Ασημίνα Λαμπράκου, Solidago [αποσπάσματα]

ΘΥΜΑΜΑΙ: ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ξερό μεγάλωνε στο λαρύγγι μου
πουλιά ετοίμαζαν φωλιές στα αδύναμα κλαδιά του
κι ισχνό το φέγγος μιας ανατολής κρεμόταν στον ορίζοντα από ώρα

όταν τα μάτια του μαύρου ζώου έστυβαν την οθόνη
ο ήλιος μεγέθυνε τους όγκους των πραγμάτων
οι πανσέδες έχαναν το σκούρο τους
κι ο κάμπος σώπαινε

θυμάμαι: αίμα πάγωνε στα υγρά των κρυστάλλων
τα στάχυα ακινητούσαν την κραυγή του χιονιού μακριά
κι η κλαγγή των αλόγων που πήζει το κύμα από τη μεριά της λίμνης
έσπαζε θύελλες στα όρη
ο ουρανός πλάγιαζε κι η σελήνη έφεγγε σκότος

εκείνον τον χειμώνα
μας τιμήθηκε ένας διάκοσμος θλίψης και ταπείνωσης
έτσι που ωραίος ένας πόνος των μυώνων
μας ξύπνησε κάποιο πρωί να θυμηθούμε
ό,τι έμενε
κάτι μάτια ποιητών προστατευμένα όμορφα
κάτω από βλέφαρα παιδιών

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΑΣΠΡΟ βουνό πίσω μου
και κιτρινισμένα φύλλα πάνω στα ξεραμένα βότσαλα
η γάτα σοδομεί με ένα ψόφιο κοράκι
Στ’ ανοιχτό πέλαγο ο άνεμος που φέρνει σκόνη
Ερημιά——–Ερημιά
Ο άνεμος περνά μέσα από τα αφτιά μου
σκάει στο βράχο δίπλα μου
γλείφει το σώμα του
τον ερωτεύεται τού κλέβει τη φωνή
Υπάρχει ένας θόρυβος μέσα στη σιωπή του επικείμενου
Αυτός με σπρώχνει εδώ στην άκρη αυτής της θάλασσας
Να πάρω
Να πάρω για να δώσω
Να δώσω για να πάρω να δίνω
Ο γλάρος κλέβει το επικείμενο
Το κοράκι το τρώει
Ο άνεμος το επιστρέφει στα κύματα
Η γάτα κλαίει
Εγώ η γυναίκα η υποσχόμενη να εκπληρώνω
γυναίκα υποσχεμένη για να εκπληρώσω
Να δίνομαι για να παίρνω να δίνω

ΕιΣΑΙ Η ΑΛΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ, Ελοΐζ, η φορεμένη στον καθρέφτη
ένα σπασμένο βότσαλο στην άκρη του βλεφάρου
Φοράς τη σκοτεινή ύλη των μητέρων και
στα δάχτυλα έχεις φωνές πνιγμένων γατιών
Σκοτεινή γυναίκα μητέρα φορεμένη στο γυαλί
Σ’ αγαπώ.
Θα σε κάνω ύλη από αλμύρα και νερό
Σάρκα από ηλίανθο και φλέμα.
Κι έπειτα
οι γιοι θα κληθούν των ανθρώπων να πιουν κόκκινο
από τα μάτια σου.
Σαρκοβόρα μάτια. Μάτια αλόγου και χταποδιού.
Μάτια μέδουσας στις σκοτεινές του ωκεανού σπηλιές.
Μήδεια.
Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα.
Κα νείς δε θα κα τα λά βει τί πο τα.
Η Μήδεια αγαπούσε τα παιδιά της.
Η Μήδεια είναι εγώ. Η χοντρή γυναίκα.
Η έχθρισσα της σελήνης.
Φορώ τα παιδιά μου σε νερένιες πτυχές του χιτώνα μου.
Τους νεκρούς μου άντρες σέρνω
ψάρια έξω από τον πάγο.
Η βασιλεύουσα του πρωινού γυναίκα.
Ένα βυθισμένο «κάποτε»
στο λαιμό νεαρού πουλαριού με δέρμα Φοινίκης
κι οξύ από φίδι στο σάλιο.
Δάχτυλα από φύκια και νύχια από θάλασσα κι έβενο.
Στέρξη από απουσία και δέκα σκοτεινές
σπηλιές από θάνατο στην καρδιά.
Τραγούδι και σκιά του Ευρώτα.

ΕΙΜΑΙ ΑΠΟ ΥΛΙΚΟ εύκολο να χλευαστεί
από τον άντρα κι από σένα, ξέρω
μα το βλέμμα είχε από ώρα φανεί, Νεφέλη
να ικετεύει την επιθυμία στο ανέφικτο
και να εγκαταλείπει προς την προσποίηση
ζεστά αφήνει τα σεντόνια
ταξίδι σε όνειρο που δεν πιάνεται·
εδαφόβιο πουλί
αναχωρεί κι απομακρύνεται
στον κόσμο τον αποίητο τον μέτοικο
εκεί που συναντιόμαστε οι δυο
η αχλεύαστη και της κοροϊδίας
δυο ξεγελασμένες από αδυναμία αγάπης
μα πιο πολύ τρυφεράδας που δεν δοκιμάστηκε
πρώτα σε μάνας χάδι κι αγκαλιά στοργική

τόσο αίμα χλοϊσμένο κι η φύτρα άσκαστη

ΒΡΥΑ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ να δείχνουνε χειμώνα
κι η γλώσσα τσόχα σε τραπέζι στοιχημάτων
το σ’ αγαπώ να σου πω γύρεψα πρωί
κι ήμουν παιδί
σε σχήματα που δεν γνώριζαν τα περιεχόμενα οι έννοιες
κι έγινα πλήθος νάναι πολλά τα μάτια που σε κοιτάζουνε
νάχει παρόν και μέλλον ο καθρέφτης στο μέσα της ψυχής

κανείς δε θα μπορέσει ποτέ να δει τη φλούδα να γελά
όπως εγκαταλείπει το δέρμα στο σώμα που τη γέννησε

[***]

ΟΛΑΝΘΙΣΤΑ ΚΑΙ πώς τολμάς έτσι τα στήθια σου να δείχνεις
λόφους μικρούς κι οι κορυφές καρποί εις τους σπουργίτες
και τ’ ανάμεσα του ποταμού τους στα δάχτυλα λαγούμι όπως
στην κατεβασιά του ιδρώτα τους γυρεύουν να τα πνίξουν πουλιά
κι αετούς και βλέφαρα και μάτια όπως σε καταπίνουν γλείφοντας
(αχόρταγα) κι εσύ, α, εσύ Νεφέλη! στων γυναικών να μη λυγάς
τη ξεδιάντροπη λιγούρα και των γλουτών σου την ορμή και της
κοιλιάς την άλμη σα νιούτσικο ζωάκι να κοιτάς πώς να
προσφέρεις και να γλεντάς το πάθος και το ζήλο το μεγάλο
ποια να σ’ αγγίξει το μπορεί και ποια δεν το τολμάει μόνη μένει
η άμοιρη τα δικά της να κορφολογάει στήθια κοιλιά και κείνη την
πηγή που ξεχασμένη έχουν άντρες κι όσες την άγγιξαν στο
παρελθόν γυναίκες

κι αν άντρας στο μεταξύ σε δει διόλου δεν διστάζεις τα πόδια
το ανάμεσα στα μάτια του ν’ ανοίξεις κι όπως φωτιά σε κάνανε
των γυναικών τα χάδια εκεί να στάξεις αναστεναγμό τα μάτια σου
να λάμπουν και το χρυσό σου του κορμιού λιωμένο να τινάξεις
στα μάτια του τις κόγχες του και των χειλιών την άκρη να το γευτεί
να πλανηθεί τα πόδια να φιλήσει και των μηρών τη κορυφή με πάθος
να σου αγγίξει όπως τη φλόγα σου το λιώμα σου το στάγμα και το
μύρο θα δίνεις στον προσκυνητή Εύα το πορφυρό το μήλο

Από τη συλλογή Solidago – δείγμα
Εκδόσεις «καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα»
Αθήνα, 2018
Σχεδίαση εξωφύλλου και έκδοσης: Στράτος Φουντούλης