Άννα Αθανασίου, Ο Αδελφός του Ιούλη

Σ’ ένα περιμάζεμα απολεσθέντων ψυχών στα αζήτητα δρομάκια της ζωής μετά τη ζωή, ζουμάρισε αετίσια στο ερημικό πεδίο μάχης σε ένα κιτρινισμένα λαβωμένο στρατιώτη. Κειτόταν καταγής με διαμπερές καπνοαχνίζον τραύμα στα παλλόμενα στήθη. Ακρωτηριασμένος –του έλειπε το ένα χέρι– και περίλυπος, καρτερούσε ά-πονα στο ά-χρονο ά-χωρο παρόν του το περιμάζεμα. Μικρές, άβολες πέτρες γύρω. Σκόρπια στάχυα, παραξηραμένα, εδώ κι εκεί. Το αιματοσβολιασμένο χώμα παραπέρα. Τα αεικίνητα μυρμηγκάκια παντού. Οι σαστισμένες παπαρούνες, κατακόκκινες στο πυρετό του Ιούλη. Οι δυσοίωνες λαψάνες, κατακίτρινες καλύπτουν τον περίγυρο (εφάαν μας οι λαψάνες φέτος, ο Θεός να μας γλυτώσει που μηάλο κακό, μοιρολογιόταν η μάνα εκείνο το καλοκαίρι). Κι ο ήλιος καίει κατακαλόκαιρα τις ίδιες πάντα πέτρες, έρμαιο όλων των καιρικών συνθηκών.

Κινούμενη από την εγκεφαλική ανάγκη για επιστημονική καταχώρηση στοιχείων, αρχίζει να κάνει τις ερωτήσεις που θα της επιτρέψουν να εξακριβώσει στην εγρήγορση των Βήτα κυμάτων την φαντασίωση των κυμάτων Άλφα (;), Θήτα (;), Γάμμα (;). Μια πολυδιάστατη εικόνα σπρώχνεται βιαστικά προς τους βολβούς της, σαν παραίσθηση πολλαπλών κινούμενων εικόνων, όχι εκ γενετής τυφλού. Εγκαθιστά επικοινωνία άμεσα. Απορεί όμως στη χρονολογία που αποσπά από το ανυποψίαστο στρατιώτη, αθασοπράσινα, διαισθητικά, κινηματογραφικά. Σε μια πευκολαχανί προσπάθεια να τον εντάξει στο κατάμαυρο γραμμικό της χρόνο.

 – Του ’53, την προλαβαίνει σχεδόν τραγουδιστά ο λαβωμένος στρατιώτης.  Δεν θυμόταν να είχε γίνει κάτι συγκεκριμένο το ’53, αν και το ’55-’59 είχανε τον ανταρτοπόλεμο για την απόκτηση της ανεξαρτησίας του νησιού από τον αποικισμό των Άγγλων. Το διευκρινίζει.

 – Όϊ!  Εγεννήθηκα το ’53, εξηγεί απλοϊκά το σγουρόμαλλο αγόρι. Αστραπιαία ένας μικρός διακόπτης ενεργοποιείται∙ μόνο τότε αναγνωρίζει τον αδελφό του Ιούλη. Ένας όλμος στο πρώτο πολεμικό άρμα με προορισμό το Προεδρικό τον έστειλε έξω από τον κύκλο στις οκτώ και μισή το πρωί, μαζί με άλλους οκτώ(;) στρατιώτες, ευήθεις πατριώτες, εμφορούμενοι από τα ιδανικά της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης, για την πολυπόθητην Ένωση. Σ’ ένα σαθρό, εντούτοις βωμό, τού φανατισμού και του σκοταδισμού. Μακαριακοί και Γριβικοί στα όπλα. Από ιλιγγιώδη ύψη κάνουν βουτιά στο μίσος και τις έχθρητες, με το δικό τους χρώμα Ελληνόφρονες, σαν από άλλο DNA μετεξελιγμένοι. Αν μπορεί κανείς να κατηγορήσει αυτούς τους στρατιώτες για κάτι ίσως η ευπιστία κι ο ευσεβοποθισμός τους στην Ένωση με την Μητέρα πατρίδα. Αυτοί είναι οι μόνοι λόγοι που δεν τους γίνεται επίσημο μνημόσυνο από την πολιτεία σχεδόν τριάντα-τρία χρόνια μετά.

Τι να του πει και τι να του εξηγήσει; Πως είναι η αδελφή του η δωδεκάχρονη, χαροκαμένη μάνα στα σαράντα που μόνο σαράντα δευτερόλεπτα δεν πέρασαν γι’ αυτόν εκεί έξω από τον κύκλο; Του υπόσχεται νοσοκομειακή φροντίδα. Του δίνει το χέρι να ακολουθήσει το δρόμο για τον κήπο της ανάρρωση.

– Θα φροντίσουν τα τραύματά σου. Θα σε περιποιηθούν. Σύντομα θα γίνεις καλά. Θα επιστρέψεις στους δικούς σου που θα έχουν ανησυχήσει, τον παραπλανάει επιδέξια. Γρήγορα τον πείθει και πάραυτα τον παραδίνει στην πύλη του 27. (2+7=9. Ιερότατος αριθμός μεταθανάτιας ζωής, λένε.) Στο λειμώνα με τους ασφοδέλους. Έχει σταθμούς μόνο για αναχωρήσεις. Σαν μια από εκείνες τις πόλεις του Καλβίνου, δεν έχει επιστροφές. Ο μεσάζοντας άγγελος με το δικό σου εκμαγείο στη πύλη της παράδοσης, στην εγκάρδια παραλαβή. Με νεύμα όλο νόημα στη μυστική σας, συνωμοτική συμφωνία, την συντηρεί στο πόστο της, στον τροχό συναρμολόγησης, υποτακτικά.

Οι δονήσεις σε νηνεμία πλέον. Οι κτύποι της καρδιάς επανακτούν κυριότητα. Η περιορισμένη εικόνα διαπλατύνεται. Φωτίζεται. Χρωματίζεται. Αρωματίζεται. Το φεγγάρι άλαλο. Μια αχνή μολυβιά στη ανατολή την ώρα της δύσης, αποχαιρετά τη μέρα. Μια μορφή ξέθωρη, μετέωρη. Σαν να την άρπαξε ο ανεπαίσθητος φλοίσβος της θάλασσας, την έκανε δική του για πάντα.

…Κοντά τέσσερις δεκαετίες μετά, ολοκληρώθηκε η ταυτοποίηση DNA από τους ομαδικούς τάφους, ακόμη εκείνων  των θυμάτων του πραξικοπήματος. Οι χαροκαμένες οικογένειες καλούνται να τους εξηγηθούν τώρα τα ευρήματα. Απρόσμενα βρίσκεται δίπλα της να την βομβαρδίζει εικόνες, σύμβολα, σκονισμένες απορίες, απαράδεκτα αφελείς. Αυτή του επαναλαμβάνει αδιάλειπτα, λες κι είναι ρεφρέν τραγουδιού,  μείνε εδώ. Μαζί μου. Να δεις. Να καταλάβεις. Για αυτόν η πραγματικότητα, ασύλληπτη προβολή στο μέλλον. Δίχως αναχρονισμούς και συμμετρίες. Δεν αναγνωρίζει κανέναν και τίποτα. Επιμένει σε συστάσεις. Δεν συνδέει τίποτα. Εκνευριστικά απαιτεί διευκρινήσεις. Briefings, updating, debriefings. Κι η κασέτα του νου αναδιπλώνεται. Με power point, three-dimensional images, σαν καλεσμένοι σε τραπέζι δείπνου, μπαινοβγαίνουν και παίρνουν θέσεις τα γεγονότα, αλμυρά, πικρόγλυκα, μελένια, να νοηματοδοτήσουν το χαμένο χρόνο.

Θραύσματα από σίδερα στα πλευρά. Σφαίρα στο αριστερό πλευρό. Τραύμα από έκρηξη στο δεξί χέρι. Μισός βραχίονας. Ημίκαυσης στο οστό. Θραύσματα μεταλλικά στο στέρνο. Στο κρανίο. Στη κλείδα. Στο μηρό. Έκρηξη… υποτονθορύζει ο γενετιστής που έκανε τις εξετάσεις.

Εκνευρισμός. Αγανάκτηση. Θυμός. Νεύρα ασυγκράτητα. Απελπισία αδίπλωτη. Οργή ασυμμάζευτη. Μαινόμενη έξαψη.

Τζι εσκοτώθηκα; Τζι ήρταν οι Τούρτζιοι; Τζι έχουμε 2011; Τζι ήσαστε ούλοι παντρεμένοι; Τζι έχασες την κόρη σου; Θέλεις να με πελλάνεις;  τσιριχτά την ξεκουφαίνει, σαν να μιλά με τηλεβόα στα αυτιά της μέσα.

Αναλογίζεται τον τρόπο που τον ενημέρωσε. Μήπως ήταν βιαστικός τότε στο περιμάζεμα; Τι κατάλαβε από ό,τι του είπε;  Γιατί δεν αναγνωρίζει τίποτα σήμερα;

Τρεις μέρες την κυνηγάει για επεξηγήσεις, με το σταυρωτό navy-blue σακάκι του, συρμός του ’70, τα πυκνά, σγουρά μαλλιά του, το ολοφώτεινο πλατύ του μέτωπο. Δεν χορταίνει τις σκεπτομπάλες ενημέρωσης. Δεν προλαβαίνει να τις αφομοιώσει ταυτόχρονα. Του εξηγεί και για τις καινούργιες του ικανότητες, να αρχίσει να πειραματίζεται. Μπορεί να διαπερνά τώρα την πυκνή ύλη με άνεση. Μπορεί να υπερπηδά τα εμπόδια του χώρου και του χρόνου. Να χαλιναγωγεί μόνο την σκέψη του, πρέπει. Να επιτρέπει χωροχρονικό υλοποίησης, πρέπει. Να μην βιώνει το χάος. Μια εδώ. Μια εκεί. Μια τώρα. Μια πριν. Μια μετά. Να μην ζαλίζεται.  Σκέφτεται πως ίσως αυτό να καταλαγιάσει τον θυμό και το παράπονό του. Να τον βοηθήσει στην συνειδητοποίηση.

Μείνε εδώ. Μαζί μου. Να δεις. Να καταλάβεις, συνεχίζει να επαναλαμβάνει χαμηλόφωνα, μέσα από τα δόντια της και την τρίτη μέρα, στην ανακομιδή των λειψάνων, ασυναίσθητα, απρόβλεπτα. Σαν νυχτοπούλι, που ξέρει ένα μόνο τραγούδι, επαναλαμβάνεται και πάλι.  Νιώθει το θυμό του να λιώνει σαν κερί, να κυλά έξω-έξω, να ξαναστεριώνει σε άλλο ομοίωμα. Η αναφορά τριάντα επτά χρόνων συμπληρώνει βιαστικά, περισσότερο εικονικά παρά γλωσσο-συμβολικά, το ιστορικό-οικογενειακό puzzle.

Μια βδομάδα αργότερα στο γλυκόψυχρο πρωϊνό της ταφής των λειψάνων ήταν ακόμα εκεί, και πάλι. Συνεχώς δίπλα της. Κάπως αναστατωμένος μεν, αλλά χαρούμενος και συνειδητός πλέον. Την γυροφέρνει ιλιγγιωδώς∙ δεν την αποχωρίζεται. Ήρεμος και γαλήνιος, σαν να φαινόταν να γνώριζε. Κι αυτή απορούσε. Πειραματίστηκε άραγε; Να χώνεψε τι έγινε, έστω και τριάντα επτά χρόνια μετά; Κι αυτός, έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα όπως πρωτοεμφανίστηκε, απλά… εξαφανίστηκε. Μια εικονοκαταχώρηση μόνο στη μνήμη και πάλι.

Μολυβιά άτσαλη η απορία. Τι πήγε λάθος άραγε στο κήπο του 27, στο λειμώνα με τους ασφοδέλους τότε, και δεν κατάλαβε την μετοίκηση; Γιατί κράτησε τόσο αγριωπό θυμό; Μήπως είχε προτιμήσει να μην του τα ξεκαθαρίσει όλα τότε; Δεν του συστήθηκε ευθέως; Δεν σύστησε κανένα; Απλά τον συνόδευσε σε νοσοκόμες και γιατρούς, αποφεύγοντας σκόπιμα να εστιαστεί στην ά-κορμη, ά-υλη κατάστασή του;

Αφέθηκε στου Χριστού την αδιάλειπτη προσευχή για μέρες, να αραιωθεί ο νους στις πιθανότητες του λάθους της.  Σκαλί-σκαλί το ξημέρωμα για όλους, ζωντανούς και νεκρούς; Αυτός είναι λοιπόν ο άνω-θρώσκων; Των γλωσσικών μας δυνατοτήτων και εξαπατήσεων ενήμερος; (There is no language without deceit[1]) Μια πολυδιάστατη εικόνα να σπρώχνεται βιαστικά προς τα μάτια της, σαν παραίσθηση πολλαπλών κινούμενων εικόνων όχι εκ γενετής τυφλού; Μια ανάσα στην αναπνοή του σύμπαντος; Συνειδητός παντογνώστης στον ύπνο, στο ξύπνιο, στην εγρήγορση και στην παραζάλη; Ευπροσάρμοστος στην εναλλαγή των πραγματικοτήτων; Μια γρατσουνιά στο βιβλίο της ζωής και του θανάτου; Ineluctable modality of the visible and the audible;[2]

______________
[1] Calvino, Invisible Cities
[2] James Joyce, Ulysses.

*
©Άννα Αθανασίου

φωτο: Στράτος Φουντούλης