Χαρά Νικολακοπούλου: Εύα Μ. Μαθιουδάκη-Κωστής Σχιζάκης, ‘Ο Φταίχτης’

Εκδόσεις Καστανιώτη 2019

Τοιχογραφία εποχής, ανατομία ψυχής

Mε δύο προηγούμενα λογοτεχνικά έργα στο ενεργητικό της (Αυτός ο ένας ο Αρίστος εκδ. Γαβριηλίδης 2014 και Μικρά Πείσματα, εκδ. Ροδακιό 2017) η Εύα Μ. Μαθιουδάκη έχει ήδη δώσει αξιόλογα δείγματα πεζογραφικού λόγου που την έχουν καταξιώσει για τις αρετές της γραφής της, οι οποίες ανιχνεύονται και στο παρόν μυθιστόρημα, τρίτο κατά σειρά βιβλίο της.

Το έτερον συγγραφικό ήμισυ, ο Κωστής Σχιζάκης, είναι αρχιτέκτονας μηχανικός από το Ηράκλειο. Έχει στο ενεργητικό του τη συλλογή διηγημάτων Τα παρά προσδοκίαν και δημοσιεύσεις στο περιοδικό Παλίμψηστο της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης.

Λίγα λόγια για την υπόθεση του βιβλίου: Ο Παναγιώτης κουβαλάει πολλή οργή μέσα του, μια οργή που στρέφεται ενάντια σε όλους.  Κατεβαίνει με την οικογένειά του στην Αθήνα από το πάμφτωχο εγκαταλειμμένο χωριό τους στην Ευρυτανία προς αναζήτηση καλύτερης τύχης.  «…περίμεναν το λεωφορείο για την πρωτεύουσα και τη μοίρα τους να περάσει.» Δεκαετία του 70, στο πολιτικό φόντο το πουλί που ξαναγεννιέται από τις στάχτες του. Εποχή της μετανάστευσης, της αστυφιλίας και της αντιπαροχής.

Το πρωτότυπο εξώφυλλο – ταπετσαρία παλιομοδίτικη αλλά τόσο νοσταλγική  και μια ξεφτισμένη πλαστική καρέκλα- δηλωτικά της αισθητικής της συγκεκριμένης εποχής.

Ο πατέρας, ανύπαρκτος «Άδεια χέρια, άδεια καρδιά. Ούτε μια σοκολάτα, μια καραμέλα, ένα ρουχαλάκι για το καλό των παιδιών. Ούτε γι’ αυτά ούτε για μένα. Μάλωσε τον μεγάλο, τον έδιωξε από το σπίτι να πάει στη γιαγιά και μ ‘ άρπαξε. Με μάγκωσε, μ’ έδεσε με τα χέρια του που είναι σαν τανάλια

Η μητέρα, όμορφη, καταπιεσμένη και απορριπτική. «Είχε παραιτηθεί από καιρό και δεν της ζητούσε τίποτα. Ακόμα και στο φαγητό που μοίραζε με τη βαθιά κουτάλα, το μεζέ ποτέ της δεν του τον χαλάλισε.»

Οι δυο αιμομικτικοί εραστές, η μητέρα και ο ξάδελφος, ευτυχισμένοι και καταραμένοι μέσα στην ψυχική τους γύμνια. Η φτώχεια του τοπίου, της καρδιάς και της ζωής τούς κατατρέχει. Εκπαίδευση, διαπαιδαγώγηση, κανόνες ανατροφής, αξίες, ιδανικά, οράματα- στοιχεία ελλιπέστατα έως ανύπαρκτα.

Ενώ η οικογένεια , εγκατεστημένη πια στην Αθήνα, αναζητά μια θέση στον ήλιο και το δικό της μερίδιο στην ζωή, ο Παναγιώτης κατρακυλά νωρίς στην παραβατικότητα, στη βία, στο αναμορφωτήριο, στις απαγορευμένες ουσίες, στο ψυχιατρείο. Επιθέσεις, εξευτελισμοί, βία, ασέλγεια. Με αναλαμπές ‘καλοσύνης’  στο πρόσωπο του Μενέλαου, του επιστάτη, της Χριστίνας, της Ξένης, της Αναστασίας.

Η ερωτική επιθυμία πυρπολεί τα μοναχικά στρωσίδια των  πρωταγωνιστών, σέρνεται πίσω από τους αρμούς, σκαρφαλώνει στα δοκάρια, κυλάει στα πλακάκια τα πορτοκαλιά, ξεχύνεται ρευστή και καυτή στη μπανιέρα της κυρίας Ξένης. Αιμομικτικές φαντασιώσεις στοιχειώνουν το μυαλό και τη νεανική σάρκα του Παναγιώτη.

Η σκληρή καθημερινότητα των παιδιών της εργατικής τάξης σε συνεργεία, σε μηχανουργεία, στα καράβια, στην ξενιτιά, στο ξένο μεροκάματο, στα ξένα σπίτια. Τα κοινωνικά φρονήματα σε πρώτη ζήτηση βέβαια.

Εξαιρετική  τοιχογραφία μιας κοινωνίας που αγωνίζεται να ξεμυτίσει από το τέλμα της φτώχιας, της κομπίνας, της μιζέριας και να σταθεί στα πόδια της. Δεν τα καταφέρνει όμως, σκοντάφτει, παραπατά και σωριάζεται. Και το δικαίωμα στο όνειρο να αχνοφαίνεται στο βάθος,  ολοένα να διαφεύγει και να γίνεται καπνός.  Το όνειρο για μια καλύτερη δουλειά, για ένα μεγαλύτερο σπίτι, για περισσότερα χρήματα, για να πιάσει κανείς την καλή. «Μαύρα κι άσπρα. Μια ζωή μαύρη κατάμαυρη που, μόλις πήγαινε λίγο να πάρει μπρος στην κατηφόρα, την έπιανε λάστιχο

Κι ο έρωτας;  « Της είχε φανεί τότε ότι ο έρωτας ήταν ένα πράγμα γυαλιστερό και άπιαστο σαν το μάτι του ψαριού, σαν το σώμα του ψαριού που ξεγλιστρά σπαρταρώντας από τα χέρια σου και δεν ξέρεις πώς να το πιάσεις και από πού

Γραφή με στοιχεία νεωτερικά, με μεγάλα χρονικά άλματα και συχνές αναδρομές και πισωγυρίσματα που συμπληρώνουν εκ των υστέρων τα κομμάτια του παζλ που έχουν υπερπηδηθεί.  Η αφήγηση δεν ακολουθεί γραμμική λογική, σκόρπια κομμάτια του παζλ είναι τα μικρά κεφάλαια που παίρνουν όμορφα τη θέση τους καθώς η ιστορία προχωράει.

Η ανάγνωση ξετυλίγεται γρήγορα, αφήνοντας κατά μέρος το περιτύλιγμα για να εισχωρήσει στην ουσία των πραγμάτων. Γλώσσα στακάτη,  μεστή, γεμάτη αμεσότητα, χωρίς εξωραϊσμούς, χωρίς περιττές γλαφυρότητες,  ρεαλιστική, τέλεια αρμοστή στο σκληρό του τοπίου, των ανθρώπων, της εποχής, στη σκληρή, πικρή, άγονη ζωή τους που δεν αφήνει ούτε μια χαραμάδα στο όνειρο. Παντελής έλλειψη μελοδραματισμού παρ’ όλα αυτά, παρότι το θέμα το προκαλεί, το εκβιάζει σχεδόν, οι συγγραφείς ουδόλως ενδίδουν στην πρόκληση της εύκολης συγκινησιακής φόρτισης και του διδακτισμού.

Η εσωτερική εστίαση αλλάζει συνεχώς, η οπτική γωνία μετακινείται από τον Παναγιώτη, στον πατέρα Χρίστο, στη μητέρα Ελένη, στον ξάδελφο της μητέρας Ηλία, στη γυναίκα του Χριστίνα, στον αδελφό Σωτήρη, στην ψυχίατρο που τον έχει αναλάβει. Μετά τη μέση του μυθιστορήματος έχει ο αναγνώστης την αίσθηση ότι το όλο αφήγημα υπακούει σε μια κρυφή σκηνοθεσία θεατρικού/ κινηματογραφικού τύπου. Στο προσκήνιο, άλλοτε φωτισμένος άπλετα από τον συγγραφικό ‘φακό’ και άλλοτε στο ημίφως, στέκεται ο Παναγιώτης. Ωστόσο τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν σημαντικό ρόλο. Στέκονται ασάλευτα σε δεύτερο πλάνο και προβάλλουν στη σκηνή όταν κληθούν να ερμηνεύσουν τον ρόλο τους και ‘να πουν τα λόγια τους’. Κατόπιν αποσύρονται σιωπηλά και αφήνουν χώρο στον πρωταγωνιστή να ξεδιπλώσει το ταλέντο του, τον θωρούν στεφανωμένο από μια αλλόκοτη μοναξιά, είναι μαζί τους και ταυτόχρονα δεν είναι. Η συγγραφική ‘κάμερα’ παρακολουθεί τον αντιήρωα Παναγιώτη κατά πόδας, καταγράφει, παρατηρεί, σημειώνει, δεν του χαρίζεται ωστόσο, δεν παίρνει θέση. Η ψυχική του ένδεια, το αβυσσαλέο μίσος για τη μητέρα του, για την οποία τρέφει ένα ισχυρό οιδιπόδειο,  η ταραγμένη φύση του μυαλού του, το σκοτάδι που τον συνοδεύει σε κάθε έκφανση του βίου του έχουν τις ρίζες τους στο απώτερο νοσηρό οικογενειακό παρελθόν.  « Ο Παναγιώτης ο απρόσιτος, ο πεσμένος άνθρωπος, με έναν ενοχικό, υπερευαίσθητο και τραυματισμένο εαυτό

Η ιστορία ανιχνεύει αργά και με μαεστρία τις βαθύτερες  συνιστώσες που συγκλίνουν και υφαίνουν απαρέγκλιτα  το στίγμα του φταίχτη το οποίο χρεώθηκε ο Παναγιώτης  Αλλιώς: πώς μέσα στην ψυχή του ανθρώπου επωάζεται το κακό, το οποίο οι γενικότερες συνθήκες θα φέρουν κάποια στιγμή αναπόφευκτα στην επιφάνεια, θα το αναδείξουν και τότε θα φανεί σε όλο του το εύρος το καταστροφικό, ζοφερό ‘μεγαλείο’ του.

Η τραγωδία θα κορυφωθεί στις τελευταίες σελίδες- Πρωτοχρονιά του 1982, την ίδια εποχή  που «η επιτυχία του Παπανδρέου είχε αναπτερώσει το ηθικό του κόσμου που προσέβλεπε σε μία- επιτέλους- βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του» και θα εκβιάσει την εύλογη απορία: ποιος ήταν τελικά ο φταίχτης ; Όμως  έργο της καλής λογοτεχνίας είναι να θέτει ερωτήματα, όχι να δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις. Και η μόνη κάθαρση που θα πρέπει να περιμένει ο αναγνώστης θα είναι από τη βροχή .

Χοντρές σταγόνες βροχής έπεσαν με δύναμη πάνω τους. Κι ήταν αυτός ο μόνος τρόπος να νιφθούν, να εξαγνισθούν, προκειμένου να επέλθει επιτέλους η κάθαρσις όλων.

*

©Χαρά Νικολακοπούλου, φιλόλογος – συγγραφέας