Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Odium

Tο μίσος κι η εμπάθεια που τρέφει ο άνθρωπος για τα μέλη του ίδιου είδους είν’ ανεκδιήγητη αλλά ταυτόχρονα και τόσο συνηθισμένη σ’ όλες τις κοινωνίες και σ’ όλες τις εποχές, που προκαλεί αισθήματα απέχθειας κι αηδίας γι’ αυτό τούτο το είδος. Τέτοιες διαθέσεις γεννιούνται πάντα μέσα στο λίκνο ενός άκρατου εγωισμού. Έτσι περιχαρακωμένος όπως είναι ο άνθρωπος στον υδροκέφαλο εαυτό του, μοιραία έχει δύο δρόμους να διαλέξει: είτε να δείξει την ανωτερότητά του σ’ άλλους πιο αδύναμους, είτε να προστατεύσει το εγώ του όταν νιώθει ότι βάλλεται. Και στις δύο περιπτώσεις το μίσος κι η εμπάθεια βοηθάνε στην επίτευξη των προαναφερόμενων σκοπών. Κι είν’ αυτά τα αρνητικά αισθήματα, τα σπάνια απαντημένα στις τάξεις των ζώων, που κάνουν ακόμα και τις πιο επικίνδυνες ζούγκλες να ωχριούν μπροστά στις ανθρώπινες κοινωνίες.
Μια τέτοια κοινωνία ήταν το επίνειο της Αλχανίας. Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει μέχρι σήμερα γιατί οι κάτοικοι αυτής της πολίχνης ήταν τόσο ασφυκτικά εγκλωβισμένοι σ’ ένα πελώριο εαυτό που τρεφόταν καθημερινά απ’ την αλαζονεία και τον εγωισμό. Το σίγουρο είν’ ότι όποιος γεννιόταν στην Αλχανία, στιγματιζόταν για μια ζωή απ’ αυτό το χαραχτηριστικό· κι αν τολμούσε κανείς ν’ ακουμπήσει, έστω, ένα τέτοιο εγώ, θα είχε να αντιμετωπίσει την μήνιν του φορέα του.
Πριν από λίγα χρόνια βαρύ θανατικό έπεσε στο επίνειο μ’ αποτέλεσμα να καταστραφούν τα κτήματα κι η γης ν’ αρρωστήσει. Βέβαια ο τόπος ήταν πάντα χέρσος κι οι καλλιέργειες δύσκολες, λόγω του πετρώδους εδάφους σε πολλά σημεία των περιχώρων και των πάμπολλων χαρακιών, αλλά ύστερ’ απ’ αυτό το κακό το πράγμα παράγινε. Μόνον τα μεταλλεία και τα λατομεία έμειναν που, όμως, απέφεραν μεγάλα κέρδη αποκλειστικά στους ιδιοκτήτες τους, ενώ όσοι ήσαν στη δούλεψη τους, εκτός από εργάτες, μετατρέπονταν αυτόματα και σ’ αντικείμενα εκμετάλλευσης.
Τον καιρό εκείνο λόγω των μαχών και της απερίγραπτης φτώχειας που επικρατούσε σε γειτονικές περιοχές, όπως η Νουμιδία, η Φρυγία κι η Βιθυνία, μιλιούνια κόσμου αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή και, με όποιον μέσο μπορούσαν, να έρθουν σε πιο ήσυχες και ευκατάστατες περιοχές προς αναζήτηση μιας θέσης στον ήλιο. Έτσι, ένας πελώριος συρφετός από κακορίζικους και ταλαιπωρημένους παρίες κατέφτασε στην Αλχανία για να γλιτώσει απ’ τη μύγα, την φωτιά και το σίδερο που μοίραζαν θάνατο μέρα νύχτα.
Στην Αλχανία είδαν με θετικό μάτι τους νέους επισκέπτες κι έσπευσαν να δείξουν αμέσως τη φιλοξενία τους και τα φιλάνθρωπα αισθήματα τους. Έτσι, τους προσέφεραν στέγη και λουκούλλεια γεύματα καθώς και δυνατότητα πρόσβασης στο ανδρείο τους. Γνώριζαν όμως όλοι ότι αυτό γινόταν γιατί έτσι ένιωθαν πως μ’ αυτές τις ψευτοχειρονομίες μετατρέπονταν σ’ ανώτερα όντα απέναντι σε κάθε ξένο, είτε ήταν κατατρεγμένος είτε όχι. Φυσικά στα μάτια των ανυποψίαστων κουρελήδων όλ’ αυτή η υποδοχή ισοδυναμούσε μ’ αγάπη και συμπόνια, αισθήματα που επιδεικνύονταν απ’ τους κατοίκους μόνον από συμφέρον. Οι κάτοικοι της Αλχανίας αλλά κι όλου του νησιού είχαν μάθει απ’ τα μικράτα τους κιόλας ότι αγαπάμε από εγωισμό και μόνον, όπως ακριβώς τα μικρά παιδιά!
Το συμφέρον των κατοίκων λοιπόν ήταν να βρεθούν εκτάκτως πρόθυμα και δυνατά χέρια για να ξαναπάρει η γης μπρος και να δουλέψουν πάλι τα μεταλλεία και τα λατομεία. Οι ντόπιοι, βέβαια, είχαν από καιρό παρατήσει κάθε μορφή χειρωνακτικής εργασίας, εξαιτίας της φυγοπονίας και της τεμπελιάς που έτσι κι αλλιώς τους χαραχτήριζε. Βάλθηκαν, λοιπόν, να πείσουν τον Εξάκτορα της επικράτειας ότι ήσαν ανήμποροι να βγάλουν τα προς το ζην λόγω του θανατικού για το όποιο μίλησα λίγο πιο πάνω. Με τον τρόπο αυτόν επιδίωκαν να επωφεληθούν από ένα διάταγμα του αυτοκράτορα, σύμφωνα με το οποίο οι μη έχοντες απασχόληση δικαιούνται έναν κουβά τάλαντα!
Όλο το επίνειο αποφάσισε τότε να βάλει μ’ απόλυτη μυστικότητα τους ξένους να δουλέψουν δίνοντάς τους ένα μικρό αντίτιμο και τα υπόλοιπα έσοδα να περιέρχονταν στο ταμείο της πόλης για έκτακτες ανάγκες. Με τον τρόπο αυτόν οι κάτοικοι θα ικανοποιούσαν την φυγόπονη φύση τους και ταυτόχρονα θα ελάμβαναν χρήματα απ’ την διοίκηση του νησιού, αβρόχοις ποσίν. Όσο για τα λεφτά του ταμείου, ήταν κοινό μυστικό ότι με γαλιφιές και διάφορες ψευτοδικαιολογίες ο καθείς θα μπορούσε να βάλει χέρι σ’ αυτά!
Σε λίγο καιρό όλοι οι κάτοικοι συνωστίζονταν στα ντουκιάνια και τα θερμοπώλια περνώντας τις ώρες και τις μέρες της ζωής τους τρωγοπίνοντας και παίζοντας τυχερά παιχνίδια. Κι επειδή οι κόσμος δεν χώραγε πια στα υπάρχοντα μέρη διασκέδασης, φτειάχτηκαν κι άλλα και γίνηκαν τόσα πολλά που μπορούσαν να βολέψουν ανθρώπους από δύο και τρεις πόλεις μαζί. Έτσι, οι κάτοικοι βούλιαζαν σιγά σιγά σε μια πλήξη αφόρητη και σε μια μόνιμη κι αρρωστημένη ρέμβη, ενώ τα δύστυχα πλάσματα απ’ τη Νουμιδία φρυγανίζονταν απ’ τον ήλιο κι αγανακτούσαν μες στην σκόνη και τον ιδρώτα.
Πέρασαν μήνες και καιροί κι ο τόπος νοικοκυρεύτηκε. Οι Νουμίδιοι αγόρασαν τη γη μαζί με τα λατομεία κι έγιναν παντοδύναμοι. Όλα αυτά όμως δεν έθιγαν καν του ντόπιους που δεν ήθελαν να χαλάσουν τον ύπνο τους και την καλοπέραση τους. μέχρι που ο Δούκας του νησιού πήρε είδηση τι γίνεται στην Αλχανία κι σταμάτησε να στέλνει κουβάδες με τάλαντα!
Και κάπως έτσι άρχισαν να σφίγγουν τα γάλατα για τους κατοίκους του επίνειου. Κάποιοι αναγκάστηκαν να ρίξουν τα μούτρα τους και να παν στη δούλεψη των Νουμίδιων γιατί το φάσμα της πείνας άρχισε να τους απειλεί. Οι περσότεροι όμως αδυνατούσαν να δεχτούν ότι οι πρώην λεροί και κακορίζικοι Νουμίδιοι γίναν τσιφλικάδες κι αφεντικά και καλούσαν τους νυν λεχρίτες κι απλησιάρηδες της Αλχανίας να δουλέψουν γιαυτούς!
Στείλαν αμέσως γράμμα και γραφή στον αυτοκράτορα απαιτώντας ν’ αναλάβει τις ευθύνες του γιατί δεν είναι δυνατόν, όπως έγραφαν στο φιρμάνι, ένα επίνειο με λαμπρή ιστορία και με προγόνους πούχαν χύσει το αίμα τους για τη γη, την οποία τώρα εκμεταλλεύονται αλήτες, να πρέπει ν’ ανέχεται αυτούς πούρθαν απ’ τα ξένα για να τους πάρουν τις δουλειές!
Ο αυτοκράτορας, λόγω της στενής συγγένειας με τον ανθύπατο της Αλχανίας και εξαιτίας παρόμοιων περιστατικών που συνέβαιναν τον καιρό εκείνο σ’ όλη τη χώρα, αποφάσισε να πάρει μέτρα δραστικά. Εξάλλου ο ανθύπατος γνώριζε από μυστικές κι έγκυρες πηγές ότι ο αυτοκράτορας δεν ήταν δα και τόσο άμεμπτος, όσον αφορά στη διαχείριση των οικονομικών και στον διορισμό ανθρώπων σ’ αυλικές θέσεις, κι επομένως δεν συνέφερε τον αυτοκράτορα ν’ αδιαφορήσει για την κατάσταση στην Αλχανία.
Διέταξε λοιπόν τον στρατό να πάει στο επίνειο και να βάλει τάξη τιμωρώντας παραδειγματικά τους Νουμίδιους. Αυτό ήταν μια καλή ευκαιρία για να δείξει φανερά πλέον την έχθρα του προς όσους ξένους τόλμαγαν να μπουν παράνομα στη χώρα και να δημιουργήσουν προβλήματα. Ο ίδιος εξάλλου ήταν υπέρ μιας πολιτικής απομονωτισμού και απομάκρυνσης κάθε στοιχείου που θ’ αλλοίωνε τη φυσιογνωμία της ράτσας. Ο μόνος άνθρωπος που αντιστάθηκε σ’ αυτήν την απόφαση του αυτοκράτορα ήταν η γυναίκα του, Νουμίδια στην καταγωγή! Ο Αυτοκράτορας, σε μια του παλιότερη κατάκτηση στα μέρη της Νουμιδίας, την είχε πάρει σκλάβα μαζί του στην επιστροφή, κι επειδή ήταν μαστόρισσα στις ερωτικές εργολαβίες, πείστηκε να την παντρευτεί!
Ξεκίνησε λοιπόν ο στρατός για την Αλχανία καβάλα και πεζούρα. Όταν μαθεύτηκε το νέο όλοι φοβήθηκαν για τα χειρότερα γιατί ο στρατός της χώρας ήταν γνωστός για τις κανιβαλικές του διαθέσεις.
Στη μπασιά της Αλχανίας εμφανίστηκαν ένα μεσημέρι διάολοι ψηλοί, λιγνοί, με πόδια σα γίδια και με κεφάλι στενομάκρουλο για να τακτοποιήσουν τις οδοντοστοιχίες και τα παΐδια των Νουμίδιων! Όμως, όταν είσαι ταϊσμένος μ’ ένα σωρό προλήψεις και δεισιδαιμονίες και ταυτόχρονα έχεις μυαλό κουκούτσι, γίνεσαι εύκολα έρμαιο κάθε πρωτόγονου ενστίκτου. που σημαίνει ότι δεν περιορίζεσαι μόνον σ’ αυστηρές υποδείξεις ή έστω και σε κάποιες λίγες μώλωπες.
Έτσι αφού τους χάλασαν, βάλθηκαν να περάσουν όλους του Νουμίδιους απ’ το σπαθί, ενώ κάποιοι, άγριοι απ’ την επιθυμία, ντρόπιασαν τις Νουμίδιες κι ύστερα τις πυρπόλησαν. και τ’ άμοιρα τα μάτια τους έτρεχαν σαν τη βρύση.
Καμιά φορά έλαβε τέλος αυτό το φονοκοπείο. κι έβλεπες μια πηχτή μάζα από κοιλιές βουτηγμένη στ’ αχνιστό αίμα. κι άκουγες οπλές αλόγων και ποδοβολητά ανθρώπων να σβήνουν στο βάθος του ορίζοντα και να δίνουν τη θέση τους σ’ ένα σιγανό κλάμα μωρού που πάλευε ν’ αρμέξει με τα δάχτυλά του το στερεμένο στήθος μιας νεκρής Νουμίδιας.

*
©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

φωτο: Στράτος Φουντούλης