Διώνη Δημητριάδου, ‘Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος’ [αποσπάσματα] —κυκλοφορεί

Από τις ΑΩ εκδόσεις

από μοναχικό αγκίστρι
κρεμάστηκε η ζωή
πότε παλεύει ν’ απαγκιστρωθεί
πότε ηρεμεί και περιμένει

παρά θῑν’ ἁλὸς

οι πιο καλοί οι ποιητές στα νότια της πόλης κατοικούν
αγγίζοντας τη θάλασσα και περπατώντας πιο συχνά
εκεί που σκάει ένα κύμα αφρίζοντας πάνω σε μνήμες παλαιές
έτσι ευκολότερα άλλοι κρυφομιλούν κι άλλοι κραυγάζουν
όπως μπορεί ο καθένας να στομώσει την πληγή

εδώ στα βορινά παράθυρα του άστεως
έχει από χρόνια κλείσει ο δρόμος για τη θάλασσα
κι αν πεις για τα ρυάκια του μυαλού
πάνω σε κρύους τοίχους χύνονται και αυτοκαταργούνται

γι’ αυτό σου λέω να φύγουμε όσο ακόμα ο καιρός κρατεί
μέσα από στενούς παράδρομους να πιάσουμε το νήμα
να καθαρίσει ο νους στις βρώμικες ακτές
σαρώνοντας στο διάβα του τους άνευρους τους στίχους

στερέωσε το καπέλο του
μια παλιά ρεπούμπλικα στη ράχη της καρέκλας
(μα αυτό δεν ήταν σημαντικό)
τίναξε τα ρούχα του από το ψιλόβροχο που είχε ξαποστάσει πάνω τους
(αλλά ούτε κι αυτό να θεωρηθεί σπουδαίο)
οι επόμενες κινήσεις του μελετημένες με ακρίβεια ως τη λεπτομέρεια
δεν ήταν αναμενόμενες
ελάχιστα συνηθισμένες
(άρα αξιοσημείωτες)

αφού αποκαθήλωσε τον εαυτό του τραβώντας ένα ένα
τα καρφιά της ανιαρής συνήθειας
έβγαλε από την τσέπη του παλτού του δυο φτερά
(αυτό ήταν εντελώς αξιοπρόσεκτο)
δεν άφησε σημείωμα ως είθισται
(αυτό να εκληφθεί ως πρωτότυπο)

μόνο σ’ αυτά τα λίγα λόγια η μνεία του
(και αυτή ας θεωρηθεί μια άνευ σημασίας ποιητική κατάθεση)

παράνομα σκιρτήματα
κατατρεγμένοι ποταμοί
στο απόκρημνο του εδάφους
άθλια προσφυγάκια
κοιμούνται όπου βρουν
τσιμπολογώντας αποφάγια
του ήθους των σεπτών
στα σκοτεινά και τ’ άφεγγα
για πάντα προγραμμένα

μα όταν κρυφομοιράζονται
του πάθους του αθέατου
τα μυστικά σημάδια
μ’ εκείνη την επίγνωση
του σύντομου του χρόνου
δεν είδες ωραιότερη
σκηνή αθανασίας

σώμα
καταργημένο
διαψευσμένο
κατακρεουργημένο

στις λέξεις τις απωθητικές
των άλλων

σώμα
στις φλόγες
στις κραυγές
στις οιμωγές

στην αποθέωση
του ενός προσώπου

σώμα
του ελάχιστου σημαντικού
της ηχηρής σιωπής
των εύφλεκτων υγρών

στην αποσύνθεση των υλικών
παρατημένο

μικροί θεοί
στο μπόι του ανθρώπου
του μόχθου προλετάριοι
εργάτες της ζωής
μακριά σειρά αργοβάδιστη
στους λερωμένους δρόμους

δεν συνωστίζονται ποτέ
σε τάματα πιστών
κι ούτε ακολούθους έχουν
μονάχοι αυτοί εκλεκτοί
μιας άκληρης ζωής

μικροί θεοί
στο ανθρώπινο το ύψος
να ακουμπάς στη σκέψη τους
θεός κι εσύ για λίγο