André Breton, “Στο χιόνι εκείνο που σε βρήκα” -μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής [2015]

Αρχείο 26.2.2015

fav-3

Ο ΤΗΛΕΣΚΟΠΟΣ ΙΧΘΥΣ ΣΠΑΕΙ ΠΕΤΡΕΣ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

Ο τηλεσκόπος ιχθύς σπάει πέτρες στα βάθη των βιβλίων
Και η ηδονή μετά πιάνει και τσουλάει τις πέτρες τούτες
Έτσι όπως πάνε γαϊδουροκαβάλα νεαρότατα κοράσια μιας
—εποχής αλλοτινής
Φορώντας εσθήτες ακακίας
Ο καιρός είναι τόσο αίθριος που τρέμων μην και δεν τελειώσει
Ένα πεταχτό στα μάτια σου φιλάκι κι έπειτα δεν θα σε ξαναδώ
Όλοι μα όλοι οι ύφαλοι τώρα πια είναι αλάργα
Οι τελευταίοι ψάθινοι φανοστάτες οπισθοδρομούν μπροστά σε
—όλους τους φανοσβέστες
Που κάτι άσπρες πεταλούδες τους χαλκεύουνε κάσκα
—σκαφάνδρου
Αλλά δεν θα το διακινδυνεύσουν στην πόλη με τα μεγάλα σαν
—γαϊδουράγκαθα κάγκελα
Όπου πνέει άνεμος ξανθός λες για να ξεριζώσει των
—ελαφροκανθάρων τα κέρατα
Κατοικώ στην καρδιά ενός τέτοιου
—γαϊδουραγκαθοκιγκλιδώματος
Κι εκεί τα μαλλιά σου είναι πόμολα υποβρυχίων θυρών
Χερούλια και όρμοι για να διαγουμίζεις θησαυρούς
Μπορούμε να μπαινοβγαίνουμε στα ριγηλά δωμάτια
Περιπλανώμενοι αφόβως στο δάσος των πιδάκων
Ώσπου να χαθούμε εν τέλει στον τεράστιο ισλανδικό ασβεστίτη
Η σάρκα σου δροσερεμένη απ’ το πέταγμα χίλιων παραδείσιων
—πουλιών
Είναι μια φλόγα που σπιθίζει ψηλά και που κοιμάται στο χιόνι
Στο χιόνι εκείνο που σε βρήκα
Στο πατάκι της κλίνης του ασπρόλυκου ίσαμ’ εκεί που δύναται
—να δει το μάτι

fav-3

ΚΟΣΜΟΣ Σ’ ΕΝΑ ΦΙΛΙ

Κόσμος σ’ ένα φιλί
Ο παίκτης με τις μπαγκέτες από λεπτοκαρυά ραμμένες στα
—μανίκια του
Καλμάρει ένα λεφούσι νεαρών λεοντοπιθήκων
Που σάλο ξεσηκώνοντας μεγάλο από το χείλος κατήλθαν
—της αβύσσου
Όλα εδώ θολώνουνε και βλέπω τη νυκτερινή διερχόμενη άμαξα
Να τη σέρνουν μεξικανικές αμφίβιες σαλαμάνδρες γνωστές ως
—αξολότλ με κάτι μπλε υποδήματα
Σπινθηροβόλα εμπασιά του δρόμου που οδηγεί όποιον τον
—τραβάει ντουγρού στον τάφο
Τον στρωμένο με βλέφαρα και με τις βλεφαρίδες τους
Των αντιποίνων ο νόμος έναν ολόκληρο λαό δεκατίζει
—αστέρων
Κι εσύ πας και μου στολίζεσαι με δρόσο μελανή
Ενώ τα τρομαλέα ορόσημα του νου
Με κόμες αμπελώδεις
Κατασχίζονται και δη κατά μήκος
Τη διάβαση ελευθερώνοντας στους πάλλευκους ερωδιούς
Που επανακτούν εξ εφόδου τη γειτονική μας λίμνη
Τα κάγκελα του θεάματος είναι ροδανισμένα θαυμασίως
Και μια εκεί επιμήκης άτρακτος επιμαρτυρεί απλώς του
—ανθρώπου το φευγιό την απόδραση
Λίγο μετά το χάραμα στις επιφανείς μηδικές πόες σε κάτι
—περιώνυμα τριφύλλια
Η ώρα
Τώρα πια είναι κάτι λιανά απ’ τα χρυσά νομίσματα της
—αθιγγανίδος που κουδουνίζουνε
Με γιρλάντες καλλιόψειες
Μια ιππεύτρια στητή ολόρθη σ’ ένα άλογο καλπάζον σ’ έναν
—ψαρή απάνω διάστικτον με βόλια αδόκητης νεροποντής
Από μακριά οι βραχίονές της είναι πάντα σε έκταση
Ο κεκονιαμένος ρόμβος από κάτω μου θυμίζει
Το αντίσκηνο με τους γαλάζιους βίσονες
Που κεντήσανε οι Ινδιάνοι που ’χα στο προσκέφαλό μου
Έξω ο αέρας προβάρει χειρόκτια από βίσκο κοινώς γκυ
Πάνω σ’ έναν πάγκο καθαρού νερού
Κόσμος σ’ ένα φιλί κόσμος
Δικά μου τα όστρακα
Τα καύκαλα της μεγάλης ουράνιας χελώνας με κοιλιά
—υδρόφιλου
Που κάθε νύχτα στο αλώνι μάχεται του έρωτα
Με τη μεγάλη μαύρη χελώνα με τη γιγαντιαία των ριζών
—σκολόπεντρα

*

Μετάφραση©Γιώργος Κεντρωτής