Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για την εικόνα του Proust -[3]

Αρχείο 04/01/2015

fav-3

Ο αυθεντικός άναγνώστης τού Proust διατρέχεται συνεχώς από μικρούς φόβους. Διαπιστώνει κατά τα άλλα στη μεταφορική το καταστάλαγμα τής ίδιας μιμητικότητας, πού θα έπρεπε να τον καταπλήσσει σάν αγώνας για τήν ύπαρξη τού πνεύματος κάτω από τό φυλλωτό θόλο τής κοινωνίας. Πρέπει νά αναφερθεί καί κάτι, γιά τό πόσο βαθιά καί γόνιμη είναι ή αλληλοδιείσδυση αυτών των δύο βίτσιων, τής περιέργειας καί τής κολακείας. Συναντάμε σέ ένα αποκαλυπτικό σημείο τού κειμένου τής πριγκίπισσας Clermont – Tonnerre: «Καί δέν μπορούμε τέλος νά αποσιωπήσουμε, τό ότι ό Proust εκστασιαζόταν μέ τή μελέτη τού υπηρετικού προσωπικού. Γινόταν αυτό, επειδή διεγειρόταν εδώ ή διερευνητική του αίσθηση άπό ένα στοιχείο, πού δεν συναντούσε πουθενά ή τούς ζήλευε επειδή ήταν σε θέση να περιεργάζονται καλύτερα τις απόκρυφες λεπτομέρειες τών πραγμάτων πού κινούσαν το ενδιαφέρον του; “Όπως κι άν έχουν τά πράγματα — τό υπηρετικό προσωπικό στήν ποικιλία τών μορφών καί των χαρακτήρων του υπήρξε τό πάθος του». Στίς παράξενες φωτοσκιάσεις ένός Juplen, ένός Monsieur Aimé, μιάς Celeste Albaret έκτείνεται ή άκολουθία τους άπό τή μορφή τής Françoise, πού μέ τά τραχιά οστεώδη χαρακτηριστικά μιάς Αγίας Μάρθας μοιάζει σά νά ζωντάνεψε βγαίνοντας άπό κάποιο προσευχητάρι, μέχρι έκείνους τούς γκρούμ καί τούς chasseurs[1] , πού δέν πληρώνονται γιά τήν έργασία τους άλλά γιά νά περιφέρονται άργόσχολοι. Καί ή άναπαράσταση δέν άπορροφά  ίσως πουθενά άλλοΰ μέ τόσο μεγάλη ένταση το ένδιαφέρον αύτού του είδήμονα τής τελετουργίας, όσο στά κατώτατα άξιώματα. Ποιός θά μπορούσε νά κρίνει πόση ύπηρετική περιέργεια περιείχε ή κολακεία του Proustπόση ύπηρετική κολακεία ή περιέργειά του, καί που έφθαναν τά όρια αύτής τής πανούργας άντιγραφής τοϋ ρόλου τού ύπηρέτη στην άνώτερη σφαίρα τής κοινωνικής ζωής; Τό διευκρίνησε ό ίδιος καί δέν μπορούσε νά κάνει άλλοιώς. Γιατί, δπως άποκάλυψε κάποτε: «voir» καί «désirer imiter» τοϋ ήταν ένα καί τό αύτό. Αύτή τή στάση, τοϋ άνώτερου ταυτόχρονα καί του ύποδεέστερου, έντόπισε ό Maurice Barres μέ μερικά άπό τά πιό άνάγλυφα λόγια πού χαράχτηκαν ποτέ γιά τόν Proust: «Un poete persan dans une loge de concierge».[2] Στήν περιέργεια τοϋ Proust ύπήρχαν στοιχεία ντετεκτιβισμού. Οί άνώτερες δέκα χιλιάδες ήταν γι’ αύτόν μια κλίκα έγκληματιών, μιά σπείρα συνωμοτών άσύγκριτη μέ όποιαδήποτε άλλη: ή Καμόρα[3] των καταναλωτών.

Αποκλείει άπό τόν κόσμο της ότιδήποτε συμμετέχει στην παραγωγή, άπαιτεΐ τουλάχιστον νά κρύβεται αύτή ή συμμετοχή μέ θελκτικότητα καί συστολή πίσω άπό εκείνες τίς χειρονομίες έπίδειξης τών εξευγενισμένων έπαγγελματιών τής κατανάλωσης. Ή άνάλυση τοϋ σνομπισμού άπό τόν Proust, πού είναι πολύ σπουδαιότερη άπό τή δική του άποθέωση τής τέχνης, άποτελεί τό άπόγειο της κοινωνικής του κριτικής. Γιατί ή συμπεριφορά του σνόμπ δέν είναι παρά ή συνεπής, όργανωμένη, σθεναρή παρατήρηση τής ύπαρξης άπό χημικά καθαρή καταναλωτική σκοπιά. Καί έπειδή έπρεπε νά έξοστρακίσει αύτή ή σατανική μαγγανεία τόσο τήν πιό άπομακρυσμένη όσο και τήν πιό πρωτόγονη μνήμη τών παραγωγικών δυνάμεων τής φύσης, γι’ αύτό καί ή άντίστροφη σχέση στόν έρωτα ύπήρξε γιά τόν Proust χρησιμότερη άπό τήν κανονική.

Αλλά ό άμιγής καταναλωτής είναι ό άμιγής έκμεταλλευτής. Καί λογικά καί θεωρητικά. ‘Έτσι παρουσιάζεται στο έργο τοϋ Proust μέ μιά άπόλυτη σαφήνεια τής έπίκαιρης ιστορικής ύπαρξής του. Μέ σαφήνεια, γιατί είναι άδιαφανής καί άκαθόριστος. Ό Proust περιγράφει μιά τάξη, πού είναι ύποχρεωμένη νά άποκρύπτει κάθε σημείο τής ύλικής της βάσης καί έχει γι’ αύτόν άκριβώς τό λόγο προσκολληθεί σέ μιά άριστοκρατία, πού στερούμενη κάθε οικονομικήςσπουδαιότητας, άποκτά μιά ιδιαίτερη χρησιμότητα

σάν προσωπείο τών μεγαλοαστών. Αύτός ό χωρίς αύταπάτες, άνελέητος Εξολοθρευτής τής μαγείας του Έγώ, τού έρωτα, τής ήθικής — σάν τέτοιο προτιμούσε ό P roust τόν έαυτό του — μεταβάλλει όλόκληρη τήν άπέραντη τέχνη του σέ πέπλο αύτού του ένός ζωτικότατου μυστήριου τής τάξης του: του οικονομικού παράγοντα. Αλλά όχι σάν άπολογητής της. Μόνο σάν προπορευόμενός της. Αύτό πού βιώνει έκείνη, άρχίζει νά τοΰ γίνεται ήδη κατανοητό. Πολλά όμως άπό τό μεγαλείο αύτοΰ τοΰ έργου θά παραμείνουν άπρόσιτα ή άνεξερεύνητα, μέχρι νά άποκαλύψει αύτή ή τάξη στήν τελική μάχη τά πιό έκδηλά της χαρακτηριστικά.

III

‘Υπήρχε τόν προηγούμενο αιώνα στή Grenoble — δεν ξέρω, άν ύπάρχει καί σήμερα άκόμα — ένα πανδοχείο με τό δνομα «Au Temps perdu». Καί στό έργο του Proust είμαστε θαμώνες, πού διαβαίνουν κάτω άπό μιά αιωρούμενη πινακίδα ένα κατώφλι, πίσω άπό τό όποιο μάς περιμένουν ή αιωνιότητα καί ή μέθη. Δίκαια έκανε ό F ernandez στό έργο τοΰ Proust τό διαχωρισμό ένός thémede éternité άπό τό théme du temps. Άλλά αύτή ή αιωνιότητα δέν είναι μέ κανένα τρόπο πλατωνική, ούτε ούτοπική: είναι εκστατική. Αν λοιπόν «άποκαλύπτει ό χρόνος στόν καθένα, πού έμβαθύνει στή ροή του, μιά νέα καί άγνωστη μέχρι έκείνη τή στιγμή μορφή τής αιωνιότητας», δέν προσεγγίζει όμως έτσι τό κάθε άτομο μέ κανένα τρόπο «τούς άνώτερους χώρους, οπου έφθασαν ο Πλάτωνας ή ό Spinoza μέ ένα άνοιγμα τών φτερών τους». Όχι —γιατί ύπάρχουν βέβαια στόν P roust κατάλοιπα ένός συνεχούς ιδεαλισμού. Δεν είναι όμως αύτά, πού καθορίζουν τή σπουδαιότητα του έργου του. Ή αιωνιότητα, γιά την όποία άνοίγονται άπό τόν P roust προοπτικές, είναι ό έπαλλασσόμενος, όχι ό άπεριόριστος χρόνος. Τό άληθινό του Ενδιαφέρον άφορά τή ροή τού χρόνου στήν πιό πραγματική, στήν Εναλλασσόμενη δηλαδή μορφή της, πού δέν κυριαρχεί πουθενά λιγότερο παραμορφωμένη άπό ότι στή μνήμη, έσωτερικά, καί στό γέρασμα, έξωτερικά. Ή παρακολούθηση τής άντιπαράθεσης γεράσματος και μνήμης έχει τήν έννοια τής διείσδυσης στήν καρδιά του κόσμου τού Proust, οι correspondaces έγιναν άρχικά άντιληπτές άπό τούς ρομαντικούς καί μέ τήν πιό βαθιά έσωτερικότητα άπό τόν Baudelaire. Ό Proust ύπήρξε όμως ο μοναδικός, πού κατόρθωσε νά τίς φέρει στό προσκήνιο της βιωμένης ζωής μας. Αύτό είναι τό έργο τής memoire involontaire, τής άναζωογονητικής δύναμης, πού μπορεί να άντιπαραρατεθεΐ στό άδυσώπητο γέρασμα. “Οπου καθρεφτίζεται τό παρελθόν στό όλόδροσο «Τώρα», συμπτύσσεται γιά άλλη μιά φορά άπό ένα όδυνηρό σόκ με τήν ίδια όρμητικότητα, πού διαπλέκονται γιά τόν Proust ή κατεύθυνση τού Guermantes μέ τήν κατεύθυνση τού Schwann, στό σημείο (τού δέκατου τρίτου τόμου), πού διασχίζει γιά τελευταία φορά τήν περιοχή τού Combray καί άνακαλύπτει τή συγχώνευση τών δρόμων. ’Αλλάζει τό τοπίο στή στιγμή σάν τόν άνεμο. «Ah! que le monde est grand a la clarté des lampes! Aux yeux du souvenir que le monde est petit!»[4].

Ό Proust κατόρθωσε κάτι τρομερό, νά κάνει στη στιγμή όλόκληρο τόν κόσμο να γεράσει κατά μια ολόκληρη άνθρώπινη ζωή. ’Αλλά αύτή άκριβώς ή συμπύκνωση, στήν όποία λυώνουν άστράφτοντας όσα συνήθως μαραίνονται μόνο καί σβύνουν στο λυκόφως, καλείται άναζωογόνηση. Τό «Α la Recherche du Τemps perdu» είναι ή συνεχής άπόπειρα φόρτισης μιάς όλόκληρης ζωής μέ τή μεγαλύτερη δυνατή έτοιμότητα τού πνεύματος. Ή μέθοδος τού Proust είναι ή έπικαιροποίηση — όχι ή άπεικόνιση. Γιατί κατακλύζεται αύτός άπό τήν αίσθηση τής άλήθειας, ότι δέν διαθέτουμε όλοι τό χρόνο, γιά νά βιώσουμε τά αύθεντικά δράματα μιάς ύπαρξης καθορισμένης. Αύτό μάς γεράζει. Τίποτε άλλο. Οι ρυτίδες καί οί αύλακιές στό πρόσωπο άποτελούν τις καταγραφές τών μεγάλων παθών, τών βίτσιων, τών γνώσεων, πού ήρθαν νά μάς συναντήσουν — άλλά έμείς, οί κύριοι, λείπαμε άπό τό σπίτι.

Από τήν εποχή τών πνευματικών ασκήσεων τού Loyola πολύ δύσκολα εντοπίζεται στά κείμενα τής Δύσης μια ριζοσπαστικότερη απόπειρα αυτοεμβάθυνσης. “Εχει και αυτή σάν άξονα μιά μοναξιά, πού παρασύρει τόν κόσμο στόν Ιλιγγό της μέ τή δύναμη μιάς δίνης. Καί ή εκκωφαντική καί ασύλληπτης κενότητας φλυαρία, πού αναβλύζει άπό τά μυθιστορήματα τού Proust, είναι τό τρομακτικό βουητό, μέ τό όποιο καταποντίζεται ή κοινωνία στήν άβυσσο αύτής τής μοναξιάς. Βρίσκουν έδώ τή θέση τους οί λίβελοι τού Proust εναντίον τής φιλίας. Ή γαλήνη στον πυθμένα αυτού τού κρατήρα — τά μάτια του είναι τά πιο γαλήνια κι άπορροφητικά — ήθελε να κάνει τήν παρουσία της αισθητή. “Ο,τι Εμφανίζεται σέ τόσο πολλά άνέκδοτα μέ τρόπο ιδιόρρυθμο καί προκλητικό, είναι ή σύζευξη μιάς χωρίς προηγούμενο έντονης συζήτησης μέ μιά αγεφύρωτη απόσταση άπό τόν συνομιλητή. Δέν ύπήρξε ποτέ κανείς, πού νά είχε τήν ικανότητα νά μάς δείξει τά πράγματα όπως αύτός. Τό υποδηλωτικό δάχτυλό του είναι απαράμιλλο. ‘Υπάρχει όμως καί μιά άλλη κίνηση στη φιλική συνεύρεση, στή συζήτηση: ή επαφή. Δέν είναι αύτή ή κίνηση πιό ξένη σέ κανένα, άπ’ ότι στόν Proust. Δεν μπορεί αύτός νά άγγίξει ούτε τον άναγνώστη του, δέν θα τού ήταν δυνατό μέ οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Άν θά θέλαμε νά διατάξουμε τήν ποίηση γύρω άπό αύτούς τους πόλους — τόν ύποδηλωτικό καί έκεΐνο τής έπαφής —κέντρο τού ένός θα άποτελούσε τό έργο τού Proust και τού άλλου έκε;iνο τοΰ Péguy. Είναι ούσιαστικά αύτό πού συνέλαβε μέ τόση oοξυδέρκεια o Fernandez: «Τό βάθος ή καλύτερα ή διεισδυτικότητα είναι πάντοτε άπό τή μεριά του, ποτέ άπό τή μεριά τού συνομιλητή». Δεξιοτεχνικά καί μέ μιά δόση κυνισμού Εμφανίζεται αύτό στή λογοτεχνική κριτική του. Σημαντικότερο ντοκουμέντο της είναι ένα δοκίμιο, γραμμένο στό άπόγειο τής δόξας καί στήν καταβύθιση στό νεκρικό κρεβάτι: τό «Α propos de Baudelaire». Ίησουιτικό στή συμφωνία μέ τήν άρρώστια του, άμετρο στήν πολυλογία τοΰ κατάκοιτου, τρομακτικό στήν άδιαφορία τού σημαδεμένου άπό τό θάνατο, πού θέλει νά μιλήσει έδώ γιά άλλη μιά φορά, άδιαφορώντας γιά τό τί θά πεΐ. Έκείνο πού τόν ένέπνεε έδώ μπροστά στό θάνατο, τόν χαρακτήριζε καί στίς σχέσεις μέ τούς συγχρόνους του: μιά τόσο σπασμωδική, απότομη εναλλαγή σαρκασμού καί τρυφερότητας, τρυφερότητας και σαρκασμού, πού κάνει τό αντικείμενό του έτοιμο νά καταρρεύσει άπό εξάντληση.

______________________
[1] υπηρέτες μέ κυνηγετική ατολή (α.τ.μ.)
[2] «”Ενας Πέρσης ποιητής στό καμαράκι ένός θυρωρού» (σ.τ.μ.).
[3] Μυστική πολιτική όργάνωση, πού δροΰσε στήν ’Ιταλία άπό το 1820 εναντίον τών Βουρβώνων καί κατέληξε σέ τρομοκρατική όμάδα, πού διαλύθηκε τό 1927 άπό τούς φασίστες (σ.τ.μ.)
[4]«’Αχ! πόσο μεγάλος είναι ό κόσμος στή διαύγεια τών λαμπών! Πόσο μικρός είναι ό κόσμος στά μάτια τής άνάμνησης!».

Τίτλος Πρωτότυπου
«Zum Bilde Proust»
Μετάφραση από τα γερμανικά : Μηνάς Παράσχης
©ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΤΟΠΙΑ, Αθήνα 1983

 

Διαβάστε: – Μέρος 1Μέρος 2