Ζωή Κατσιαμπούρα, Τα τσιπς

Αυτά τα ωραία πάρτι της γειτονιάς γίνονται μια φορά κάθε καλοκαίρι, γύρω στον Δεκαπεντάυγουστο, όταν το χωριό γεμίζει κόσμο. Αποφάσισαν, λοιπόν, και φέτος, όπως κάθε χρόνο, οι άντρες να ψήσουν στις σχάρες και οι γυναίκες να πάμε τα συνοδευτικά.

Είπα να φτιάξω πατατάκια τσιπς που πρώτον ξετρελαίνουν παιδιά και μεγάλους στο σπίτι και δεύτερον θα λιγοστέψουν λίγο το τσουβάλι με τις πατάτες που μου έφεραν δώρο και φοβάμαι ότι θα «ανάψουν», θα σαπίσουν με τόση ζέστη.  Έβαλα, λοιπόν, στη μεγάλη κατσαρόλα λάδι πολύ και έφτιαξα μια γαβάθα πατατάκια, μοσχοβόλησε ο τόπος, τα έβλεπα και μου έτρεχαν τα σάλια, ανάθεμα στις δίαιτες…

Οι άλλοι είχαν ήδη αναχωρήσει για το πάρτι και τους άκουγα να μιλούν με τους γείτονες, παρακάτω, περιμένοντάς τους. Ε, σκέφτηκα, τώρα που έριξα και την τελευταία δόση στο λάδι, ας πάω να βάψω τα χείλια μου.

Η κρεβατοκάμαρα μου είναι σε άλλο κτίσμα,  καμιά δωδεκαριά μέτρα από την κουζίνα. Πόση ώρα μου πήρε να βάλω κραγιόν και να πλύνω, βιαστικά, τις μασχάλες μου; Κάμποση θα μου πήρε, γιατί όταν γύρισα στην κουζίνα με έπνιξε από την πόρτα ο μαύρος ξινόπικρος καπνός. Έβγαινε τουλούπα από την κατσαρόλα. Έτρεξα, έσβησα το μάτι και είδα τις πατάτες:  ένα μαύρο πράγμα. Μαύρο, αλλά στο κέντρο σώζονταν μερικά ξεροψημένα τσιπσάκια. Σκέφτηκα μήπως τα σώσω, αυτά τουλάχιστον, και πήρα την τρυπητή κουτάλα να τα βγάλω. Και μόλις τα ακούμπησα πήρε φωτιά η κατσαρόλα! Ιιιιχχχ. Τώρα; Η φλόγα έφτανε ως τον αποροφητήρα, θα καίγονταν το πλαστικό. Έπιασα τη φλεγόμενη χύτρα με τα γάντια και έτρεξα προς την πόρτα, τα κατάφερα να βγω με την όπισθεν αναμερίζοντας την κρεμασμένη κουνουπιέρα. Και μετά παράτησα την κατσαρόλα κάτω, κάηκαν τα δάχτυλά μου παρόλα τα γάντια. Οι φλόγες ψηλά, λίγο να φτάσουν ως το πλαστικό σκίαστρο και ως το δέντρο που απλώνεται από πάνω.  Την έσπρωξα λίγο έξω από το σκίαστρο, βρέθηκε κάτω από τη δάφνη του φράχτη.  Και εκείνη την ώρα, να σου οι μικρές που σκέφτηκαν να πάνε στην τουαλέτα πριν το πάρτι! Έβαλαν τα ουρλιαχτά, ααα, σβήσ’την, γιαγιά, σβήσ’την.

Γενικά ξέρω ότι το λάδι αυτοαναφλέγεται, όπως ξέρω και ότι δεν σβήνει με νερό. Λυπήθηκα το χαλάκι, να το ρίξω; Απλώς δεν το σκέφτηκα; Γέμισα από τη βρύση δίπλα τον κουβά που ήταν εκεί και τον άδειασα στη σταθερά φλεγόμενη κατσαρόλα. Και οι φλόγες πετάχτηκαν μέτρα ψηλά και πήρε φωτιά τσιτσιρίζοντας η δάφνη. Ούρλιαξαν και οι μικρές, μάλλον και εγώ, και μαζεύτηκαν οι δικοί μου και οι γείτονες που έτσι κι αλλιώς είδαν το πυροτέχνημα και τρόμαξαν.

Τέλος πάντων, πετάχτηκαν ψηλά οι φλόγες, καψάλισαν τη δάφνη, το λάδι χύθηκε και μαύρισε τον τόπο,  σβηστό όμως. Συνήλθα κι εγώ από την τρομάρα, αλλά όταν πέρασε η ένταση τρόμαξα περισσότερο, που θα μπορούσα να βάλω φωτιά στο χωριό.

Τέλος πάντων, πήραμε τα υπάρχοντα τσιπς και πήγαμε στο κεφάτο πάρτι.

Κάποια στιγμή, μετά από πολλή ώρα, με ρώτησαν πώς και δεν τρώω, δεν χορεύω, είμαι ανόρεχτη, τέτοια. Τους είπα ότι φτιάχνοντας τα τσιπς κόντεψε να κάψω την κουζίνα και απόρησαν εν χορώ: α, καλέ, εσύ τα έφτιαξες τα τσιπς; Πάντως ήταν πολύ ωραία, σαν έτοιμα…

*

©Ζωή Κατσιαμπούρα

φωτο: Στράτος Φουντούλης