Αντρέας Πολυκάρπου, “Τα μαρτύρησε όλα ο τυφλός ραψωδός” -ποίηση

Αρχείο 05/02/2016

fav-3

ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΙΑ ΤΟΥ ΣΕΡΑΠΕΙΟΥ

Στο Σεράπειο ολόκληρη στήθηκε λιτανεία από του Εσταυρωμένου τους πιστούς.
Το αγιασμένο τους νερό ξόρκιζε των μυστών τις τελετουργίες και τα δοξασμένα όργια.
Στον παγανιστικό βωμό, εκεί που άλλοτε διαμελίζονταν οι άζευκτοι κριοί,
όρθωσαν ολάκερο εικονοστάσι.
Άγουροι νέοι ύψωσαν τα επάργυρα εξαπτέρυγα.
Οι ίδιοι που αιώνες πριν κρατούσαν στα χέρια τους φαλλούς
και γονιμοποιούσαν την ευλογημένη των Ελλήνων γη
τώρα τα μαύρα και στεγνά φόρεσαν ράσα.
Ολόκληρος ορθώθηκε άμβωνας στηριζόμενος σε δωρικούς κίονες.
Δωρικούς, λιτούς και απέριττους σαν το κάλλος του εξόριστου, μαινόμενου Θεού.
Ρασοφόροι ανέβαιναν ένα- ένα του άμβωνα τα σκαλιά
κηρύττοντας από ένα χειρόγραφο βιβλίο με χρυσοποίκιλτα γράμματα
και πεπαλαιωμένες νουθεσίες.
Το κρασί χυμένο στο ξύλο του Σταυρού
σαν το αίμα των τράγων που πότιζε του Σεράπειου τα θεμέλια.
Με της αμπέλου το κρασί κοινωνούσαν τώρα το Άγιο του Θεού πνεύμα.
Ζωντανός ακόμη ο Ιουδαίος σωτήρας διαμέλισε τη σάρκα Του και αφαίμαξε το αίμα Του.
Σώμα και αίμα ενός πανάγαθου Θεού.

Το ίδιο του σταφυλιού κρασί
πότιζε παλαιότερα τους τοίχους του μαγαρισμένου, πια, Σεράπειου.
Πνιγμένο στης αμπέλου τις ρίζες
το Σεράπειο αδύνατο ήταν ένα με τη γη να γίνει.
Το στήριζαν του Ολύμπου οι Δώδεκα
που σαν τους Αποστόλους εξορίστηκαν σε τοιχογραφίες και σαρκοφάγους.
Με το κρασί της αμπέλου ξεδιψούσαν τα πάθη τους οι περιστρεφόμενοι διονυσιαστές.
Χωμένοι στις κατακόμβες πια τι τους έμεινε να προσμένουν;
Αυτοί, όμως, δεν δείλιασαν το Σταυρό σαν είδαν να υψώνεται στο Γολγοθά.
Το σύμβολο αυτό δεν το γνώριζαν.
Αυτοί ήξεραν την άμπελο και το διαμελισμένο του Ζαγρέα σώμα,
όταν με χέρια άοπλα βύθιζαν τα σαρκοβόρα δόντια τους σ’ ενός ταύρου τη σάρκα.
Το ζωοποιό αίμα να μεταλάβουν και τη σάρκα να γευτούν
του μανιασμένου θεού οι ωμοφάγοι.

Ανάμεσα στα χαλάσματα και στα ακέφαλα πια ξόανα
στάθηκε της Αιγύπτου ο Θεόφιλος.
Εντολή ήταν δική του τους παγανιστικούς ναούς σε χριστιανικούς να μετατρέψουν.
Τον ήχο του νταουλιού και του άσκαυλου
να καλύψουν οι εύηχες των Αγίων ψαλμωδίες και η απογευματινή καμπάνα.
Τις άναρθρες κραυγές για πάντα να σκεπάσουν οι βυζαντινοί δρόμοι
με τα θυμιάματα και το αγιασμένο λιβάνι.
Τα παλαιά των παγανιστών σύμβολα και τους γονιμοποιούς φαλλούς
στην πυρά να κάψουν.

Να εκδικηθούν θέλησαν του Τιμόθεου το φρικτό θάνατο.
Τότε που οι Εφέσιοι Σάτυροι τον διαπόμπευσαν και τον μαγάρισαν
μπροστά στου Παύλου τα φοβισμένα μάτια.
Μέσα στις επιστολές του τους Σιληνούς και τους Σατύρους δεν θέλησε να ζωντανέψει.
Καμία γι’ αυτούς να συντάξει λεκτική γραμμή.
Φοβισμένος κλείστηκε σε μια λάρνακα προσμένοντας τους βέβηλους ιερωμένους.
Τον είδαν, όμως, να κοιτάει με βδελυγμία τους εκστασιασμένους δωδεκαθεϊστές
καθώς ανοιγόκλεινε τα μάτια του στις προσευχές του.

Από τα συντρίμμια του Σεράπειου
χορεύοντας μανιασμένος φεύγει ο Διόνυσος.
Παρά ανώφελα τον Εσταυρωμένο να προσκυνήσει και το κεφάλι να κάμψει
προτίμησε το δρόμο της αίρεσης να πάρει.
Το γνώριζε, ήταν σίγουρος πια τους πιστούς και τους ιερείς σαν είδε,
ότι με τα μαύρα του Εωσφόρου φτερά θα του έντυναν τους ώμους
και δεμένο θα τον έσερναν στα Ευαγγέλια τους του Θεού οι νομοθέτες.
Αυτός υπήρξε η άμπελος που αναρριχήθηκε στο Σταυρό και κάλυψε τη γύμνια του Ιουδαίου.
Σ’ αυτόν δεν ταίριαζαν οι μανδύες, οι ιεροί άρτοι και τα δισκοπότηρα.
Συγχωροχάρτι δεν έμελλε να ζητήσει από κανέναν ιεροεξεταστή.
Το δρόμο, λοιπόν, πήρε του Ορφέα
και με τη μουσική της λύρας του κατασπαραγμένου μουσικού
χόρεψε τις Μαινάδες στον τελευταίο παγανιστικό χορό
με τις εκκωφαντικές κραυγές και τα διαμελισμένα κορμιά.

fav-3

ΤΟ ΚΤΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ

Τι ένδοξη πόλη
επρόκειτο να χτίσει
το αδικημένο του Νουμίτορα γένος
υπό το βλέμμα των Αρκάδων.

Θήλαζαν της λύκαινας το γάλα
όταν ο Φαυστύλος, του Άρη
εξετέλεσε τις εντολές
αναθρέφοντας της δόξας τους βασιλείς.

Μαγαρισμένη της Εστίας Ιέρεια,
οι δάφνες του πολέμιου Θεού
έντυσαν της Ρώμης τους γεννήτορες .
Θέλημα ήταν των Ολυμπίων.

Αμόλλιε, κοίτα τα δίδυμα που λιάζονται.
Το υδάτινο του Τίβερη στρώμα
έθρεψε τα κρίματα σου.
Το βασίλειο σου σβήνει.

Άποικοι του Ευάνδρου
ταυτοποιήθηκαν ως Ρωμαίοι.
Αρκαδικό το αίμα
που τιμά το γητευτή των βοδιών του Γηρυόνη.

Ήταν εντολή της Νικοστράτης
προτού ο ένας των διδύμων
εκμαυλίσει την Ποσειδώνια ιπποδρομία.
Τότε οι Θεοί αλλού έστρεψαν το βλέμμα.

Την ύβρη του δεν θέλησαν να δουν.
Το παρθενικό αίμα
αφύπνισε το ζωώδες
της λύκαινας ένστικτο.

fav-3

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Για τον Αϊλάν και το Γκάλεμπ

Μαυροφορεμένοι όλοι σήμερα στην Πνύκα οι ρήτορες.
Ο Δημοσθένης άλαλος και χλωμός κοιτάει τον Ευριπίδη που πενθεί.
Αδύνατο του είναι για το χαμό αυτό να γράψει.
Ποιος θίασος θα διανοηθεί με ένα τέτοιο δράμα τους πολίτες να ψυχαγωγήσει;
Ποιος τον Οδυσσέα θα υποκριθεί;
Ποια μάσκα το πέτρινο θα καλύψει πρόσωπο;
Ποιος τα ματωμένα και ανίερα χέρια του σαν γάντια στα δάχτυλα θα φορέσει;
Ο Περικλής ντροπιασμένος κάθεται βουβός στης δημοκρατίας τον βράχο.
Το αιμάτινο στίγμα έβαψε τα Ιερά της Αθήνας.
Κάποια χέρια της ιερής ράτσας βάφτηκαν με άωρο αίμα.
Τα μαρτύρησε όλα ο τυφλος ραψωδός
μη μπορώντας άλλο το κρίμα αυτό να κουβαλά.
-Τι σόι Έλληνας κι αυτός που φανερώνει τα ματωμένα της συνείδησης μας δρώμενα,
εμείς είμαστε γένος που κρατάει απ’ τους Θεούς.
Σώπασε φωνή τυραννική που κρύβω μέσα μου.
Σώπασε για πάντα και άκου το λυγμό της Ανδρομάχης.
Γλώσσα μου εσύ σκληρή σαν μάρμαρο σεβάσου τον πόνο του άωρου νεκρού.
Σώπασε κτήνος εσύ ανίερο της άγιας φυλής μας,
εσύ που διψάς για αμόλυντο αίμα και ανόθευτη ιστορία.
Τώρα και για πάντα κατάπιε το φαρμάκι σου και ξεψύχα.
Αναμεμειγμένο του Σωκράτη το κώνειο με του Αστυάνακτα το αίμα.
-Δεν ήταν κώνειο. Θαλασσινό μοναχά νερό.
Πηκτό αλάτι για να ταριχεύσει το σώμα σου στη συνείδηση μας.
Μούδιασε η γλώσσα μου απ’ το θαλασσινό νερό που σού ξέπλυνε τη ζωή.
Δεν θέλω να κλάψω.
Φοβάμαι μη τα δάκρυα μου σε πνίξουν.

-Επάνω στα τείχη της Τροίας είδα τον πολυμήχανο.
Μην μού μιλάς γι’ αυτόν.
Δεν θέλω να ξέρω τίποτα.
-Τον είδα, τον Αστυάνακτα από το πόδι να κρατά.
Σώπα. Η φυλή μου είναι ιερή. Σώπα…
-Τον κουνούσε στον αέρα σαν λάβαρο θανάτου.
Σώπα. Εμείς δεν τα κάνουμε αυτά. Σώπα…
-Κοίτα το νεκρό του σώμα. Το απόθεσαν στην Εκκλησία του Δήμου.
Δεν βλέπω τίποτα. Δεν πιστεύω τίποτα.
-Κοίτα το Αχαιέ. Κοίτα το σου λέω.
-Της φυλής σου κατόρθωμα.

Τι να γράψω αγόρι μου για σένα;
Ένα νανούρισμα θα γράψω.
Να στο ψιθυρίζουν οι Νηρηίδες στα κύματα επάνω που κοιμάσαι.
Και οι χίλιες του Πρωτέα μορφές να σού κρατάνε συντροφιά.
Το σώμα σου θα χαράξω στα αρμυρίκια και στα ασπρισμένα βράχια.
Να μείνει για πάντα η εικόνα σου στη θάλασσα που ταξιδεύει τον πόνο σου.
Τι να γράψω αγόρι μου;
Σήμερα θα γράψω με θαλασσινό νερό επάνω στα φύκια.
Τι να γράψω όμως;
Το άψυχο σώμα σου ολόκληρη της ανθρωπότητας η ποίηση.

Κι αν η φυλή μου είναι άγια και η ράτσα μου ιερή,
σήμερα ολάκαιρος ο Παρθενώνας συντρίμμια έχει γίνει.

*

©Αντρέας Πολυκάρπου
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com