Πέτρος Κυρίμης, απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «Εγώ ο Χρόνος» [2014]

Αρχείο 29.12.2014

fav-3

Ίσως γιατί εκείνη τη νύχτα είχε πανσέληνο και η θάλασσα λαμπίριζε  μέσα από τα ανοιχτά φινιστρίνια, φτιάχνοντας μιαν ατμόσφαιρα σχεδόν μαγική, ο καπετάνιος δεν άφησε ακόμα να ανάψουν τους κρυστάλλινους πολυελέους της μεγάλης σάλας. Από την ορχήστρα κάποιος άρχισε να παίζει απαλά με την φυσαρμόνικα την «Παλόμα», ήταν επιθυμία του καπετάνιου… «αν τύχη και πεθάνω εκεί στα ξένα… περιστεράκι θα σου το πει εσένα…

Στεκόταν όρθιος μπροστά στο ανοιχτό φινιστρίνι κι ανέπνεε τη μυρωδιά της λαίμαργα σαν εξαίσιο άρωμα στο λαιμό γυναίκας πανέμορφης. Έτσι την ένοιωθε. Γυναίκα πανέμορφη. Την  αγαπούσε με όλη του τη ψυχή. Και κάτι τέτοιες νύχτες που έβαζε τα καλά της, φεγγάρια κι αστέρια να την στολίζουν εκείνος τότε ήξερε μέσα του βαθιά πως για εκείνον μόνο για εκείνον το έκανε. Είκοσι χρονών την παντρεύτηκε στο πρώτο του μπάρκο με ένα μικρό φορτηγό που είχε βάλει ρότα για την Αμβέρσα. Άπειρος μούτσος και το καράβι έπεσε σε θεομηνία κάπου ανοιχτά στη Βόρεια θάλασσα. Τα θεόρατα κύματα μάνιαζαν να καταπιούν το πλοίο κι εκείνος έκανε το λάθος να βγει στο κατάστρωμα. Το κύμα που σάρωσε την κουβέρτα τον πήρε μαζί του και τον εξαφάνισε στα παγωμένα νερά. Μέσα από το πιλοτήριο οι αξιωματικοί της βάρδιας είδαν τη σκηνή και ούρλιαζαν χειρονομώντας αλλά χωρίς να τολμούν να βγουν έξω. Και τι θα μπορούσαν να κάνουν άλλωστε. Μόνο που τότε έγινε κάτι που δεν είχε ξαναγίνει κι ούτε που περίμεναν ποτέ να δουν.. Ακόμα κι όταν έγινε δεν πίστευαν τα μάτια τους.

Το τεράστιο κύμα που τον είχε καταπιεί με απίστευτη μανία, αυτή τη φορά ξαναπέρασε πάνω από το κατάστρωμα αλλά σαν να είχε ξεθυμάνει δεν είχε πια την ίδια μανία. Ανάμεσα σε αφρούς και φύκια ακούμπησε απαλά σχεδόν προστατευτικά τον νεαρό ναύτη πάνω στην κουβέρτα του πλοίου κάτω από τα έκπληκτα μάτια των αξιωματικών. Η θάλασσα λες κι αυτό που ζητούσε το είχε πάρει ησύχασε σιγά, σιγά κι έμεινε ο νεαρός ναύτης ώρα ασάλευτος με ανοιχτά μάτια να προσπαθεί να καταλάβει τι του συνέβη. Καθώς καθάριζε καθιστός τα φύκια από πάνω του ένοιωσε στο δεξί του χέρι κάτω στο παράμεσο δάχτυλο σαν κάτι να το έσφιγγε. Μια θαλάσσια κλωστή είχε τυλιχτεί σφιχτά γύρω του κι όταν μετά από μεγάλη δυσκολία κατάφερε να την ξεκολλήσει έμεινε ένα βαθύ σκούρο σημάδι ίδιο όπως αφήνει ένα δαχτυλίδι όταν μετά από χρόνια το βγάλεις. Πλήρωμα κι αξιωματικοί είχαν εν τω μεταξύ μαζευτεί γύρω του. Σήκωσε χαρούμενα το δάχτυλο και το έδειξε. «Παντρεύτηκα σήμερα – είπε – … με τη θάλασσα». Περάσανε τριάντα χρόνια από εκείνη την ημέρα. Κι ούτε μια φορά δεν την απάτησε. Της έριξε ένα τελευταίο βλέμμα κι εκείνη του το ανταπέδωσε αφήνοντας να λάμψουν πάνω της όλα τα αστέρια

*

© Πέτρος Κυρίμης,
Photo by OneEighteen, Creative Commons 2.0 (by-nc)