτότυπο) για να αντιληφθεί το μεγάλο του επίτευγμα. Fuga per canonem ονομάζει ο Τζόυς την τεχνική των”Σειρήνων”. Η δική μου αίσθηση είναι πως πρόκειται για μια μικρή όπερα με μια έξοχη εισαγωγή (overture) δύο σελίδων, όπου παραθέτονται ”μουσικά” μοτίβα που θα αναπτυχθούν στη συνέχεια. Η βαγκνερική μέθοδος του leitmotiv στη λογοτεχνία! Ο αναγνώστης καθώς προχωράει στην ανάγνωση του επεισοδίου εξοικειώνεται με τα μουσικά θέματα του συγγραφέα απολαμβάνοντάς τα όλο και περισσότερο καθώς επανέρχονται κατά κύματα οδηγώντας την δέκατη περιπέτεια του Οδυσσέα στην κλιμάκωσή της: Prrprr… Fff.Oo.Rrpr… Pprrpffrrppfff… (Πρόκειται για την πορδή που αφήνει ο Μπλουμ ενώ διαβάζει τα εθνικοπατριωτικά λόγια του Ρόμπερτ Έμετ).

Διαβάζοντας τις ”Σειρήνες” καλό θα ήταν να έχουμε υπόψη μας το πάθος των Ιρλανδών για τις μπαλάντες και την ιταλική όπερα. Το Δουβλίνο ήταν μια πόλη με μεγάλη παράδοση στο λυρικό τραγούδι κι ο ίδιος ο Τζόυς τραγουδούσε υπέροχα κι έπαιζε μουσική. Για πολλά χρόνια δυσκολευόταν να επιλέξει αν θα γινόταν τραγουδιστής ή συγγραφέας. Ωστόσο, με τον ”Οδυσσέα”κατάφερε και τα δύο! Στις ”Σειρήνες” εγκαταλείπονται οι γραμματικοί κανόνες, οι λέξεις ακρωτηριάζονται, η σύνταξη… ποια σύνταξη; Το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Οι λέξεις δραπετεύουν απ’ το χαρτί… δεν διαβάζονται αλλ’ ακούγονται. Όλες αρμονικά πλασμένες κινούνται ρυθμικά μέσα στο κείμενο για να συναντήσουν τις αισθήσεις του ακροατή κι αναγνώστη τους. Αυτός, ασφαλής ωστόσο, μπορεί να απολαύσει τον φθόγγον των Σειρήνων και ν’ αφεθεί στην λιγυρήν αοιδήν τους.

Αναμφίβολα δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος συγγραφέας αποπειράται να γράψει μουσική πρόζα. Η διαφορά έγκειται στο ότι στις ”Σειρήνες” το σημαινόμενο δεν θυσιάζεται για χάρη του σημαίνοντος. Αντίθετα, αποκτά μεγαλύτερη πυκνότητα χάρη στο συνδυασμό των δύο τεχνών. Ο ήχος και το νόημα δένονται αρμονικά και προσφέρουν τη μέγιστη απόλαυση και σοφία: ”αλλ’ ο γε τερψάμενος νείται και πλείονα ειδώς” (” αλλ’ αυτός πρώτα ευφραίνεται κι ύστερα συνεχίζει το ταξίδι του, κερδίζοντας καινούργια γνώση”).

Μεταφραστικά σχόλια

Δυστυχώς όσα λέω παραπάνω ισχύουν μόνο για το αγγλικό κείμενο. Στις ”Σειρήνες” λαμβάνει χώρα το μεταφραστικό ναυάγιο του Καψάσκη. Είναι κρίμα για μια μετάφραση που ξεκίνησε τόσο έξοχα στα πρώτα κεφάλαια, να φθίνει συνεχώς στα επόμενα για να καταβαραθρωθεί στο ενδέκατο. Δεν περίμενα βέβαια από τον Καψάσκη να αποδώσει με τρόπο ευφάνταστο τη μουσική πρόζα του Τζόυς. Όπως έχω πει και σε προηγούμενα κεφάλαια, ο ”Οδυσσέας”απαιτεί πρώτα απ’ όλα ένα μεταφραστή που να είναι εξαιρετικός λογοτέχνης. Ωστόσο, πίστευα ότι θα έκανε φιλότιμες προσπάθειες να προσεγγίσει το κείμενο έστω και με τρόπο πεζό… χωρίς τις συνηχήσεις, τις μετωνυμίες με ήχους, τις ομοιοκαταληξίες, τις φούγκες, τα ρόντο, τα κουαρτέτα, τις συγχορδίες κι ένα σωρό άλλα τζοϋσικά τεχνάσματα.
Μου είναι αδύνατον να διορθώσω όλα τα λάθη του κεφαλαίου. Είναι τόσα πολλά, που δε θα αρκούσαν ούτε όσες αναρτήσεις έχω αφιερώσει μέχρι τώρα στον ”Οδυσσέα”. Θα κάνω μια αυστηρή επιλογή:

1. Ο μεταφραστής απ’ ό,τι φαίνεται δεν κατάλαβε ότι στις δύο πρώτες σελίδες αραδιάζονται πενήντα περίπου κουτσουρεμένες προτάσεις (σπαράγματα φράσεων, ήχων, φωνών), που ο αναγνώστης συναντάει αργότερα στο κείμενο στην ολοκληρωμένη τους μορφή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τις μεταφράζει διαφορετικά στην αρχή απ’ ό,τι στη συνέχεια. Το αποτέλεσμα γίνεται ακόμα τραγικότερο καθώς προσπαθεί να συμπληρώνει αυτές τις προτάσεις για να βγαίνει νόημα. Για παράδειγμα:

α) ”Coin rang”: “Θόρυβος νομίσματος που πέφτει στο έδαφος” (σελ. 304). Το αντίστοιχο βρίσκεται στη σελ. 315, όπου σύμφωνα με το μεταφραστή: “ο Μπέηζες τσίμπησε ένα νόμισμα και το έριξε πάνω στον πάγκο. Το νόμισμα κουδούνισε”. Αντί λοιπόν να μεταφράσει στην αρχή το “coin rang” με την πρόταση: ”νόμισμα κουδούνισε”, το αλλάζει χωρίς λόγο και το ρίχνει και στο έδαφος αντί στον πάγκο του μπαρ!

β) ”True men. Lid Ker Cow De and Doll. Ay, ay. Like you men. Will lift your tschink with tschunk”: “Αληθινοί άντρες. Ο Λιντ, ο Κερ, ο Κάου, ο Ντε, και ο Ντολλ. Ναι, ναι. Άντρες σαν εσάς. Θα παραμερίσουν ένα-ένα τα εμπόδια”. (σελ. 305). Το αντίστοιχό του βρίσκεται στη σελ. 344, όπου ο μεταφραστής τώρα το μεταφράζει: ”Θαρραλέοι άνθρωποι, όπως εσείς. Ναι, ναι, Μπεν. Θα υψώσουν τα ποτήρια τους με τα δικά μας. Τσινκ. Τσανκ”. Πού τα είδε, στην αρχή των”Σειρήνων”, τα εμπόδια; Και αυτό το τσινκ-τσανκ (πρόκειται για τον ήχο των ποτηριών που τσουγκρίζουν) την πρώτη φορά τι έγινε;

Θα αρκεστώ, λόγω χώρου, στα δύο αυτά παραδείγματα. Το μεγαλύτερο μέρος, των δύο πρώτων σελίδων έχει αποδοθεί εντελώς λανθασμένα.

2. Στο κείμενο του ”Οδυσσέα” κάποια μοτίβα, φράσεις, εικόνες, λέξεις επανέρχονται. Ο μεταφραστής θα έπρεπε να είναι σε εγρήγορση ώστε να τα αναγνωρίζει και να τα μεταφράζει με τον ίδιο τρόπο που τα πρωτομετέφρασε. Δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει συνήθως για τον Καψάσκη. Θα αναφέρω λίγα μόνο παραδείγματα: Η”λοσιόν (lotion)” που ο Μπλουμ παράγγειλε στο φαρμακείο στους”Λωτοφάγους” εδώ γίνεται ”κολώνια” (σελ. 339, προτελευταία σειρά). Στο κεφάλαιο του ”Άδη”, ο πατήρ Φέρεϋ (Coffey) της σελ. 137, τώρα, στη σελ. 336, γίνεται: ”φέλεθρο”!!! Ένα κτήριο του Δουβλίνου (Rotunda) άλλοτε το μεταφράζει ως Ροτόντα (η ελληνική εκδοχή) κι άλλοτε ως Ροτούντα (η αγγλική). Το Μπεν Χάουθ (Ben Howth), ειδυλλιακή τοποθεσία στα περίχωρα του Δουβλίνου, όπου έλαβε χώρα η ερωτική σκηνή του Μπλουμ με την Μόλλυ και που όχι μόνο αναφέρεται λεπτομερώς στους ”Λαιστρυγόνες” αλλά επανέρχεται κι ως μοτίβο του έρωτα και της ευτυχίας στους εσωτερικούς μονολόγους του Μπλουμ, εδώ, σε δύο μάλιστα περιπτώσεις (σελ. 322 & 341), έχει γίνει άνθρωπος: ”ο Μπεν Χάουθ”, προφανώς γιατί στα αγγλικά δεν μπαίνουν άρθρα μπροστά από τα ονόματα.

3. Ο Καψάσκης έπρεπε από την αρχή να αποφασίσει αν θα εξελληνίζει τα κύρια ονόματα ή όχι. Για παράδειγμα ο Simon Dedalus ή θα λέγεται Σάιμον Ντένταλους ή Σίμων Δαίδαλος. Ο μεταφραστής επέλεξε το: Σίμων Ντένταλους! Δεν μπορώ να κατανοήσω πάντα το σκεπτικό των επιλογών του. Άλλοτε διατηρεί την αγγλική προφορά κι άλλοτε τα εξελληνίζει. Δυστυχώς όμως ούτε και σ’ αυτό παραμένει συνεπής. Ακόμα και μέσα στο ίδιο κεφάλαιο ο Lionel, άλλοτε γίνεται Λέων κι άλλοτε Λάιονελ ή και Λάινελ. Ο Big Ben άλλοτε Μπιγκ Μπεν κι άλλοτε ο Μεγάλος Μπεν.

4. Η ανορθόδοξη σύνταξη του Τζόυς, χάρη στις διορθωτικές παρεμβάσεις του Καψάσκη γίνεται ορθόδοξη στα ελληνικά. Για παράδειγμα το: ”Car near there now” γίνεται: ”Τώρα η άμαξα θα κοντεύει να φτάσει”. Το ”See me he might”: ”Μπορεί να με είδε”. Το “Beauty of music you must hear twice”: “Για να καταλάβεις την ομορφιά της μουσικής πρέπει να την ακούσεις δυο φορές”. Δεν αμφιβάλλω ότι αυτά εννοεί ο Τζόυς, αλλά άλλο τι εννοεί κι άλλο τι λέει! Ο μεταφραστής δεν μπορεί να επεμβαίνει αλλοιώνοντας τη γραφή του πρωτοτύπου. Τα αναγγλικά του Τζόυς, η ανοίκεια γλώσσα του γίνεται τώρα οικεία, χάρη στη μεταγραφή του Καψάσκη!

5. Θα παραθέσω μια λίστα με μερικά λάθη:

i) σελ. 310, μετά τη μέση: ”You must have been a doaty…” (“Θα πρέπει να έχετε ξαναμωράνει…”). Το σωστό θα ήταν: ”Θα πρέπει να ‘σασταν γλυκούλι…”(Gifford).

ii) σελ. 312, 10η σειρά: Αντί για ”διάσημος πατήρ” να γραφτεί:”διάσημος μαχητής” (fighter).

iii) σελ. 316, 3η σειρά από το τέλος: ”No sawdust there” (“Δεν έχει πριονίδια εκεί”). Αναφέρεται στο μηρό της σερβιτόρας, η οποία με μια επιδέξια κίνηση τραβάει τη ζαρτιέρα της και την αφήνει απότομα για να χτυπήσει με ένα χαρακτηριστικό ήχο στο δέρμα της. Από τον ήχο ο Λένεχαν καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει βάτα ενδιάμεσα, κάτι που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, κυρίως στο χώρο του θεάματος, για να φαίνονται καλοσχηματισμένα τα μπούτια ή τα στήθη. Sawdust ονόμαζαν αυτή τη βάτα. Πολύ πιθανόν βέβαια να την κατασκεύαζαν εκείνη την εποχή από πριονίδια.

iv) σελ. 319, στη μέση περίπου: ”Mrs Marion Bloom has left off clothes of all descriptions” (“Η κυρία Μάριον Μπλουμ έχει βγάλει από πάνω της ρούχα και ρούχα”). Το σωστό θα ήταν (Gifford): ”H κυρία Μάριον Μπλουμ έχει όλων των ειδών τα αποφόρια”.

v) σελ. 322, 5η σειρά: ”Εμείς είμαστε οι άρπες. Εγώ. Αυτός. Γέροι. Νέοι” (“We are their harps. I. He. Old. Young”). Tο σωστό θα ήταν:”Εμείς είμαστε οι άρπες τους. Εγώ. Αυτός. Γέρος. Νέος”. Ο Μπλουμ αναφέρεται στον εαυτό του σε σχέση με τον Μπόυλαν. Ο αντεραστής του είναι νεότερος απ’ αυτόν.

vi) σελ. 323, 6η σειρά: ”Τα λαμπερά μάτια του λαμπερού” (“Bright’s bright eye”). To σωστό είναι: ”Το λαμπερό μάτι του Μπράιτ”. Τα μάτια που γυαλίζουν ήταν ένα από τα συμπτώματα της ασθένειας του Μπράιτ. Μια ασθένεια των νεφρών που προκαλείτο από υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος (Gifford).

vii) σελ. 334, 8η σειρά: ”… ο Μπόυλαν στρίβει το σώμα του”. Το σωστό είναι: ”… ο Μπόυλαν παίρνει τη στροφή”. Πρόκειται για τη στιγμή που ο Μπόυλαν παίρνει με την άμαξά του την τελευταία στροφή και μπαίνει στο στενό της κατοικίας του Μπλουμ.

viii) σελ. 335, κοντά στη μέση: ”… μ’ ένα ράμφος κακαρακακάκ” (“with a cock carracarracarra cock”). Πρόκειται για ένα μοτίβο που εμφανίζεται αρκετές φορές στο κεφάλαιο. Ο Μπλουμ έχει συνδέσει τον επιδεικτικό, πλουμιστό Μπόυλαν που ετοιμάζεται να “αρπάξει” τη γυναίκα του, με το εξωτικό αρπακτικό των Αντιλλών: καρακάρα (Gilbert). Ο Καψάσκης δεν το έχει αντιληφθεί, γι’ αυτό το καρακαρακάρα (ή κοκκαρακάρα πιο κάτω) κάθε φορά το μεταγράφει σε κάτι διαφορετικό.

ix) σελ. 338, 8η σειρά: ”Πολλά μπιχλιμπίδια στο ντύσιμό του, για κάποιον με δεκαοχτώ σελλίνια την εβδομάδα” (“Got up to kill: on eighteen bob a week”). Σύμφωνα με τα συμφραζόμενα αναφέρεται στις σερβιτόρες και πιθανόν να εννοεί ότι παρά είναι καλά ντυμένες για τα δεκαοκτώ σελίνια που είναι το βδομαδιάτικό τους. Ωστόσο, γίνεται σαφής υπαινιγμός όχι  μόνο στην έμμεση ικανότητά τους να σκοτώνουν, ως σειρήνες, αλλά και στο τραγούδι που ακουγόταν εκείνη τη στιγμή στο μπαρ. Σύμφωνα μ’ αυτό, ένας Άγγλος στρατιωτικός είχε μεταμφιεστεί σε καθολικό παπά για να εκμαιεύσει την ομολογία ενός Ιρλανδού επαναστάτη στο εξομολογητήριο και στη συνέχεια να τον εκτελέσει. Επομένως, η σωστή μετάφραση θα ήταν: ”Ντυμένες για να σκοτώνουν, με δεκαοχτώ σελίνια την εβδομάδα”.

x) σελ. 335, λίγο πριν τη μέση περίπου και κάτω από τη λέξη”διάλεκτος”, λείπει μια πρόταση:

“-Ναι Μπεν, είπε ο κ. Ντένταλους. Γενναίοι άντρες και αληθινοί”.

6. Οι μεταφραστικές επιλογές του Καψάσκη συχνά με εκπλήσσουν με την αστοχία τους. Στο κεφάλαιο αυτό όμως, το παρακάνει. Οφείλεται στην κόπωσή του, στη μη κατανόηση του συγκεκριμένου επεισοδίου που είχε σαν αποτέλεσμα τη βιασύνη του να ξεμπερδεύει το γρηγορότερο μ’ αυτό; Ποιος ξέρει; Πώς να εξηγήσω το ”βρυχηθμό” ή τη ”βροντή” (αντί για βουητό) που βγάζει το κοχύλι όταν το βάλεις στο αυτί σου, ή την ”ζωαγορά” αντί για ζωοπανήγυρη; Το ”αγγίζοντας με λέξεις τα πλήρους προσοχής αυτιά τους” αντί για τα τεντωμένα τους αυτιά ή τη ”σούπα όπως η Τζέννυ Λίντ” αντί για σούπα α λα Τζένυ Λιντ; Τις ”βομβαρδίζουσες συγχορδίες” αντί για ομοβροντία συγχορδιών ή ”σκέτος κλασικός” (“real classic”) αντί για αληθινά κλασικός πιανίστας; Και δεκάδες άλλα…

Επίσης στο επεισόδιο αυτό παίρνει μέρος ένας υπηρετάκος, που ο Τζόυς αποκαλεί ”boots”, επειδή είναι ο νεαρός που τις νύχτες γυαλίζει τις μπότες των πελατών του ξενοδοχείου ενώ κατά τη διάρκεια της ημέρας τον χρησιμοποιούν για θελήματα. Ο Καψάσκης μεταφράζει επανειλημμένα, ατυχώς, ”ο υπηρέτης”. Τι πιο ταιριαστό από το ”λούστρος” ή ”λουστράκος”;

7. Θα τελειώσω με μια αναφορά στη στίξη του κειμένου. Η στίξη στον Τζόυς παίζει μεγάλο ρόλο και είναι φανερό ότι εξυπηρετεί κάποιους στόχους του δημιουργού. Ο Καψάσκης δυστυχώς δεν τη διατηρεί. Και ακόμα χειρότερα, την αλλάζει προσπαθώντας να κάνει το κείμενο πιο κατανοητό και λιγότερο αμφίσημο. Συχνά όμως, από απροσεξία, διαστρεβλώνει το νόημα ολόκληρων παραγράφων κάνοντας το κείμενο πιο δυσνόητο από το πρωτότυπο και προκαλώντας αμηχανία στον προσεκτικό αναγνώστη! Για παράδειγμα στην 7η & 8η παράγραφο της σελ. 328 ή στην 7η παράγραφο της σελ. 326. Ειδικά στη μουσική πρόζα των ”Σειρήνων”δημιουργούνται επιπρόσθετα προβλήματα: Ας φανταστούμε πώς θ’ ακουγόταν ένα μουσικό κομμάτι, στο οποίο έχουμε αλλάξει τη θέση των παύσεων ή έχουμε αυξομειώσει κατά βούληση την αξία τους!

***

[πηγή]