Καίτη Παπαδάκη, Δώδεκα μέρες [2015]

Αρχείο 28.9.2015

fav-3

Κίνηση πρώτη: μεταβολή στην πιο εντυπωσιακή μορφή . Φτερά τεράστια, κίτρινα προς λαχανί, αντάξια μεγαλοπρεπούς λεπιδόπτερου. Κορμός παχύς ,σκούρος καφέ, βελούδινος στο άγγιγμα, τρία ζεύγη ποδών, προβοσκίδα, κεραίες.

Κίνηση δεύτερη: έξοδος από το σώμα. Οδός προς την ελευθερία. Η ίδια που τον έφερε στο θάνατο.

Κίνηση τρίτη: αποχαιρετισμός. Θα μπω από το παράθυρο που ανοίγει η Άννα  κάθε πρωί, χειμώνα – καλοκαίρι. Από το δυτικό μπαλκόνι. Θα φωτίσω σαν να ήμουν κόσμημα το μαύρο της φόρεμα, θα τους κοιτάξω  όλους για τελευταία φορά από ψηλά, περπατώντας ανάποδα στο ταβάνι-πολύ διασκεδαστική ικανότητα- και θα χαθώ για λίγο στα κλαδιά του αγαπημένου του φίκου.

Κίνηση τέταρτη: αναζήτηση καινούριας ύπαρξης, ώστε να ενσωματωθώ και να γαληνέψω. Αλλιώς θα πεθάνω τη δωδέκατη μέρα.  Οι πεταλούδες δεν ζουν παραπάνω συνήθως. Τόσο μόνο. Σε ώρες; Διακόσιες ογδόντα οκτώ. Ακούγεται καλύτερα. Ακόμα κι αν δεν βρεις το κατάλληλο σώμα, μέσα σ’ αυτό το διάστημα μπορείς να ταξιδέψεις, να μυρίσεις λουλούδια, να κοιμηθείς σε φρεσκοκομμένο γρασίδι, να γευτείς γύρη, χυμούς ή και να ερωτευτείς.

Μπορούσα να μείνω. Να με τσαλακώνει και να τον βασανίζω. Μα θα ρισκάρω κι ας είναι ο χρόνος εναντίον μου. Είμαι όμορφη και θέλω να ζήσω τη ζωή που διάλεξα. Ποτέ δεν τα καταφέραμε να γίνουμε ένα. Εγώ γεμάτη επιθυμίες κι αυτός αδιάφορος και θλιμμένος. Πάντα σιωπηλός. Ασφυκτιούσα. Δεν υπήρχε τίποτα να με κρατήσει μέσα του. Από κουκούλι προστασίας μεταμορφωνόταν σιγά-σιγά σε κουφάρι. Η στιγμή δεν θ’ αργούσε, οι ώρες δεν περίσσευαν. Οι πληγές στη ζωή του άνοιγαν η μία μετά την άλλη.  Από κει κρυφοκοιτούσα το φως .  Η απόφαση είχε παρθεί… μεταμορφωνόμουν κι εγώ. Πετάριζα πια με  τα  νεαρά φτερά από τα πόδια στο κεφάλι του κι αντίστροφα. Αγωνιούσα ψάχνοντας να βρω ένα άνοιγμα κατάλληλης διαμέτρου, ώστε να επιτρέψει την έξοδο.

Κάπου κοντά στο στήθος δημιουργήθηκε η πύλη που περίμενα.  Οι γιατροί μίλησαν για  μια παράξενη ασθένεια. Εγώ απλώς λέω πως μου χάρισε το μεγαλύτερο πέρασμα. Να γλιτώσω. Να σωθεί ένα μέρος του. Να γευτεί μέσα από μένα όσα έχασε. Οι ρόλοι αντιστράφηκαν με μια κίνηση.

Μόλις βρήκα ευκαιρία ξετρύπωσα! Τα φτερά μου, τρεμάμενα, σιγά-σιγά σταθεροποιήθηκαν. Έκανα έναν κύκλο γύρω του, τον άγγιξα στο μέτωπο κι έφυγα. Έφτασα στο σπίτι. Έπαιξα με τα μαλλιά της μικρής, έκατσα στο στήθος της Άννας- τα μαύρα ρούχα της σκοτείνιαζαν το πρόσωπο- γαργάλησα τη μύτη του Πλούτο…τελευταία στάση ο φίκος. Τον είχε πάρει εκείνος από μια υπαίθρια αγορά και τον κλάδευε ανελλιπώς. Ήταν γεμάτος καινούρια λαχανί κλαδιά. Το φρέσκο χρώμα τους ήταν το μόνο πράγμα απ’  το οποίο η ψυχή του είχε γαντζωθεί στον κόσμο. Κρύφτηκα στα φύλλα. Ύστερα βγήκα απ’ το παράθυρο όπως μπήκα. Tο ίδιο βιαστικά.

*

©Καίτη Παπαδάκη
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com