Πάνος Παπαπαναγιώτου, Αριστοτέλους λέξις [2015]

Αρχείο 05.01.2015

fav-3

Η Αριστοτέλους άδεια. Πουθενά περαστικοί, περιστέρι κανένα. Το μεγάλο ρολόι κι αυτό σταματημένο. Αν φωνάξω θ’ ακουστώ ως τα κάστρα. Tο δοκιμάζω. Μου απαντάνε. Ξανά. Το ίδιο.

Βγαίνω στο δρόμο, κοντά στο άγαλμα. Ψυχή. Περνώ τα δέντρα. Φύλλα για χώμα. Μετράω πλακάκια. Ένα , δυο, τρία, δεν πατάω τις γραμμές. Τέσσερα, πέντε, έξι. Εφτά και χάνω.

Βαριέμαι.

Συνεχίζω προς τη θάλασσα. Ο αέρας παρασέρνει χαρτιά. «Αγοράζω χρυσαφικά». Η ανάγκη ανθρώπους. Έχω μόνο λέξεις σκέφτομαι, κανείς δεν τις αγοράζει. Δεν είναι αξίας είπαν. Κι έφυγαν.

Διασχίζω τις κόκκινες κολώνες. Σφυρίζω, τραγουδάω. Βαριέμαι ξανά. Το πλακόστρωτο γυαλίζει στον ήλιο. Κοιτώ τη σκιά μου. Αναρωτιέμαι ποιά είναι η δική της.
Είμ’ εκεί που στόλιζαν καράβι. Σκόρπια λαμπάκια εδώ κι εκεί. Οι τελευταίοι τα έβγαλαν, πριν το ρίξουν στη θάλασσα. Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι. Η Νύφη είναι γυμνή και ο Θερμαϊκός προσπαθεί να τη σκεπάσει. Μαζεύω τα πόδια, μη βραχώ. Μαζεύω και το βλέμμα. Μη δακρύσω.

Ψάχνω τις τσέπες μου. Πού να’ χω τα τσιγάρα; Ένα εισιτήριο. Αχρείαστο. Μια παλιά απόδειξη. Όχι. Κοιτάω στην τσάντα. Είναι γεμάτη λέξεις. Πρέπει να την αδειάσω, να τα βρω.
Αρπάζω τη λέξη παιδί και την αφήνω κάτω. Βγάζω τη λέξη μπάλα. Την αφήνω κι αυτήν. Τις βλέπω ν’ απομακρύνονται τρέχοντας. Κάνω να τις πιάσω. Το μετανιώνω. Τις χαζεύω. Το παιδί κλωτσάει τη μπάλα. Χτυπάει σε τοίχους, περβάζια, σηκώνεται ψηλά στον αέρα, αναπηδά στο έδαφος. Την κυνηγάει. Την φτάνει για λίγο, την κλωτσάει και πάλι.

Μα πού έχω τα τσιγάρα; Πιάνω μια χούφτα με τις λέξεις πουλιά. Τις αφήνω αλλά δεν φτάνουν κάτω. Τις βλέπω να πετούν και να στέκονται ψηλά, στο απέναντι κτίριο. Από ‘κει ρίχνονται και πάλι στο κενό, περνούν από μπροστά μου φτερουγίζοντας, φέρνουν κύκλους, κάθονται σε ηλεκτρικά καλώδια.

Δεν έχω καιρό γι’ αυτές.

Ξεδιπλώνω τη λέξη άνοιξη και πέφτουν από μέσα της τα λουλούδια και οι μυρωδιές. Κι απλώνεται. Κι ανθίζει. Και σκεπάζει την πόλη. Οι άλλες, ξεθαρρεύουν. Το παιδί κι η μπάλα ανοίγουν το βήμα τους και τα πουλιά μακραίνουν το πέταγμά τους.

Πρέπει, πρέπει να βιαστώ.

Βγάζω τους ήχους, τις γεύσεις, τις μουσικές, τους χορούς, τις αγκαλιές, τα όνειρα, τις καληνύχτες, τις καλημέρες, τους έρωτες, τα σ’ αγαπώ. Βγάζω τα ηλιοβασιλέματα, τα φεγγάρια, τ’ αστέρια, κοιτώ αν μπλέχτηκαν ανάμεσα σε μνήμες κι υποσχέσεις, βγάζω τις ματιές και τα βλέμματα. Βγάζω τα χρώματα, τα γέλια, τα δάκρυα, τις στιγμές, τους αποχωρισμούς.

Δεν βρίσκω τα τσιγάρα. Βγάζω βιαστικά τους ανθρώπους. Μου πέφτει μια από τις λέξεις γυναίκα. Ώσπου να τη βγάλω κι αυτή εκείνοι άρχισαν να περπατάνε, να χορεύουν, να γελάνε.
Οι λέξεις άπλωσαν και μπλέχτηκαν μεταξύ τους. Τα σύννεφα με τα χρώματα και το ηλιοβασίλεμα, τα πουλιά με τα λουλούδια και την άνοιξη και το παιδί με την μπάλα τώρα χορεύει κι ονειρεύεται ότι ο Λευκός Πύργος το καμαρώνει.

Κι ήταν εκείνη που κρατούσε τα τσιγάρα. Έχοντας για παρέα τις λέξεις βλέμμα και όνειρο με πλησίασε και μου πρόσφερε ένα. Μου ζήτησε να περπατήσω μαζί της για λίγο στην παραλία.

Άναψα το τσιγάρο. Πριν πετάξω την τσάντα στην θάλασσα, πήρα μαζί μου τον έρωτα και το φιλί και χάθηκα μαζί της σε μια πόλη από λέξεις.

*

©Πάνος Παπαπαναγιώτου (δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό Μανδραγόρας τχ. 50)
φωτογραφία αγνώστου

Σύντομο βιογραφικό
Πάνος Παπαπαναγιώτου: Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1985 όπου ζει κι εργάζεται. Γράφει διήγημα και ποίηση. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε ιστοσελίδες και περιοδικά.