Πάμπος Κουζάλης, τρία ποιήματα από τη συλλογή “σχεδόν” [2016]

Αρχείο 04/02/2016

fav-3

Χρυσοπέρτικα

Ο πόνος ο πραματευτής περνά στη γειτονιάν του
Θωρεί τον Λιόντα γελαστόν που κά’ στη λεμονιάν του
Λαλεί του, πόψε έννα χαθεί η μέρα τζιαι το φως σου
Με τέρτιν εκατόφυλλο θα μείνεις μανιχός σου

Η νύχτα μπαίνει φουρκαστή να της το μαντατέψει
της κόρης πως ο χάροντας εν νάρτει να την κλέψει
Η κόρη εσυντρομάχτηκε, βουρά να μανταλώσει
Στο μακρυνάριν έμεινεν κρυφτή για να γλιτώσει

Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ονειρεύτηκα

Με το μασιαίριν του ληστή θερίζει την ο χάρος
Ευτύς εγίνην άφαντος ο σκοτεινός κουρσάρος
Πριχού ν’ αφήκει τη ψυσιή να φκει που τη φωλιάν της
αγκάλιασεν τ’ αγέννητο μωρό μέσ’ την τζιοιλιάν της

Μπαίνει της πόρτας όμορφος ο Λιόντας ποσταμένος
Με μια φωθκιάν πρωτόπλαστην εβρέθηκε ζωσμένος
Το άσπρον το φουστάνι της θωρεί το πορφυρένο
τζι αφήνει πά στα σιείλη της φιλί μαλαματένο

Κοντά στη νεροθκιάβαση με τον φονιάν παλεύκει
Πετά μια χρυσοπέρτικα που δίπλα του τζιαι φεύκει
Ανοίξαν τα επουράνια τζι η αγάπη του φωνάζει
Πρόσεχε, Λιόντα, τζι εν βαστώ να πιω τζι άλλο μαράζι
Εππέσαν τα μασιαίρκα τους στη γην την πικραμένη
τζι εμείνασιν αντικριστοί θκυο βράχοι αρματωμένοι

Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ερωτεύτηκα

fav-3

Πηνελόπη

Σαράντα χρόνια κυοφορώ μια πέτρα
Ο άντρας μου δεν θέλησε πατέρας της να γίνει
Με χώρισε, παντρεύτηκε μια νύχτα το σκοτάδι
Ως τα σαράντα του άνεμος γινότανε πυκνός
και μου ’σβηνε τις λάμπες πετρελαίου
και μ’ άφηνε ασήμαντη
τυφλή να πλέκω χρόνια
Μα στέρεψαν τα νήματα
Γυμνά μασούρια στέρφα
χωρίς ποτέ ξανά την παρουσία δική του
Με της βελόνας μου κεντρί δίχως κλωστή
γαζώνω πένθους νυφικό και λειώνουν οι λαμπάδες
Προβάρω το και με τρυπούν και πέφτουν οι καρφίτσες
Οι πιέτες μαραζώνουνε
Έκλειψη σώματος
Οι πεθυμιές παράνυμφοι
Το βέλο πιάνεται στου τοίχου ένα καρφί
Απόψε μύρισε το στήθος μου λεβάντα
Πάντα του άρεσε, θυμάται;
Του ’βαλα και στην τσέπη του κρυφά
Να ’χει να με μυρίζει εκεί στα κάτω σπίτια

fav-3

Ψυγείο

Μακρόσυρτα αλυχτίσματα βγαίνουν απ’ το ψυγείο
Ανοίγω την πόρτα απότομα
Απόλυτη σιωπή
Οι ήρωες ασάλευτοι
κρεμασμένοι απ’ το τσιγκέλι
Όσο είχαν αίμα το ’δωσαν
Στο δάπεδο που χόρεψαν
δεν βρίσκω ούτε σταγόνα

*

©Πάμπος Κουζάλης

Ο Πάμπος Κουζάλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί για τηλεοπτικές παραγωγές και για θεατρικές παραστάσεις στην Κύπρος και στην Ελλάδα. Έχει εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές από το Παράκεντρο: “ραπτός λόγος” το 2003 και “ένα” το 2001.