Πέτρος Κυρίμης, Οι κουπάτες [2016]

Αρχείο 04/03/2016

favicon

«Κουπάτες» τις λέγαμε, γιατί ήτανε στρογγυλές σαν κούπες. Ίσως γιατί τότε δεν ξέραμε εκείνα τα ψηλά κρυστάλλινα ποτήρια της σαμπάνιας, ή εκείνα τα μεγάλα ποτήρια του κονιάκ, που εγώ, όταν τα  είδα για πρώτη φορά, χρόνια πολλά αργότερα, έκανα τη σκέψη, ότι έτσι έπρεπε να τις ονομάζαμε και πως «κουπάτες» σίγουρα τις αδικούσαμε.

Όταν είχαμε ανέβει στον Πειραιά, είδα κάτι σφεντόνες του εμπορείου, αλλά δεν είχανε καμία σχέση κι ούτε καταδέχτηκα να τις κοιτάξω δύο φορές.

Οι δικές μας, φτιαγμένες από ξύλο αγριελιάς, περίτεχνα στολισμένες, έμοιαζαν σαν μικρά έργα λαϊκής τέχνης. Τις περνούσαμε γύρω στο λαιμό, να κρέμονται στο στήθος μας, σαν κόσμημα και σαν φυλακτό.

Ιδιαίτερα με συγκινούσαν – και τις θυμάμαι μέχρι σήμερα ολοζώντανα – όχι εκείνες οι καινούργιες που έλαμπαν από εφηβική φρεσκάδα, αλλά εκείνες που με το χρόνο και την πολύ χρήσει, είχαν πάρει τη στιλπνή γυαλάδα του απολιθώματος.

Δυο, τρία συνομήλικα ή λίγο μεγαλύτερα παιδιά είχανε τέτοιες σφεντόνες κι αυτό ήταν αδιαφιλονίκητη ένδειξη, ότι κάτεχαν το αξίωμα του κυνηγού. Αυτά τα παιδιά δεν έπαιρναν μέρος στο «σημάδι», δεν καταδέχονταν. Αυτό το «σημάδι» ήταν παιχνίδι καθημερινό, πάνω σε άδεια τσίγκινα κουτιά, που χρησίμευε σε όλους εμάς, πιο πολύ σαν δικαιολογία που είχαμε στην κατοχή μας μια σφεντόνα και λιγότερο σαν εξάσκηση για κάποιο μελλοντικό κυνήγι.

Ο φόβος της ταπείνωσης του γυρισμού από το κυνήγι με άδεια τσάντα, μα πιο πολύ ο φόβος για τις πολλές μικρές οχιές που παραμόνευαν σχεδόν κάτω από κάθε πέτρα μέσα στα ξεράγκαθα, μας έκοβαν το θάρρος και την όρεξη.

Αυτές οι «κουπάτες» λοιπόν, ξεχώριζαν αμέσως από τις δικές μας και θεωρούσαμε μεγάλη τιμή και ένδειξη φιλίας, αν ένα από αυτά τα παιδιά, μας την εμπιστευότανε έστω και για λίγα λεπτά.. Ίσως αυτός να ήταν κι ο λόγος που αργότερα διαβάζοντας την Ιλιάδα, εκτίμησα πάρα πολύ την πράξη του Αχιλλέα να εμπιστευθεί τα όπλα του στον Πάτροκλο.

Κατ αρχήν ξεχώριζαν από τα λάστιχα τους. Δεν είχαν τα συνηθισμένα λεπτά τετραγωνισμένα του εμπορίου, αλλά λάστιχα σαμπρέλας, φαρδιά και κομμένα από τα ίδια τα παιδιά, που για να τεντωθούν χρειαζόταν διπλάσια δύναμη από ότι τα δικά μας.

Η πέτρα έφευγε με τρομαχτική δύναμη και ταχύτητα και πολλές φορές χτυπούσαν πουλιά σε μεγάλο ύψος.

Έπειτα, η λαβή καθώς και τα πλάγια, ήτανε περίτεχνα ξυσμένα και τυλιγμένα σφιχτά με σπάγκο ή λεπτό καλώδιο. Μα εκεί που ήταν όλη η ομορφιά τους, ήτανε και το σημείο ακριβώς που πήραν  το όνομα τους. Ήτανε το σημείο που ένα λεπτό σύρμα λύγιζε με τέχνη τα δυο άκρα τους και τις έκαναν να μοιάζουν πράγματι με όμορφες κούπες.

Το μικρό άνοιγμα που άφηναν τα δύο άκρα, χρησίμευαν και για αλάθητο στόχαστρο.

Μερικές από αυτές τις σφεντόνες, ήτανε τόσο πολύ μεταχειρισμένες, (λάστιχα κομμένα και ξανά ματισμένα με σπάγκο, γδαρσίματα κ. λ. π } που σου ενέπνεαν σχεδόν τον σεβασμό. Όπως εκείνοι οι άντρες που γυρνάνε ανάμεσα μας με κομμένα ποδάρια ή χέρια και ακούς να λένε πως τα έχασαν στον πόλεμο.

*

©Πέτρος Κυρίμης
φωτο©Moutsos.gr