Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Λοξή Φάλαγγα

Αρχείο 09/08/2016

fav_separator

Άφηνε πίσω της την Θήβα να καίγεται, να καίγεται. Τέλειωναν ολόκληρα καλοκαίρια μες στα μάτια, της, τέλειωναν εποχές και αναμνήσεις. Και όμως γι΄αυτήν την Αντιγόνη των θεάτρων, των αγοραίων συναλλαγών, την Αντιγόνη της καρδιάς μας, η Θήβα πια τίποτε δεν σημαίνει. Θα σταθεί στους τύμβους, θα πει αντίο με τον τρόπο της, με τα σβησμένα της μάτια. Αυτή δεν είναι πια η Αντιγόνη, αυτή είναι ένα γαλάζιο που εξαντλείται. Ένα κορίτσι απ΄τους πυρετικούς πίνακες του Μοντιλιάνι και τίποτε. Έτσι μόνη και άδεια διαλύεται μες στη νύχτα, όλο και λιγότερη η Αντιγόνη μες στα φώτα ενός κύκλου που κλείνει. Ως το πρωί απ΄τη μορφή της θα ΄χουν απομείνει οι φωνές, οι θάνατοι, το τέλος των οίκων. Τα χειροκροτήματα του κοινού και ένα μοναχικό τριαντάφυλλο πάνω στο βωμό, μ΄όλη της τη ζωή ξοδεμένη. Όταν θα ‘ρθούν οι χειμώνες κανείς δεν θα θυμάται την Αντιγόνη, τις  παράδοξες ερημιές του προσώπου της, όσα καθόρισε η ίδια με την άτεγκτη στάση της.

Θήβα, Αθήνα, Πειραιάς,  Αμοργός που θα πει η πρώτη σου αίσθηση. Θα σταθεί πάνω απ΄τους γκρεμούς της σκάλας, η ζωή της σκόρπια σαν χάντρες σπασμένου περιδέραιου. Χειροκροτήστε την καθώς διασχίζει τις σπουδαίες λεωφόρους μες σε φωνές και συλλαλητήρια. Την κρύβουν οι βροχές και οι λάμπες των θεάτρων και μια αγάπη αγγελική που  τίποτε και ποτέ δεν προσμένει.

Στην παλιά φωτογραφία η Αντιγόνη. Αρχές του αιώνα, μ΄ανεμίζοντα μαλλιά και καλοκαιρινό φουστάνι. Μόνη, κόντρα στις πολιτείες και τα ρεύματα. Και αργότερα κάτω απ΄τους υδραργύρους του Αυγούστου, κάπως γερασμένη μα αειθαλής, με την κορδέλα του ναυτικού της καπέλου πιασμένη στα κύματα κάπως ευτυχισμένη και τρελή απαγγέλλει τ΄αποσπάσματα της παλιάς της ζωής. Έξω και πέρα απ΄τ΄ανθρώπινα η Αντιγόνη όλο επιστρέφει στις εξοχές, περνώντας μέσα απ΄τις ιστορίες της πόλης και τους κανόνες. Πυρί, Κοντίτο, Λεωφόρος της Λοξής Φάλαγγος. Μορφή φτερουγική, φτιαγμένη από κιμωλία που της έμελε να γίνει σύνθημα, μια λεπτομέρεια φωταγωγημένη της πόλης που ξεθεμελιώνεται.

Αντιγόνη εσύ που που ζεις σε κάθε τόπο, σε κάθε εποχή και ιστορία. Πότε θρυμματισμένη, με κατακίτρινο φόρεμα και μια λύπη αφόρητη και άλλοτε ωραία και ιθαγενής στους λόφους γύρω απ΄τη Ρώμη να ζεις απ΄τους έρωτες, δίχως ποτέ να προφέρεις τ΄όνομά σου. Αντιγόνη που τούτη την ώρα γκρεμίζεις έναν δρόμο απ΄αγάπη, που  ΄χεις μάτια, χείλη και ψυχή από το πιο σπάνιο υλικό. Αντιγόνη για σένα κυματίζουν απόψε μεσίστιοι όλοι οι γερανοί της πόλης, για σένα τ΄απλωμένα σατέν, σ΄όλες τις αποχρώσεις του πρωινού και τ΄όνομά σου γραμμένο σ΄επτά, θαμμένα στρώματα.

Σε περιμένω ξανά. Στις αυλές του Κιθαιρώνα, στέλνοντας στο διάβολο ήθη, μνήμες, ιστορία, κώδικες, αλφάβητα. Και αν πίσω σου κοιμούνται τ’ άδεια δωμάτια των παλατιών και οι παλιές των θεών βουλές, ξέρω Αντιγόνη πως εσύ δεν χωράς μες σ΄αυτό τ΄ασφυκτικό, το γυάλινο θέατρο. Ξέρω, πως για σένα τίποτε δεν σήμαινε η υπόληψη του κόσμου, πως ό,τι σου στέρησε η ζωή στο χάρισε σαν μεγαλείο ο μύθος σου. Έχε γεια, λοιπόν Αντιγόνη των μαντείων, του Ορχομενού, της μεγάλης πεδιάδας. Αντιγόνη των θεάτρων, των βωμών, των ωραίων αποφάσεων. Όμορφη και αδάμαστη, μια Αντιγόνη  είκοσι και πλέον ακρυλικών, σπασμένων χορδών.

Αντιγόνη των καλοκαιριών μου, βαθυστόχαστη εσύ, συγκρατημένη ζωγραφιά μου.

*
©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε