Τέτη Θεοδώρου, Τι είναι το μποζόνιο Higgs

Αρχείο 17/03/2016

fav-3

Η Μαρία κοιτούσε τα έγγραφα της απόλυσής της και άφηνε τα δάκρυα της να ρέουν. Λέρωσε το χαρτί με υγρές βούλες καθώς πήρε το στυλό για να υπογράψει με χέρια που έτρεμαν. Θα ήθελε να μιλήσει αλλά ένας λυγμός τής είχε φράξει το λαιμό. Η ταμίας τής μετρούσε αμίλητη τα χρήματα της αποζημίωσής της και ντρεπόταν να την κοιτάξει στα μάτια, προσπαθούσε να συγκεντρωθεί και να εφαρμόσει τις οδηγίες που είχε πάρει αλλά και δική της ψυχική κατάσταση ήταν άθλια. Γύρισε και εξέτασε το γραφείο της με βλέμμα τρομαγμένο, ύστερα σηκώθηκε και αγκάλιασε την Μαρία που τρανταζόταν πια στην προσπάθειά της να πάρει ανάσα από ένα βουβό κλάμα. Ένα ντοσιέ σπρωγμένο από την φόρα των κινήσεων τους έπεσε στο πάτωμα με θόρυβο. Πισωπάτησαν και οι δυο ξαφνιασμένες. Κάποιος είχε έρθει στην πόρτα και φώναξε το όνομα της Μαρίας με χαμηλό συνωμοτικό τόνο, πίσω του στέκοταν άλλοι τρεις αμίλητοι. «Δεν θα φύγεις έτσι, θα πάμε κάτω να συζητήσουμε», είπε ο άντρας, «το σωματείο μας πρέπει να πάρει θέση. Η απόλυση μιας δημοσιογράφου για  μια είδηση στα ψιλά είναι εκφοβισμός. Άσε τα χαρτιά, μην υπογράψεις και πάμε στο καφενείο». «Κλείδωσε το ταμείο», είπε κάποιος και έφυγαν όλοι μαζί στο διάδρομο, Πίσω τους άκουσαν το τηλέφωνο του ταμείου να χτυπάει.

Η επόμενη μέρα για την Μαρία ήταν πιο ξεκάθαρη, δεν ένοιωθε απόβλητη. Είχε συσπειρώσει τον θυμό των συναδέλφων της αλλά δεν ήξερε να το διαχειριστεί  αυτό. Αισθανόταν ανασφάλεια εξαιτίας της αδικίας και η χαμηλή της θέση στην δημοσιογραφική ιεραρχία μαζί με τη συζητούμενη απεργία θα την έφερνε σε δύσκολη θέση στο μέλλον. Πήγε στο γραφείο σαν μην τρέχει τίποτα όπως είχαν συμφωνήσει και τους βρήκε όλους στην είσοδο. Ο φίλος της, ο Κοσμάς, κρατούσε στα χέρια του το φύλλο από το εβδομαδιαίο έντυπο «Το Κουτί» και της το κουνούσε θριαμβευτικά. Το πρωτοσέλιδο είχε μεγενθυμένη την ειδησούλα που της είχαν ζητήσει να γράψει: «Ο κύριος Υπουργός Μεταφορών δεν πληρώνει την κλήση της τροχαίας». Αυτή ήταν η αιτία της απόλυσή της και της είχε ζητήσει να την γράψει ο προϊστάμενός της. Όταν την είχε τελειώσει την υπέγραψε με τα αρχικά της και την έστειλε στην σύνταξη μαζί με τις άλλες δουλειές. Αντί να γυρίσει τα μέσα φύλλα για να δει τι άλλο είχε γραφτεί σ’ αυτή την ελαφρώς κίτρινη ξεμπροστιάστρα εφημερίδα πολιτικού σχολιασμού, αναζήτησε τον προϊστάμενό της στο πλήθος. Τον είδε σε ένα πηγαδάκι και κρατώντας ακόμα το φύλλο τον πλησίασε.

«Μαρία μου!», την αγκάλιασε.«Κορίτσι μου μην φοβάσαι για τίποτα, μίλησα με τον αρχισυντάκτη και τον πρόεδρο, ανακαλούν την απόφαση τους», είπε με τον συνηθισμένο του στόμφο.

Οι συνδικαλιστές που τον περιτριγύριζαν φρόντισαν αμέσως να την χαιρετήσουν δια χειραψίας και την χτυπούσαν κι αυτοί φιλικά στην πλάτη. Η Μαρία τάχασε και δεν έκανε την ερώτηση που ήθελε στον προϊστάμενο, γιατί την είχε βάλει να γράψει αυτή τη μαλακία που σίγουρα δεν διάβασε κανείς άλλος εκτός από τον υπουργό!

Ο υπουργός θα ήθελε κι αυτός να κάνει μια ερώτηση στον προϊστάμενο της Μαρίας: «Την Τρίτη το βράδυ είχε σβήσει την κλήση, την Τετάρτη η εφημερίδα δημοσίευσε ότι δεν πληρώνει την κλήση και την Πέμπτη «το Κουτί» είχε δημοσιεύσει και για την απόλυση και αιτία της. Ποιος τον είχε βάλει στο μάτι;» Μαζί με τον γραμματέα του κοίταζαν την δεύτερη σελίδα με την συνέντευξη της Μαρίας και μελετούσαν το ανυπόγραφο άρθρο.

«Είναι πολύ νέα», είπε ο γραμματέας.«Αλήθεια κύριε υπουργέ ζητήσατε την απόλυση της;»

«Μάλλον είναι μια υπερβολική αντίδραση του εκδότη», είπε ο υπουργός,«που θα θέλει να μου πουλήσει εκδούλευση. Μα τα έκανε σκατά ο ηλίθιος!»

«Δύο είναι οι λύσεις», είπε ο γραμματέας, «ή να το διαψεύσουμε ή να το αφήσουμε να ξεχαστεί.»

«Για πάρε μου τον Γιάννη να του μιλήσω.» είπε ο υπουργός.

«Ποιον Γιάννη;» ρώτησε ο γραμματέας.

«Τον εκδότη…» είπε ο υπουργός ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι.

«Σωστά», είπε ο γραμματέας και σηκώθηκε.«Υπουργέ μου, όμως μήπως πρέπει να μιλήσουμε και με την τροχαία; Πως και κάποιος πήρε πινακίδες από το υπουργικό αυτοκίνητο και έκοψε κλήση; Δεν νομίζω ότι έχει ξαναγίνει, τα προσέχουν πολύ αυτά τα πράγματα πριν συμβούν.»

«Ζούμε σε μια χώρα που υποφέρει από εξυπνάκηδες και ήρωες», είπε ο υπουργός καθώς σήκωνε το τηλέφωνο να μιλήσει με τον Γιάννη, τον εκδότη της εφημερίδας.

Ο εκδότης είχε κάνει πολλές ερωτήσεις σήμερα: Ποιος είχε ζητήσει να μπει η είδηση; Ποιος είχε δώσει στοιχεία στο έντυπο «Το Κουτί»; Ποια ήταν τα αιτήματα των συνδικαλιστών; Αν η Μαρία ήταν καλή στην δουλειά της και με ποιους έκανε παρέα; Με τι θα ήταν ικανοποιημένοι οι συνδικαλιστές; Αν θα πρέπει να διαψεύσουν το δημοσίευμα; Τι γράφουν οι άλλες εφημερίδες γι’ αυτό; Αν το έχουν πάρει είδηση οι blogers και σε όλα είχε πάρει ικανοποιητικές απαντήσεις για να δράσει. Μια μόνο μια ερώτηση δεν είχε κάνει και αυτή του την έκανε ο υπουργός.

«Βρε Γιάννη μου, θέλω να μάθω ποιος είναι αυτός που  έδωσε το αντίγραφο της κλήσης στην εφημερίδα σου;»

Ο γραμματέας του υπουργού είχε πάρει το αντίστοιχο γραφείο της τροχαίας και ρωτούσε περίπου το ίδιο: «Ποιος είχε υπογράψει την κλήση και πως είχε διαρρεύσει το αντίγραφο της στην εφημερίδα;»

Η Μαρία είχε γυρίσει στην δουλειά της και ακόμα δεν είχε καταφέρει να κάνει καμία ερώτηση. Ήταν παγωμένη, έκπληκτη και ακόμα φοβισμένη. Ο Κοσμάς την τράβηξε από το πηγαδάκι και την πήρε παράμερα. Την οδήγησε στο πίσω μέρος της καντίνας, σε μέρη που μόνο οι ερωτευμένοι γνωρίζουν και την φίλησε. «Σ’ αγαπώ πολύ Μαρία», της είπε, «θέλεις να παντρευτούμε.» Η Μαρία δεν άντεξε τα απανωτά σοκ και λιποθύμησε.

Ήταν θέμα τιμής για τους δημοσιογράφους να γράψουν έστω και πέντε γραμμές για το γεγονός. Πρώτοι οι blogers ανάρτησαν την φωτογραφία της Μαρίας πάνω στο φορείο την ώρα που την έπαιρνε το νοσοκομειακό. Δίπλα από την φωτογραφία φιγουράριζε η αναγγελία απόλυσης, χωρίς τις υγρές βούλες των δακρύων που είχαν πια στεγνώσει. Ένα ξένο πρακτορείο έβγαλε την είδηση στον αέρα. Μια Γαλλική εφημερίδα την έβαλε στην πρώτη σελίδα και προσπάθησε να την συνδέσει με τις πρόσφατες αυτοκτονίες εργαζομένων σε μεγάλη εταιρεία υπό το καθεστώς πίεσης και τρόμου της απόλυσης. Τα αντιπολιτευόμενα έντυπα γελούσαν με την γκάφα της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας, αλλά η μετοχή της εφημερίδας του Γιάννη Λύκου γνώρισε μια απρόσμενη άνοδο στο χρηματιστήριο γιατί είχε ξεπεράσει σε πωλήσεις τα εκατόν είκοσι χιλιάδες φύλλα! Μερικά έντυπα δημοσιοποίησαν λίστες με μικροπαραβάσεις υπουργών. Έτσι την τρίτη μέρα από τότε που ένας απλός τροχαίος πήρε τις πινακίδες και έκοψε κλήση στον υπουργό μεταφορών  είχε απλωθεί μια φιλολογία για την ηθική που καλλιεργείται από την απαξίωση των καθημερινών κανόνων έως τον κατήφορο της διαφθοράς.

Τα γεγονότα έκαναν τον πρωθυπουργό να ρωτήσει διακριτικά και στον διάδρομο της βουλής  τον γενικό γραμματέα του υπουργείου δημόσιας τάξης: «Ποιος είναι αυτός που έγραψε την κλήση;» Δεν πρόλαβε ποτέ να πάρει την απάντηση, το κινητό τηλέφωνο του γενικού γραμματέα χτύπησε και εκείνος είπε : «Λύσσα κακιά ήταν ανάγκη να συμβεί αυτό!»

Η μητέρα της Μαρίας στεκόταν  στον διάδρομο του νοσοκομείου  Περίμενε να πάρει το εξιτήριο για να την συνοδεύσει στο σπίτι. Μαζί της ήταν δυο δημοσιογράφοι από φιλικό ενδιαφέρον και ένας φωτογράφος, από τους τελευταίους που είχαν απομείνει από τον απόηχο του θέματος. Το πολυκαιρισμένο πάτωμα και τα σκονισμένα καλώδια που κρέμονταν  από τους τοίχους είχαν ξαφνικά ομορφύνει  από τις γλάστρες με τα λουλούδια και τις ανθοδέσμες που είχε δεχτεί. Η μεγαλύτερη γλάστρα είχε σταλεί στη Μαρία από τον διευθυντή προσωπικού της εφημερίδας. Η τραπεζοκόμος την έσπρωξε καταλάθως με το τρόλεϊ μεταφοράς και την έσπασε. Έτσι σκυμμένη και να προσπαθεί να μαζέψει τα χώματα την βρήκε ο Κοσμάς που έφερε το λογαριασμό από το λογιστήριο, χίλια οχτακόσια ευρώ και δεν τα είχαν να τα πληρώσουν. Εκείνη την στιγμή έγινε σεισμός και ο Κοσμάς έπεσε και έσπασε το χέρι του. Σαν τραγικό ανέκδοτο η είδηση βγήκε στις εφημερίδες, στα blogs και σε ακόμα χειρότερα σε ανακοίνωση του σωματείου εργαζομένων του νοσοκομείου. Ήταν πραγματικά εκτός φαντασίας ότι υπήρχαν πάνω από δύο πρωτοσέλιδα για τον σεισμό και τα δυο πρόβαλαν την ιστορία της απολυμένης δημοσιογράφου που δεν έχει να πληρώσει τα νοσήλια της και ο αρραβωνιαστικός της σπάει το χέρι του στον σεισμό. Η τηλεόραση δεν άφησε το θέμα ανεκμετάλλευτο,  ανακοίνωσε και την ημερομηνία του γάμου με κουμπάρο τον  κινέζο συνδικαλιστή.

«Η κατάσταση έχει ξεφύγει», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στον επικοινωνιακό διευθυντή  του πρωθυπουργού. «Πήγαμε να στήσουμε ένα παιχνίδι για να πολεμήσουμε την διαφθορά  και έχουμε συσπείρωση ανεξέλεγκτων δυνάμεων.»

«Τα πράγματα δεν έχουν ξεφύγει από το πλάνο», είπε ο επικοινωνιακός του πρωθυπουργού, «προσέχουν όλοι τις κινήσεις τους γιατί ξέρουν ότι δεν θα πάρουν προσκλήσεις για την λειτουργία της Κυριακής.»

«Σωστό κι αυτό», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος «αλλά δεν θα κρατήσει για πάντα. Νομίζω ότι χρειαζόμαστε και μια περίοδο ανάπαυλας, κάτι να τραβήξει το βλέμμα από τα πρόσωπα και να το στρέψει στο έργο της κυβέρνησης, ειδικά δε, αν πρέπει να βγάλουμε από την μέση τις συνδικαλιστικές κορώνες.»

«Να πάρουμε τον Γιάννη να μιλήσουμε», είπε ο επικοινωνιακός «να δούμε τα θέματα που έχουμε για προβολή.»

«Μην το συζητάς», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, «έχει δώσει την θέση της Μαρίας στην ανιψιά του τέως  υπουργού μεταφορών.»

«Μαρία», είπε ο επικοινωνιακός, «αυτό το κορίτσι μ’ αρέσει γιατί δεν μιλάει πότε και έτσι το κάνεις να λέει ότι θέλεις.»

«Εμένα με βάζετε πάντα στα δυο στενά», είπε πια αγανακτισμένος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.«Τι να προβάλουμε τότε το μποζόνιο  Higgs;»

«Δεν είναι κακή ιδέα», είπε ο επικοινωνιολόγος, «έχεις καταλάβει τι είναι αυτό;» ρώτησε τον εκπρόσωπο.

«Δεν νομίζω ότι μας αφορά».

«Κάνεις λάθος», είπε με χαμόγελο ο επικοινωνιολόγος. «Θα στο περιγράψω σαν μια απλή εκδήλωση της κοινής γνώμης. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μια πληροφορία τραβάει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης.»

Ο εκπρόσωπος χαλάρωσε για να ακούσει προσεκτικά.

«Κάθε διάδοση της πληροφορίας έλκει προς το μέρος της περισσότερες λεπτομέρειες. Καθώς γίνεται και γνωστότερη, η πληροφορία, οι φήμες συνωθούνται γύρω της και γενούν περισσότερα ερωτήματα. Επειδή ο θόρυβος που υπάρχει γύρω από την αρχική της διάσταση προκαλεί συσσώρευση μάζας  πληροφοριών, η διάδοσή της αποκτά  μεγαλύτερη ορμή και ταχύτητα. Δηλαδή είναι δύσκολο να σταματήσει. Ενώ αν σταματήσει θα είναι δυσκολότερο να διαδοθεί και πάλι γιατί και ο σωρός των γύρω της πληροφοριών θα πρέπει να κινηθεί και αυτός.

Στις τρεις διαστάσεις της εξουσίας, την νομοθετική, την εκτελεστική και την δικαστική, κάθε φήμη που διεγείρει την κοινή γνώμη είναι το υπόβαθρο. Αν η φήμη γίνει απτή πληροφορία τότε παραμορφώνει τοπικά την ομαλότητα.

Η παραμόρφωση αυτή που έχει ως αντίστοιχο τη συγκέντρωση των ανθρώπων γύρω από την σπουδαία πληροφορία που εισέρχεται στο προσκήνιο,  γεννάει μια νέα άποψη, σαν να γεννιόταν πραγματικά μια  μάζα ενός σωματιδίου.

Το πεδίο της πληροφορίας που δημιουργήθηκε από το τίποτα, αποτελεί ένα είδος υποθετικού πλέγματος διαφόρων αλληλεπιδράσεων. Αυτές φαινομενικά έχουν πολύ ασθενή σχέση μεταξύ τους και δεν παράγονται πια από την αρχική πληροφορία, αλλά από την διάσπαση της.»

«Δεν κατάλαβα Χριστό απ’ όσα είπες», είπε γελώντας ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, «αλλά επειδή με διασκέδασες θα σου πω ποιος έκοψε την κλήση στον υπουργό μεταφορών. Γιώργος Μπόζος λέγετε και είναι ο βαφτισιμιός του.

*

©Τέτη Θεοδώρου
Photo credit: nanonewsnet.ru

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε