Σοφία Δαλαμάγκα,Το καφέ ημερολόγιο [2014]

Αρχείο 30.12.2014

fav-3

Κακά τα ψέματα δεν υπήρχαν ούτε λεφτά, ούτε χρήματα. Έλα όμως που όταν αγαπάς, βρίσκεις. Οι απανταχού ανασφαλείς ερωτευμένοι θέλουν να δηλώνουν παρουσία με κάθε τρόπο, ακόμη και με αντικείμενα που στέκονται συνένοχα και σιωπηλά, σαν στρατιωτάκια πάνω σε ράφια, κρυμμένα σε συρτάρια και ντουλάπες, γύρω από λεπτούς λαιμούς που φίλησες, σε βραχιολάκια φορεμένα από χέρια που σε αγκάλιασαν σε ανύποπτο χρόνο, σε χάιδεψαν και σε έγδυσαν. Ένα βιβλίο, μια σημείωση μέσα του, ο ξύλινος σκονισμένος πινόκιο, μια φυσαρμόνικα κρεμαστό για το λαιμό, έχουν να σου διηγηθούν ιστορίες μικρές και μεγάλες. Για κάποιους είναι απλώς πράγματα. Για τους ιδιοκτήτες, ή τους αιώνιες ενοικιαστές τους είναι η υπενθύμιση ότι υπήρξε, ότι ήταν αληθινό άρα μη διαπραγματεύσιμο.

Ήξερε τι ήθελε εκείνη για δώρο. Ένα δικό της ημερολόγιο. Ακόμη δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που τον οδήγησε σχεδόν μηχανικά να της αγοράσει ένα ημερολόγιο που δεν ταίριαζε στο δικό της χαρακτήρα, αλλά σε εκείνου. Ήταν ένα εγωπαθές και ανασφαλές δώρο. Ήταν το ημερολόγιο που θα ήθελε εκείνος να του πάρουν. Παρόλα αυτά, το κουβαλούσε στη τσάντα της. Από ευγένεια, από οικειότητα, από αγάπη, κανείς δε ξέρει.. Σημείωνε ημερομηνίες από τσακωμούς, από μικρούς χωρισμούς που προεξοφλούσαν τη συνέχεια. Γραφειοκρατικές υποχρεώσεις και πληρωμές. Σκέτη απογοήτευση η ανακάλυψη και η διαπίστωση μετά από μήνες, ότι ακόμη και σε αυτό επικρατούσε σιωπή, λιτές προτάσεις, φειδωλή ακόμη και στα γραφόμενα της. Οι άδειες γραμμές αντιπροσώπευαν την πραγματικότητα εν κατακλείδι. Ήταν τόσο δύσκολο να την ξεκλειδώσεις, ανάθεμα και αν το κατάφερε, ούτε αυτό ήταν ικανό να την κάνει να εξομολογηθεί το τι γινόταν στο μυαλό της και ας ήταν πρόθυμο, γεμάτο άδειες σειρές, να αραδιάσει τη ψυχή της.

Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του, που είχε αγαπήσει τα ορθογραφικά λάθη. Τα σιχαινόταν όσο τίποτα, κυρίως τα δικά του. Ήταν τα δικά της, σε σημειώματα που άφηνε στο ψυγείο, σε λίστες με ψώνια, σε ραβασάκια στη διάρκεια της δουλειάς της. Ήθελε να γεμίσουν το ημερολόγιο της, να γίνει δικό της, με σφραγίδα και υπογραφή τα γράμματα της. Εκείνος έμοιαζε με το ημερολογιο, ένα πράγμα ήθελε. Να είναι κτήμα και ιδιοκτησία της, το χώμα που πατά. Δε ντρεπόταν για αυτό, δε φοβόταν. Είχε έρθει κοντά στην ουσία του, σε αυτό που ήθελε να είναι. Το ημερολόγιο δεν ήταν τίποτα λιγότερο από προέκταση του εαυτού του. Αταίριαστο σε εκείνη, αλλά οικείο και ζεστό.

Πέρασαν αρκετές εποχές, ένα απόγευμα στο ίδιο βιβλιοπωλείο, το είδε. Της έμοιαζε.. Ήταν καφέ, δερμάτινο, το άγγιξε, θυμήθηκε το δέρμα της, μύριζε ενοχικό συντηρητισμό. Ήταν το ημερολόγιο που θα ήθελε εκείνη, που δεν υπηρχε πια ούτε στα πρωινά του, ούτε στις νύχτες του, ούτε στις βόλτες του. Μόνο κάτι βράδια με ή χωρίς κόσμο του ψιθύριζε γεμάτη ανησυχία, που είσαι; Και εκείνος απαντούσε, εδώ.

*

©Σοφία Δαλαμάγκα
φωτο©Στράτος Φουντούλης, “σκουριά” -2011