Τασούλα Γεωργιάδου, Αποκαλύψεις

Σάββατο βραδάκι γύρω στις οκτώ. Είχαμε μαζευτεί, ως συνήθως, στο διαμέρισμα εκείνο πίσω από την Αχειροποίητο. Στο πρώτο έτος όλοι οι συντοπίτες ήμαστε μια παρέα. Ήταν φυσικό. Συγκατοικούσαμε δυο-δυο, τρεις-τρεις οι παλιοί συμμαθητές που περάσαμε μαζί στο πανεπιστήμιο. Είχαν σπεύσει οι μανάδες και οι πατεράδες με το που ανακοινώθηκαν τα ονόματα στην εφημερίδα. Πού να βρεις διαμέρισμα κοντά στις Σχολές τέλος Οκτώβρη! Τα είχαν προλάβει οι φοιτητές των μεγαλυτέρων ετών. Μόνο οι τρεις μας βρήκαμε αυτό το μεγάλο στο κέντρο, από έναν ξάδελφο που μόλις ορκίστηκε και έφευγε φαντάρος. Χέρι με χέρι δηλαδή. Μας βόλεψε σαν στέκι ολονών και σαν το ορμητήριο για τις εξόδους. Όλοι πρώτοι φορά μακριά από τον γονικό έλεγχο και την πατρική στέγη. Όλα πρωτόγνωρα και μαγικά στο πρώτο έτος!

Ο Μανώλης έφτασε κατηφής και ανήσυχος. «Λες να μην με γράψουν; Τόσος κόπος να πάει χαμένος;» Του είχαν ζητήσει να προσκομίσει ακτινογραφία, αλλά δεν ήταν σαφής η ακτινοσκόπηση και ανησυχούσε. «Τι ήταν και αυτό με τους γιατρούς, πήγατε εσείς;» ρώτησε η Μαίρη. Είχαμε πάει μες στη βδομάδα σχεδόν όλοι. Ήταν υποχρεωτική διαδικασία για τους πρωτοετείς, προκειμένου να ολοκληρωθεί η εγγραφή στη Σχολή. Μπανιαρισμένοι, πήγαμε ο καθένας στην αρχή στο ΑΧΕΠΑ για ακτινοσκόπηση και μετά στη φοιτητική λέσχη για παθολόγο, ψυχίατρο και δερματολόγο-αφροδισιολόγο. Έπρεπε να μην εντοπίσουν μεταδιδόμενο νόσημα, αλλιώς θα γινόσουν δεκτός στη σχολή μετά την αποθεραπεία. «Μη στεναχωριέσαι Μανώλη. Δεν σου βρήκαν τίποτε επικίνδυνο για τους άλλους. Μια χαρά θα εγγραφείς. Τι σου είπε ο ακτινολόγος; Μεγαλοκαρδία. Αυτό το ξέραμε ήδη, είσαι ψυχάρα, μεγαλόκαρδος!» Έσκασε ένα χαμόγελο το παλικάρι.

Πήρε τον λόγο η Καίτη: «Την Τρίτη που ήταν για μας τις κοπελιές, το θέαμα ήταν πολύ γελοίο. Ουρές από δεκαοκτάχρονες, άλλες ψηλές κι άλλες κοντές, άλλες αδύνατες κι άλλες παχουλές, γυμνές από τη μέση και πάνω, να κρατάν αγκαλιά τα στήθια τους μέχρι το μηχάνημα». Ξεθάρρεψε και η Κική: «Είχε κάτι θεούσες που με τίποτε δεν ξεντύνονταν». ΗΚαλλιόπη πρόσθεσε τα δικά της: «Καλά μια τσαούσα με κρητική προφορά έλεγε του ακτινολόγου “γιάντα εγώ να βγάλω τη φανέλα, δεν έχει τίποτε μεταλλικό να πειράζει.” Ήθελε και διαπραγματεύσεις!». «Μα ναι» παρατήρησε η Κική «Κάποιες άσχετες δεν βγάλανε τις καδένες και τα σταυρουδάκια». Ο Ανδρέας είχε έτοιμο το συμπέρασμα «Θα ήταν θεωρητικών σχολών». Η Κική συνέχισε «Καλά, δεν φτάνει που δεν ήξεραν από ακτίνες Χ, αν τις έλεγες να τα βγάλουν σου την έλεγαν κι από πάνω να μην ανακατεύεσαι».

«Αχ, κορίτσια, αναστέναξε ο Απόστολος «Εσείς δεν περάσατε ΣΕΟ. Εκεί να δεις. Γι αυτό σας φάνηκε περίεργο…». Εξέφρασε τη γενική απορία η Καλλιόπη «Τι είναι ΣΕΟ;» κι ανέλαβε να εξηγήσει ο Άγγελος: «Συμβούλιο Επιλογής Οπλιτών. Περάσαμε στην έκτη τάξη όλα τ’ αγόρια. Εκεί μας τσιτσίδωσαν». Η Κωνσταντίνα, ντροπαλή, δεν δέχτηκε την αναλογία. «Καλά, καλά. Αλλά δεν έχει γυναίκες ακτινολόγους, βρε αδελφέ; Θα μπορούσαν, τουλάχιστον …» Ο Άγης ήθελε να πειράξει «Σιγά τώρα. Ο ακτινολόγος είδε τα βυζιά σας και κάτι έγινε. Τι να πούμε εμείς με τη Δερματολόγο;» «Τι να πείτε;» απόρησε η Καίτη: « Ε, και τι; Είδε τις παλάμες και τον ουρανίσκο. Τι σημασία έχει, άντρας ή γυναίκα;» «Χα χα, ωραία είσαι!», διαμαρτυρήθηκε ο Ανδρέας: «Παλάμες και ουρανίσκο είναι καλά. Η αποκάλυψη είναι το ζόρικο».

«Αποκάλυψη; Τι αποκάλυψη;» απόρησαν σαν αρχαίος χορός οι κοπέλες όλες μαζί. Ο Απόστολος και ντροπαλά και προκλητικά το εκφώνησε: «Αποκάλυψη βαλάνου!» Η Μαίρη αντέδρασε «Τι είναι τούτο καλέ, τι θα πει βάλανος;» για να την κοροϊδέψει ο Άγης: «Κρίμα, έξι χρόνια αρχαία! Βαλανίδι».

Τα κορίτσια αλληλοκοιτάχτηκαν με έκδηλη την απορία. Πνίξαμε τα γέλια η ομάδα αρρένων. Δεν συνηθίζαμε τις τολμηρές κουβέντες με τις συντοπίτισσες. Λέγαμε κάμποσα σόκιν ανέκδοτα, αλλά μέχρις εκεί. Ουδέποτε μιλούσαμε για τα ημέτερα απόκρυφα. Μεγαλωμένοι στην άνθηση της χουντικής ελληνοχριστιανικής περιόδου ήμασταν δεδομένα συντηρητικοί και στις νεανικές παρέες.

Ο Απόστολος συνέχιζε «Δεν είδατε στο Μουσείο αρχαιοελληνικές φαλλικές θεότητες, Σατύρους, Σειληνούς και τέτοια;»

Ανέλαβε ο Μίλτος, ως εκκολαπτόμενος γιατρός, να περιγράψει την ανατομία του ανδρικού μορίου κάνοντας τις να κοκκινίζουν, να νιώθουν εντελώς άβολα. Έμαθαν όμως ό,τι σχετικό για τα επί μέρους εξαρτήματα των γεννητικών οργάνων. Λύθηκε και η απορία με την εορταζόμενη περιτομή της Υπαπαντής. Αναδείχθηκε όλη η διαθεματικότητα του ζητήματος. Τι διάολο, για επιστήμονες οδεύαμε απαξάπαντες.

Ο Άγης ξαναγύρισε στα ΣΕΟ. «Εκεί να δεις ουρά λεβεντονιών! Με τους πολιορκητικούς κριούς εν τη παλάμη να παρελαύνουν έμπροσθεν του γραφείου της σαραντάρας δερματολόγου αποδίδοντας τιμάς εις το έτερον φύλον».

Τα κορίτσια προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια καθώς φαντάζονταν την σκηνή. Πράγματι ήταν απαράδεκτο, σχεδόν προσβλητικό. Χάθηκε να βάλουν άντρα δερματολόγο!

Ο Ανδρέας θυμήθηκε και κάτι άλλο «Και να ειρωνεύεται ορισμένους “Πόσα χρόνια έχεις ρε μάγκα να το πλύνεις; Να το πλένετε, να το πλένετε”, ασύλληπτο!». Ο Απόστολος με πιο πολύ θάρρος τώρα σχολίασε «Δεν το περίμενα να είναι τόσοι πολλοί αυτοί που την ανακάλυψαν για πρώτη στα δεκαοκτώ. Εδώ κάμποσοι είχαν φίμωση…». «Ναι» συμφώνησε ο Νίκος «Σαν τον δικό μας, καλή ώρα». Αποφύγαμε όμως ν’ αποκαλύψουμε για ποιον δικό μας επρόκειτο. Πώς του ξέφυγε του Νίκου; Κανείς δεν ήθελε να εκθέσει τον Φάνη στις συντοπίτισσες.

Ο Φάνης! Είχε έρθει από το ορεινό χωριό δωδεκάχρονος στην πόλη, νοικάρης σ’ ένα δωμάτιο με νοικοκυρά μια μακρινή θεια του. Αυτή είχε τη φροντίδα του για καθαριότητα, πλύσιμο ρούχων και ένα πιάτο φαγητό από αυτό της οικογένειας. Την κηδεμονία την είχε ο παλιός του δάσκαλος, ένας πολύ αυστηρός άνθρωπος που είχε επιμείνει να πάει το παιδί στο Γυμνάσιο μια και είχε μεγάλη κλίση στα γράμματα. Ο δόλιος ίσως ήταν και ο περισσότερος ανελεύθερος ως μαθητής. Σχολείο – σπίτι, σχολείο – σπίτι – φροντιστήριο αγγλικών, έτσι πήγε για έξι χρόνια η ζωή στην επαρχιακή πρωτεύουσα. Ψυχή από τους συμμαθητές δεν πάτησε ποτέ στο δωμάτιό του. Ένα παιδί τόσο μαζεμένο, με ακμή στο πρόσωπο, με συντηρητικά πουκαμισάκια, παντελόνια με τσάκιση που μύριζαν πράσινο σαπούνι. Περνούσε πάντα απαρατήρητος, κυρίως από το άλλο φύλο. Μέχρι που πήγαμε στο φροντιστήριο ως υποψήφιοι να προετοιμαστούμε για τις εισαγωγικές. Εκεί σηκωνόταν στον πίνακα και έλυνε ό,τι για τους υπόλοιπους ήταν άλυτο πρόβλημα. Έσκιζε στους γεωμετρικούς τόπους, τις ακολουθίες, τη μηχανική, την οπτική. Τον παραδεχόμασταν άπαντες ως κοφτερό μυαλό. Μπήκε από τους πρώτους στους Πολιτικούς Μηχανικούς!

Κάποια μέρα, αρκετά μετά, η Άννα μας προσκάλεσε για τη γιορτή της στο σπίτι της, όπου έμενα τρία κορίτσια, κάπου στη Χαριλάου. Είχε στείλει μεζεδάκια η μάνα της με το ΚΤΕΛ, συμπληρώσαμε εμείς με κρασί χύμα και μπύρες και δώσαμε ένα πάρτι, όλα τα λεφτά! Πάρτι της μεταπολίτευσης μετά την πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, με μπλουζ, Θεοδωράκη, αντάρτικα, λαϊκά. Ήδη είχαμε αρχίσει να ζευγαρώνουμε οι περισσότεροι και η παρέα αυγάτισε. Μόνο ο Φάνης μαζεμένος στη γωνιά του με μια μπύρα στο χέρι χαζοχαμογελούσε αμήχανα χωρίς να διασκεδάζει. Με τα κορίτσια κώλωνε, τα ντρεπόταν. Με το ζόρι σηκώθηκε να χορέψει ένα μπλουζ ίσα-ίσα να μην χαλάσει χατίρι στην εορτάζουσα. Μόλις που ακούμπησε τα χέρια του στη μέση της αφήνοντας ευγενικά καμιά δεκαριά πόντους απόσταση ανάμεσα τους.

Γυρίζοντας με τα πόδια μισοζαλισμένοι, κάποιοι πιο άμαθοι παραπατώντας και ξεφωνίζοντας απελευθερωμένοι, αποφασίσαμε να ξεβγάλουμε τον Φάνη. Μέχρι έρανο κάναμε να μαζέψουμε το αντίτιμο να πάμε τον άβγαλτο να γίνει άντρας. Για τους υπόλοιπους είχε ληφθεί εγκαίρως η φροντίδα, από το Λύκειο. Έτρεμαν οι πατεράδες μη και δεν γλυκαθούμε από νωρίς και βγούμε τίποτε αδελφές. Ένας-ένας είχαμε μυηθεί στα μυστικά της ηδονής στη συνεύρεση με μια γυναίκα. Έτσι βρεθήκαμε στα Λαδάδικα, χωρίς συστάσεις τα επαρχιωτόπουλα. Οι μπύρες αποδείχτηκαν ευεργετικές για τις αναστολές του Φάνη. Και τα καταφέραμε. Όταν ξεμύτισε από την πόρτα γελούσαν και τ’ αυτιά του. Μας ρώτησε … πότε θα ξανακάνουμε έρανο!

***

Με τα σαράντα χρόνια απουσίας μου στη Β. Ευρώπη είχα χάσει (κι είχα χαθεί από) τους περισσότερους φίλους της νιότης. Μόνο για τον Μανώλη τον μεγαλόκαρδο είχα μάθει τα δυσάρεστα. Οξύ έμφραγμα στα σαράντα πέντε και πάει, μας άφησε χρόνους. Τελικά ήταν κουσούρι η μεγαλοκαρδία, ενώ σε μας δεκαοχτάρηδες και ανήξερους, ηχούσε ως προτέρημα. Με δυσκολία διέκρινα κάνα δυο γνωστούς από αυτούς που έσπευσαν να παρακολουθήσουν την πολιτιστική εκδήλωση στο θεατράκι στης γενέθλιας πόλης.

Όπως ήταν βαρετοί οι μακρόσυρτοι χαιρετισμοί στην αρχή, κοίταζα τα μηνύματά μου στο κινητό. Η χροιά της φωνής ενός ομιλητή, όμως, κάτι, πολύ γνώριμη μου φάνηκε. Αυτός ο γεμάτος αυτοπεποίθηση πολιτευτής μες στο στιλάτο μπλε ρουά Αρμάνι, με το χρυσό ρόλεξ και τον μεταξωτό λαιμοδέτη ήταν … Ξανάνοιξα το πρόγραμμα. Το είχα προσπεράσει «Χαιρετίζει ο Αντιπεριφερειάρχης δρ. Θ. Δενδράκης». Θήτα, ναι βέβαια ήταν ο Φάνης, Θεοφάνης στον μαθητικό κατάλογο. Με ανοικτό το στόμα, που λένε, έτσι έμεινα. Μέγας γόης με πληροφόρησε η συνάδελφος από το προξενείο που με συνόδευε. Δυο πλούσιους γάμους, τρία παιδιά και πολλές πιπεράτες αισθηματικές περιπέτειες κατά τη θητεία του ως διευθυντής της ΔΕΚΟ διαχείρισης ζωτικού αγαθού. Για φαντάσου!

Αποκάλυψη, λένε οι φλύαρες γλώσσες, δεινού και σπάνιου εραστή. Κι εμείς είχαμε κάνει έρανο για τη μύησή του, φροντιστήριο. Τον πήγαμε στο φροντιστήριο με …υποτροφία!

*

©Τασούλα Γεωργιάδου, Νοέμβρης 2017

φωτο: Στράτος Φουντούλης