Τα Ποιητικά, Τεύχος 33 —κυκλοφορεί

Εκδόσεις Γκοβόστη

Από τη μια μεριά, ο Σολωμός κι ο Βάρναλης, ο Εμπειρίκος κι ο Λε Κορμπυζιέ, ο Σικελιανός και ο Γιοφύλλης. Ο Τσαλαπάτης και η νέα ποιητική γενιά. Από την άλλη, η Αν Στήβενσον κι ο Ορχάν Βελί. Διαδρομές στον ποιητικό χώρο και χρόνο, έναν χωροχρόνο ανοιχτό, όπως και οι σελίδες των Ποιητικών. Στο επίκεντρο η γραφή, ως «ολική προσοικείωση της ζωής», ως «μηχανή ηθικής», ως «ελιγμός διαφυγής» από τη θνητή συνθήκη.

Ο Βάρναλης για τον Σολωμό, ο Κορδάτος για τον Βάρναλη, ο Βάσσης για τον Σολωμό τον Κορδάτο και τον Βάρναλη. Ο Εμπειρίκος και η ανοιχτή ποιητική του, ανάλογη προς τη μοντερνιστική αισθητική της πόλης που εισήγαγε στην ποίησή του και της μοντέρνας ζωής μέσα σ’ αυτήν, η Κατσουρού περιδιαβάζοντας στην ποίηση ως χώρο και στον χώρο ως ποίηση. Ο Σικελιανός μέσα από τα μάτια του Γιοφύλλη. Ο Τσαλαπάτης για την εικόνα της νέας ποίησης, της γενιάς του στην κριτική, κι η δική του εικόνα για την ποίηση αυτή, μαζί και για τη δική του.

Η Αν Στήβενσον, η σύγχρονη εγγλέζα ποιήτρια που πιστεύει ότι πρέπει να κατοικήσεις την ποίηση για να την πράξεις, να φορέσεις τις λέξεις για να μπορέσεις να γίνεις των λέξεων ο περαστικός καιρός – με τις λέξεις που της φοράει η Αυγή-Άννα Μάγγελ. Σε ένα άλλο της ποίημα, αλλού, με τις λέξεις του ποιητή Χάρη Ψαρρά: «Λέξη, πέτρα του νου». Κι αλλού, από άλλες και άλλους, πρόσφατα και παλιά, άλλα ποιήματα από άλλους μεταφραστές… Ο Ορχάν Βελί και η ποίηση ενός καθημερινού ανθρώπου όπως τη διαβάζει η Ελένη Σακαλή. Ο Βελί και το Γκαρίπ, το κίνημα του παράξενου και του παράδοξου, τα τριάντα έξι του χρόνια κι η αμφισβητούμενη θέση του στην τουρκική λογοτεχνία. Ο Ορχάν Βελί με τις λέξεις άλλων ποιητών, του Γιώργου Μπλάνα και του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, αλλά και παλιά, στην ανεύρετη πια έκδοση του Πλέθρου, μ’ εκείνες του Κωνσταντινοπουλίτη Χαράλαμπου Βάιου.

Από τη μια ποιητές, από την άλλη οι «επαγγελματίες του χώρου» όπως τους ονομάζει ο Αντρέ Λεφήβρ, οι κριτικοί, οι φιλόλογοι, οι μεταφραστές. Συχνά, οι ποιητές ως επαγγελματίες του χώρου. Κοινός τόπος, η γραφή, όπως τη σχεδιάζει ο Γιώργος Βέης. Ο Τσαλαπάτης κάνει λόγο για την πολυφωνικότητα του βιβλίου-κόνσεπτ, κι η ίδια η επιλογή της λέξης «κόνσεπτ» βάζει τον χρόνο της γενιάς του στη συζήτηση. Ο Βάρναλης με τη μαρξιστική προσέγγισή του του Σολωμού ανακαλεί τον Μαρξ και τον Ένγκελς, όχι μόνο θεωρητικά, αλλά με τις δικές τους λέξεις. Ο Κορδάτος, αρνούμενος την πολιτική ορθότητα στον Βάρναλη, φέρνει στην εποχή του και τη δική μας όχι μόνο μια ιδεολογική, αισθητική αντιπαράθεση αλλά και όλον τον πόνο και τον εσωτερικό σπαραγμό που κόστισε αυτή στους κομμουνιστές ποιητές και πεζογράφους, άντρες και γυναίκες. Οι επαγγελματίες ως ρυθμιστές του χωροχρόνου της ποίησης, που αντιστέκεται στη ρύθμιση εντέλει, επιβάλλοντας τον δικό της ρυθμό.

Η γραφή ως χώρος διαλογικότητας και πολυφωνίας, που ενσωματώνει το κοινωνικό γίγνεσθαι. Με το ήθος και την έξη του γράφοντος – κατά Μπουρντιέ, ως δρώσας δύναμης μέσα στην κοινωνία, με διαφορετικά συμφέροντα και άλλες επιδιώξεις για την απόκτηση ενός κεφαλαίου, κοινωνικού, συμβολικού, που συγκρούονται, αθόρυβα και αθέατα. Το ήθος, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και κινούμαστε μέσα σ’ αυτόν. Η έξη, ο τρόπος που στεκόμαστε, που μιλάμε, που κινούμαστε. Και τα δυο μαζί, το habitus, η αριστοτελική έξη. Ο καθένας που γράφει φέρνει στις λέξεις τον κόσμο του και μ’ αυτές παρεμβαίνει στον κόσμο. Κρίνοντες και κρινόμενοι. Το κάθε περιοδικό παίρνει θέση στο πεδίο της λογοτεχνίας μέσα από τους γράφοντες και τα κείμενά τους, μέσα από τον λόγο, που μπορεί να είναι και εικόνα. Τριάντα τρία τεύχη, ο Γιώργος Μαρκόπουλος μαζί μας στη διεύθυνση του περιοδικού. Συνεχίζουμε κι αυτή την άνοιξη. Ακάθεκτοι.