Δημήτρης Φύσσας, Ο κηπουρός κι ο καιροσκόπος [2014]

Αρχείο 31/03/2014

Tο νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Φύσσα
Στις Εκδόσεις Εστία

Προς το τέλος του 1940, ο νεαρός μετεωρολόγος Χάρης Χωματάς αποφασίζει να μελετήσει συστηματικά το κλίμα της Αθήνας, προσδοκώντας ότι κάποτε, με βάση τα πορίσματά του, η πόλη θα πολεοδομηθεί κατά το δυνατόν εκ νέου. Λίγο αργότερα ο γεωπόνος Αντώνης Αστεριάδης ξεκινάει μια εξίσου εξαντλητική έρευνα για τους λαχανόκηπους της πρωτεύουσας, αναδεικνύοντας τον αποφασιστικό ρόλο τους κατά την πολεμική περίοδο, αλλά και ελπίζοντας να ωθήσει τη μεταπολεμική τους ανάπτυξη. Και οι δυο παίρνουν σβάρνα τις γειτονιές της Αθήνας και περνάνε «το πλείστον των τρομερών κατοχικών ετών» συλλέγοντας στοιχεία.

Οι δυο ερευνητές γνωρίζονται και γίνονται φίλοι. Αμφότεροι ζουν τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής, όμως αρνούνται να επιλέξουν στρατόπεδο, επιμένοντας να επικεντρώνονται στο επιστημονικό τους έργο , υπέρ της κοινωνίας. Με τέτοια μυαλά, απομονώνονται πολιτικά και απειλούνται απ’ όλες τις πλευρές.

Ο Χωματάς κι ο Αστεριάδης αποτελούν συγγραφικές μεταλλαγές υπαρκτών προσώπων. Η μεταπολεμική Αθήνα ούτε πολεοδομήθηκε εξαρχής, ούτε νέους λαχανόκηπους απέκτησε – εμείς, όμως, οι αναγνώστες κερδίζουμε αφενός μεν μιαν εικόνα για το τι σημαίνει εμμονή στην επιστημονική έρευνα και αφετέρου μια θέαση της Κατοχής αποκλίνουσα από τα συνήθη στερεότυπα. Συνεπώς το μυθιστόρημα αυτό μπορεί εκ του ασφαλούς να κατηγορηθεί ως απάδον προς τις υγιείς, ηρωικές και φρονηματικές εκείνες αρχές επί των οποίων στηρίζεται η κρατούσα κατοχική ιστορία «και των δύο ημισφαιρίων», όπως θα έγραφε ο Άρης Αλεξάνδρου.

favicon

Βροχές και λάχανα στην κατοχική Αθήνα

Μια λοξή ματιά στα χρόνια 1940-1944 ρίχνει ο Δημήτρης Φύσσας στο τελευταίο του μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές δύο επιστήμονες

Υπάρχει μια σκηνή στο νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Φύσσα όπου οι δύο πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες, ο Αντώνης και ο Χάρης, συναντώνται μπροστά στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Ο Αντώνης είναι ο «Κηπουρός» και ο Χάρης ο «Καιροσκόπος». Γεωπόνος ο πρώτος, μετεωρολόγος ο δεύτερος, μέσα στην Κατοχή καταπιάνονται με ενθουσιασμό και αφοσίωση με επιστημονικές έρευνες. Ο Αντώνης γράφει ένα βιβλίο για τους λαχανόκηπους της Αττικής, ο Χάρης εργάζεται επάνω στη διατριβή του για το κλίμα της Αθήνας. Στη συγκεκριμένη σκηνή, μέρα χαράς για τους δύο φίλους, γιατί ο Αντώνης εξέδωσε το βιβλίο του, υπάρχουν «πολλοί περαστικοί, μπροστά και πίσω τους, οι περισσότεροι Ελληνες, οι λιγότεροι Γερμανοί. Σε δεύτερο πλάνο πολλοί αυτοσχέδιοι πωλητές πουλάνε τα βιβλία τους στα πεζούλια του κτιρίου των Βαλλιάνων. Εκεί βλέπουμε και τον νεαρό Πανταζή Φύσσα να ψωνίζει τη “Mυστηριώδη νήσο” στην παλιά έκδοση του Σιδέρη».
Στον πατέρα του Πανταζή Φύσσα και στις αναμνήσεις του από την Αθήνα της Κατοχής και της Απελευθέρωσης οφείλει ο συγγραφέας ένα μέρος της έμπνευσής του, η οποία πυροδοτήθηκε με θρυαλλίδα δύο τυχαία βιβλιακά συναπαντήματα: την ανακάλυψη σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο του συγγράμματος Το κλίμα της πόλεως που εκδόθηκε με τις φροντίδες των αδελφών του συγγραφέα, του 36χρονου Βασίλη Σακαλή, ο οποίος πέθανε, άρρωστος, στα Δεκεμβριανά, και το βιβλίο Οι λαχανόκηποι της Αττικής και η σημασία των, ιδίως κατά την πολεμικήν περίοδον του Νίκου Κανάση. Για τα πραγματικά πρόσωπα πίσω από τα βιβλία ο αθηναιογράφος Φύσσας δεν αναζητεί περισσότερα στοιχεία αλλά παραδίδει τη σκυτάλη στον πεζογράφο Φύσσα να τους αναπλάσει κατά βούληση, σε «ένα ασύνηθες αθηναιοκεντρικό κατοχικό μυθιστόρημα που να μην αρκείται στις συγγραφικά κορεσμένες πτυχές της εποχής (καταπίεση, πείνα, αντίσταση κτλ.), αλλά το υπόβαθρό του να είναι η επιστημονική εμμονή».
Εθνική προσφορά
Φυματικός ο τριαντάχρονος Χάρης, μεγάλος ο πενηντάχρονος Αντώνης, εξαιρούνται από τη στράτευση και μένουν στην Αθήνα κουβαλώντας μια ενοχική και ανεκπλήρωτη διάθεση για εθνική προσφορά που εν τέλει εκδηλώνεται μέσα από την επιστήμη τους. Ο Χάρης μελετώντας το μικροκλίμα της Αθήνας σκοπεύει να καταλήξει σε στοιχεία για μια μελλοντική ορθή επαναπολεοδόμηση της πόλης και ο Αντώνης γράφει για να καθοδηγήσει τους Αθηναίους της Κατοχής που πρέπει να δημιουργήσουν οι ίδιοι την τροφή τους καλλιεργώντας ό,τι μπορούν. Οι μοναχικοί δρόμοι τους διασταυρώνονται σε μια κοινωνική συνάθροιση και μεταξύ τους αναπτύσσεται ενστικτωδώς μια αλληλέγγυα φιλία.
Την ιστορία τους ανασυνθέτουμε σταχυολογώντας πληροφορίες από τις ετερόκλητες καταγραφές που συναρμολογούν το μυθιστόρημα του Φύσσα. Αριθμημένες και χωρισμένες σε πέντε κεφάλαια, που το καθένα περιγράφει τις ετήσιες δραστηριότητες των πρωταγωνιστών από το 1940 ως το 1944, περιλαμβάνουν αυτούσιο πλούσιο πραγματολογικό υλικό (τιμοληψίες από τους μετεωρολογικούς σταθμούς της Αθήνας, δραχμικά ημερομίσθια καλλιέργειας ενός στρέμματος ντομάτας, λίστες με τους κατοίκους του συνοικισμού Κυπριάδη κατά επαγγελματική απασχόληση, αγγελίες εφημερίδων, σατιρικά τραγουδάκια της εποχής, παροιμίες, υπουργικές αποφάσεις και πολεμικά ανακοινωθέντα) που διαπλέκεται σε διαδοχικά αποσπάσματα με τη μυθοπλαστική ύλη, η οποία παίρνει τη μορφή πότε θεατροποιημένων διαλόγων και άλλοτε πρόχειρων ημερολογιακών σημειώσεων, εσωτερικού παραληρήματος, αναστοχαστικής ρεαλιστικής αφήγησης.
Ο 57χρονος αθηναίος πεζογράφος κάνει γόνιμη χρήση του μεταμοντέρνου παραδείγματος καταλήγοντας σε ένα ενδιαφέρον και ελκυστικό αφηγηματικό αποτέλεσμα, χωρίς τα συμπτώματα της εργαστηριακής ακαμψίας. Ο μεταμοντερνισμός του Φύσσα δεν είναι δανεισμένος και μιμητικός, μοιάζει να έρχεται ως αναπόφευκτη εκφραστική επιλογή που του υποδεικνύει το υλικό του: ο κατακερματισμένος χρόνος ενός κόσμου σε πόλεμο όπου καταστρατηγούνται η προβλέψιμη γραμμικότητα της ειρήνης, η ενότητα, η συνοχή. Οι καταχωρίσεις είναι σύντομες, αποσπασματικές, ορισμένες κρυπτογραφικές, οι σιωπές αφθονούν.
Διάλογοι και αφηγήσεις
Στο λευκό τετράδιο του μυθιστορήματος οι χαρακτήρες αποθέτουν ο καθένας τον συγγραφικό οβολό του: ο Χάρης και η σύντροφός του Γιάννα, ο γιος του Αντώνη Γιώργος που γύρισε από το αλβανικό μέτωπο ανεπανόρθωτα σημαδεμένος, η σύζυγός του Ευγενία που δυσανασχετεί με την ανατροπή της μικροαστικής καθημερινότητάς της. Ζωηρή δημοτική χρησιμοποιεί η λαϊκή Γιάννα, σε απλή καθαρεύουσα κρατά τις επιστημονικές  σημειώσεις του ο Χάρης, η προσπάθεια όμως να διαφοροποιηθεί γλωσσικά και υφολογικά ο λόγος των προσώπων δεν είναι πάντοτε επιτυχής σε τούτο το μυθιστόρημα που μοιάζει, για να είμαστε ακριβέστεροι, με κινηματογραφικό σενάριο, με σκηνικές οδηγίες, διαλόγους και «οφ» αφηγήσεις.
Την εντύπωση αυτή ενισχύει το κινηματογραφικό λεξιλόγιο στις πρωτοπρόσωπες αυτοαναφορικές σημειώσεις που καταθέτει ο ίδιος ο συγγραφέας στη λευκή σελίδα υπογραμμίζοντας – σε πολλά σημεία αναίτια και καθ’ υπερβολήν – ότι το κείμενο αποτελεί κατασκευή. Τη ματιά της κάμερας υιοθετεί και η αφήγηση επιτείνοντας την αίσθηση της αληθοφάνειας και της αντικειμενικότητας. Η ανέχεια, η πείνα, το κρύο, ο φόβος, οι αλληλοεξοντώσεις, η καθημερινή διαβίωση στην κατοχική Αθήνα δεν ανιστορούνται αλλά υποβάλλονται από ενδεικτικές λεπτομέρειες: μετρήσεις θερμοκρασίας, τιμές αγαθών, ανακοινωθέντα των κατακτητών.
vintage_under2

Δημήτρης Φύσσας: γεννήθηκε το 1956 στην Αθήνα. Σπούδασε Νεοελληνική φιλολογία και Πολιτική  Επιστήμη. Συγγραφέας, δημοσιογράφος, νεοελληνιστής φιλόλογος. Άλλα βιβλία του:

Η γενιά του Πολυτεχνείου. Ένα βιογραφικό λεξικό (Δελφίνι, 1993, εξαντλημένο), Αυστηρώς ακατάλληλον. Προγράμματα αθηναϊκών κινηματογράφων σεξ. Συμβολή στην κοινωνιολαογραφία (Δελφινι, 1994, εξαντλημένο), Αγύριστο κεφάλι (Διηγήματα, Εκδόσεις της Εστίας, 2004), Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος (Μυθιστόρημα, Εκδόσεις της Εστίας, 2005, στ’ έκδοση), Στρατιώτης του Χριστού. Ημερολόγιο δυσμετάφραστο (Μυθιστόρημα, Γνώση, 2008, εξαντλημένο), Οι αστικοί χώροι είναι ποίηση από μόνοι τους. Ποιήματα 1972-2008 (Γιαου Κε., 2008, εξαντλημένο), «Αίμα στο Μοναστηράκι», συμμετοχή στις Υπόγειες ιστορίες (Συλλογή διηγημάτων, Athens Voice, 2008), Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου (Μυθιστόρημα, Εκδόσεις της Εστίας, 2012, β’ έκδοση), Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013 (τα ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΕΔΩ). Ιστορίες του αστικού τοπίου, έρευνα, στο http://www.hestia.gr, Της καύλας + Ου φωνητά. Βωμολοχικά ποιήματα και βωμολοχικές παρωδίες στο http://periodikotrypa.wordpress.com

[Το Βήμα]