Αχιλλέας Σωτηρέλος, Novartis

Εκείνο το βράδυ η ομάδα έγραψε η ιστορία, συντρίβοντας τα Πριγκιπόπουλα από την Ελβετία μέσα στην έδρα τους στο δρόμο προς τα αστέρια. Είχαμε μαζευτεί στο καφενείο του «Τούρτα» λίγα μέτρα από το Ναό, μα ήταν και ο «καθηγητής» εκεί για να μας ξενερώνει ως συνήθως. Τορναδόρος ήταν ο Βαγγέλης, αλλά εμείς τον είχαμε βγάλει έτσι γιατί διάβαζε συνέχεια και τα ήξερε όλα, ή τουλάχιστον ήξερε πολλά περισσότερα από μας τα ταγάρια όπως μας έλεγε. «Είδατε ρε το σπόνσορα που έχουν τα Πριγκιπόπουλα στη φανέλα τους!» αναφώνησε μετά το πρώτο γκολ διακόπτοντας του πανηγυρισμούς. «Και τι μας νοιάζει ρε μπαγλαμά ο σπόνσορας!» σηκώθηκε και του φώναξε ένας από την ομήγυρη. «Novartis ρε, ξέρετε τι είναι η Novartis;;;» στράφηκε προς το μέρος του απευθυνόμενος σε όλους μας. Το δικό μου τ΄αυτί κάτι είχε ακούσει, αλλά οι περισσότεροι που την έβγαζαν με τα «Σπόρ του Βορρά» και το στοίχημα αγρόν ηγόραζαν που θα λεγαν και γραμματιζούμενοι. Αλλά ο «καθηγητής» απτόητος συνέχισε την αγόρευση του αδιαφορώντας για τη ροή του παιχνιδιού. «Novartis ρε είναι η Μαργαρίτα, τη θυμόσαστε τη Μαργαρώ» φώναξε με μάτια κόκκινα και φλογισμένα από τη ρετσίνα και τη συγκίνηση και όλοι στράφηκαν τότε προς το μέρος του ξεχνώντας το παιχνίδι. Γιατί δεν υπήρχε κανείς που να μη γνώριζε τη Μαργαρώ, άλλος της είχε δώσει το πρώτο της φιλί, άλλος την είχε βγάλει ραντεβουδάκι στην Αριστοτέλους και άλλος- ο πιο μάγκας του σχολείου-της είχε πετάξει τα μάτια έξω. Προτού κατέβει στην Αθήνα και πάρει το δρόμο τον κακό, προτού τη δούμε ένα απομεσήμερο στη Ναβαρίνου ρακένδυτη και ερείπιο να περιφέρεται ζητιανεύοντας για τη δόση της, προτού η κοινωνία την κρεμάσει στα μανταλάκια ως φορέα νοσημάτων και δημόσιο κίνδυνο. Για τον καθηγητή, που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία, η Μαργαρώ σήμαινε όμως πολλά περισσότερα. «Ήρθε ρε κλιμάκιο του υπουργείου υγείας στο πατρικό της και πήραν τον μικρό για εξετάσεις, στο σχολείο οι συμμαθητές του τον έχουν πια για λεπρό, τη μάνα της την απέλυσαν την επόμενη μέρα από τη δουλειά!». «Και τι σχέση έχει αυτή η Nova… τέτοια;», τόλμησε να ρωτήσει ένας με σιγανή και νικημένη φωνή. «Ξέρεις ρε ποιος ήταν ο υπουργός που υπέγραψε τη διάταξη για να βγάλουν τη Μαργαρώ μας φόρα παρτίδα στις εφημερίδες;», σηκώθηκε εκτός εαυτού με τα μάτια έτοιμα να βγούνε από τις κόγχες. «Αυτός που λίγα χρόνια μετά αποκαλύφθηκε πως τα τσέπωνε από τη Novartis γαμώ τα υπουργεία τους, γαμώ!». Άρχισε όλο το καφενείο τότε να βρίζει τους υπουργούς και τους πολιτικούς, να τους στολίζει κατάρες, να τους μοιράζει καρκίνους, να τους στήνει κρεμάλες και ικριώματα. Κανείς δεν πανηγύριζε τα γκολ, κανείς δεν νοιαζόταν για τις ευκαιρίες, κανείς δεν καλαμπούριζε με τα Πριγκιπόπουλα πια. Κι ίσως κάπου στο βάθος το φάντασμα της Μαργαρώς να αχνοφάνηκε ανέμελο, όπως τότε στις αλάνες του Χορτιάτη που έπαιζε ποδόσφαιρο μαζί μας, δίχως το αγκάθινο στεφάνι στην κεφαλή της, δίχως τις ουλές από τα καρφιά της σταύρωσης, δίχως το πέτρινο, νεκρωμένο βλέμμα μέσα από το οποίο μας κοίταζε στα πρωτοσέλιδα εκείνης της ημέρας…

*
©Αχιλλέας Σωτηρέλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης, «in the lab»