Paul Valéry, ‘ένας θεατής σε πλήρεις τάξεις φωτός’ —μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής

ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΦΩΤΙΑ…

Ξεχωριστή φωτιά με κατοικεί: με βάζει νά ’μαι
του βίαιου βίου μου ένας θεατής σε πλήρεις τάξεις
φωτός. Δεν γίνεται πια ν’ αγαπώ, όποτε κοιμάμαι,
τη χάρη που ’χουν μες στις λάμψεις οι δικές της πράξεις.

Οι μέρες μου έρχονται τη νύχτα· βλέμματα μού φέρνουν
μετά τον πρώτο χρόνο του ύπνου μου, που ’ναι κομμάτια·
όταν η δυστυχία η ίδια χύνεται στο σκότος, παίρνουν
του γυρισμού το δρόμο και με ζούν: μου δίνουν μάτια.

Μα αν η χαρά τους σαν ηχώ ξεσπάσει και ξυπνήσω,
στης σάρκας μου το πλάι ένα πτώμα βρίσκω εκεί, και οι φάσεις
του αλλόκοτού μου γέλιου κρέμονται στ’ αφτί μου πίσω

καθώς στην άδειαν αχιβάδα ο φλοίσβος της θαλάσσης:
η αμφιβολία –άκρη θαύματος ακραίου σε μια κώχη–
αν είμαι ή αν ήμουν κάποτε… αν κοιμάμαι ή μήπως όχι.

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΡΑΣΙ

Μια μέρα, πλέοντας μες στον Ωκεανό
(μα δεν θυμάμαι πια ποιόν ουρανό είχα επάνω),
λίγο κρασί ακριβό αδειάζω στο κενό,
στο Τίποτα σαν νά ’θελα σπονδή να κάνω.

Ποιός νά ’θελε, ω, ποιος την απώλειά σου, ω αλκοόλη;
Στο θείον ίσως νά ’δειξα υπακοή;
Ή μήπως από μέριμνά μου όλη κι όλη,
αντί αίματος του ονείρου, να έχυσα κρασί;

Τη διαύγειά του, οπού ’μαστε συνηθισμένοι
και τη σαν ρόδο ολάνοιχτο αρωματισμένη,
η θάλασσα η εξ ίσου αγνή την πήρε πέρα…

Κρασί χαμένο – μεθυσμένα κύματα!…
Και να τα! αναπηδάνε στον πικρόν αγέρα
(φερμένα απ’ τους μυχούς) αιθέρια σχήματα…


Μετάφραση ©Γιώργος Κεντρωτής