Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Αναδημοσιεύσεις επαρχιακών εντύπων

[αναδημοσίευση από το περιοδικό “Πάλκο”, τεύχος τρίτο, εξαμηνιαίος απολογισμός, επιθεώρηση τέχνης, πλάι στα κορίτσια των είκοσι δολαρίων, όταν τελειώσετε την ανάγνωσή σας τα κορίτσια μας θα σας φροντίσουν, εξωφρενικά ντεκολτέ λευκή, λευκότατη οδοντοστοιχία, το ένα κουμπί ανοιχτό παρακαλώ, η μέση σας, ακόμη περισσότερο, ισολογισμοί, υποτροφίες, προκηρύξεις, το μέλλον του θεάτρου στον νέο αιώνα, ο θεός να μας φυλά, ετούτη η εποχή έγινε κιόλας μνημειώδης, η διαφήμιση κέρδισε, κέρδισε, κέρδισε.Ακολουθεί τ΄απόσπασμα ή ότ,τι επέζησε από εκείνη την δημοσίευση.]

¥

Η στήλη του παιδικού θεάτρου φιλοξενεί κάθε Σάββατο μια εβδομαδιαία ανασκόπηση του θεάτρου. Πλήθος παραστάσεις με ήρωες και σκηνές και ένα σωρό φωνές περνούν απ΄την στήλη. Ωστόσο δεν ήταν παρά μια φορά που στην θέση της φιλοξενήθηκε η κριτική για την παράσταση “ιστορία δίχως τέλος.” Οι αναγνώσται δυσαρεστήθηκαν, η αλληλογραφία του περιοδικού, ουδόλως τιμητική, κατέκλυσε τους συντάκτες. Οι θαυμάσιοι κατά τα άλλα μέτοχοι τηλεφώνησαν και δήλωσαν πως δεν θ΄ανεχτούν ξανά τέτοιες ιστορίες Είπαν, πως τέτοιες πρακτικές διαφθείρουν την φαντασία μας, η επιθυμία μας για τέτοιες ελευθερίες είναι θυελλώδης ωστόσο η πολιτεία οφείλει να τιθασεύσει τα πάθη, είπαν. Προς παραδειγματισμό των μελλοντικών αρθρογράφων, η ιστορία δημοσιεύτηκε εκ νέου .Εκείνο το τεύχος έγινε ανάρπαστο, πολλά εκατομύρια δολάρια μπορούν να γίνουν δικά σου, αν κατεβάσεις μια τέτοια ιδέα. Και αν μπεις στο μάτι του κυκλώνα που λέγεται κοινή γνώμη, καταλαβαίνετε; Εδώ πιο κάτω η περίφημη ιστορία, κάτι κακογραμμένες αράδες. Το πρώτο μέρος χάθηκε στην φωτιά, εκείνη την φονική πυρκαγιά που έπνιξε τις ζωές μας, καταλαβαίνετε; Έπειτα ο καθένας πήρε ν΄αφηγείται την ιστορία για λογαριασμό του και ένα σωρό ιδέες χτυπούσαν στις ταπετσαρίες των τοίχων, σπάζοντας την ζωή μας σε γυαλιά, σε πράγματα που γυρεύουν πάντα ένα νησί για να πεθάνουν.

Γεννήθηκε στον δρόμο
και η μοίρα του σκληρή
καθώς συνηθίζεται στ΄αδέσποτα
και
τις ψυχές που ΄χουν
δοκιμάσει την γεύση
της απελπισίας.

Έξω χαλάει ο κόσμος
απ΄τα φορτηγά και
απ΄τις εποχές
όταν παίρνουν τις
στροφές τους
παραδομένες
στην εξασθένηση.

Ο Κιου διαθέτει δυο
κατάμαυρα ποδάρια
και το χρώμα του
είναι του χώματος.
Πάντα γελασμένος
διαβάζει τον κόσμο
έξω απ΄την αυλόπορτα
που ΄ναι το σύνορό του
το ύστατο.

Μια μέρα,
μάρτυς μου το φεγγάρι
που ανάβει
απάνω στον μεγάλο ύπνο του κόσμου
θα δώσει μια
και θα τραβήξει κατά
τον βορά,

ναι, κατά τον βορά
που χει πυκνά δέντρα και
αμυγδαλιές
και ξερό χορτάρι
εκεί θα ζήσει
σαν καλός,
λούτρινος χριστιανός

Μα πρώτα πρέπει να διδαχτεί
την καθημερινή πρακτική
του πολέμου,
πρέπει ν΄αντέξει
την ζωή
ανάμεσα σ΄αυτές τις
ραγισμένες πλάκες

Θα΄΄ρθει μια μέρα
θα το δεις,
θα΄ναι καλοκαίρι
μακάριος ο Κιου
θα τριγυρνάει κάτω
απ΄τα φώτα που γεννούν
οι πολύχρωμες
γκαζολάμπες
της ταβέρνας,
θα δεις

Άμα τέλειωσε η ιστορία πέρασαν χρόνια ώσπου ν΄ακουστεί το χειροκρότημα. Οι θεατές είχαν πληγωθεί ανεπανάληπτα και οριστικά. Όλα έμοιαζαν υπερβολικά, στο κάτω κάτω επρόκειτο για μια παιδική υπόθεση, τίποτε περισσότερο.Τα βλέματά τους, μόνο να τα βλέπατε παγωμένα ως βαθιά μες στην μνήμη. Ας είναι, τέτοιες ιστορίες χτυπούν με λύσσα τις καρδιές τους, όμως ο κόσμος καταφέρνει και βρίσκει τον βηματισμό του. Άλλωστε ένας στίχος, είπαν δεν ρίχνει κανένα καθεστώς, είπαν μια ιστορία συνιστά μόνο τον εαυτό της. Παραδίνεται, σαν άστρο ρίχνεται στην άβυσσο, κάτι  ανεμίζει για μια στιγμή, ή για πάντα στην ατμόσφαιρα.

Κάθε τόσο ο αφηγητής ξανάπιανε τον στίχο. Άλλοτε έβρισκε το μέτρο και πάλευε ευτυχισμένος και ύστερα χαμένος έγραφε στους τοίχους τ΄ονομά της. Πονεμένη Μητέρα, Πονεμένη Μητέρα, ξανά και ξανά ως να σκιρτήσουν τα άγριοπούλια που χουν για σπίτι τους παλιά βαρέλια και γνωρίζουν να μετρούν την ηλικία των ημερών και άλλα αξιομνημόνευτα πράγματα. Το κοινό δυσανασχέτησε και έτσι τελικά την λύση έδωσε η λούτρινη σκηνή με τα ωραία, παιδικά πράγματα μιας αξεδιάλυτης σκόνης και η σιωπή μεταξύ τους. Όλα έμοιαζαν υπερβολικά, αφού επρόκειτο στο κάτω κάτω μονάχα για μια υπόθεση παιδική.

Εκείνο το θέαμα τους ράγισε την καρδιά, τόσο τ΄άγάπησαν, τόσο θυμήθηκαν. Τέτοιες ιστορίες μετέωρες, τέτοιες λέξεις ναυαγισμένες τίποτε δεν σώζουν μα. Τελευταία φορά κάποιος διάβασε την ιστορία σε μια παλιά νουβέλα. Ένας Κορσικανός πουλούσε λιγότερο από δολλάριο τα αντίτυπα που ΄χαν καταστραφεί απ΄την υγρασία του λιμανιού. Όσοι την διάβασαν έμαθαν να νιώθουν τα βραδινά πεντάγραμμα που λάμνουν στον δρόμο τους.

Αυτή είναι η κριτική της παράστασης “ιστορία μιας ιστορίας. Φιλοξενήθηκε στην φιλόξενη στήλη του θεάτρου και έγινε αιτία ν΄αλλάξει η ζωή κάποιου ή δίχως σημάδι χάθηκε, καταλαβαίνετε; Οι μέτοχοι επισήμαναν πολλάκοις τον κίνδυνό που ελοχεύει, η φαντασία μας να οπλιστεί και έπαψαν την στήλη.

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→