Γιώργος Δουατζής, Χρόνου σκιά [αποσπάσματα] -κυκλοφορεί

Εκδόσεις Στίξις

[…]

Ανάλωσα πολύ χρόνο ξύνοντας σκουριές
από τα κάγκελα της φυλακής μου
κι έτσι δεν πρόλαβα να αρχίσω τα βαψίματα

Ίσως να ήταν πρόσχημα
μιας και η σκουριά τα πάντα κατατρώει
κι επειδή γνώριζα πως άνευ περίφραξης
δεν θα άλλαζε κάτι σ’ αυτή την προαιώνια φυλακή
που έβριθε ελεύθερων χαρούμενων ανθρώπων

Εκείνη τη μεγάλη νύχτα αρνήθηκα να αποδεχθώ
τον νόμο του ισχυρού, να σκύψω το κεφάλι

[…]

Τι ζητάς νυχτιάτικα, μου είπε. Να σηκωθείς, γιατί μια μάνα κλαίει στην άκρη της μεγάλης μας πλατείας, του είπα. Μα δεν την άκουσα ποτέ, αποκρίθηκε. Πώς να την ακούσεις, αφού ούτε τα όνειρα που μοίρασα δεν καταδέχτηκες, ψιθύρισα

[…]

Τέλος, αποφάσισα να φυλάξω τα όνειρα για τον καλύτερο κόσμο στο παλιό σεντούκι της γιαγιάς με τα αρωματισμένα με λεβάντα ολόλευκα μαντίλια, μήπως και χρειαστούν όταν τα δάκρυα θολώνουν τη ματιά προς την ανάσταση που έφευγε μακρινή και πικραμένη

[…]

Δεν λέω
μετά δοξολογήθηκα αρκούντως
κυρίως από κάλπικους
που δεν με είχανε πραγματικά διαβάσει
και μερικούς συνωστιζόμενους για έναν επικήδειο
που πήραν το χρίσμα του ομότεχνου
κοιτώντας τον καθρέφτη
οι δε πραγματικοί λιγότεροι
-που εκτιμούσα-
μου χάρισαν μία σεβάσμια σιωπή