Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Οντισιόν

[Σκηνικό σκοτεινού, μικρού θεάτρου. Τ΄αταίριαστα πράγματα στην σκηνή φέρνουν στο φως μια εικόνα εγκατάλειψης. Ένας δειλός προβολέας πέφτει στο μέσον του παλκοσένικου, παγίδα για τον νεαρό ηθοποιό που πρόκειται να διεκδικήσει έναν μικρό ρόλο, χάρη στο ατόφιο ταλέντο του. Στην πλατεία , στο βάθος κάποιος υψώνει την φωνή του.]

¥

Πλατεία: Ο επόμενος! Παρακαλώ, λίγο γρήγορα, ο χρόνος είναι χρήμα! Λοιπόν, ο επόμενος, κύριοι, κύριοι!

¥

[Απ΄το βάθος φθάνει μια βιαστική σκιά. Περνά σαν αερικό βαδίζοντας προς την σκηνή.]

¥

Πλατεία: Τελειώνετε, παρακαλώ. Το όνομα και την ηλικία σας παρακαλώ.

¥

[Η σκιά έχει δώσει τώρα την θέση της σε ένα τρομαγμένο νεαρό άνδρα. Κοιτάζει νευρικά γύρω του και δίχως ν΄αλλάξει την ψυχολογία του, εντελώς μηχανικά επαναλαμβάνει τα στοιχεία του, σε μια εμμονική επανάληψη.]

¥

Ηθοποιός: Ίαν, από το Οχάιο, ετών 39. Δηλαδή, μια μικρή πόλη στο Οχάιο, μα δεν θα την γνωρίζετε, μάλιστα ο χάρτης, κύριε…

Πλατεία: Τι έχετε ετοιμάσει;

Ηθοποιός: Τρεις, μικρές αμερικάνικες ιστορίες. Τις ονομάζω, τρεις, αμερικάνικοι βήσσωνες. Τις ιστορίες τις έγραψα εγώ ο ίδιος για αυτήν ακριβώς την περίσταση. Τις προβάρισα καλά, ώρες ατέλειωτες…

Πλατεία: Ας είναι.

Ηθοποιός: (αμήχανα) Το όνομά μου είναι Ίαν και έχω γράψει αυτές τις μικρές ιστορίες που γεννήθηκαν απ΄το τίποτε. Δεν μιλούν για τίποτε συγκεκριμένο και είναι ολότελα φαντάσματα του μυαλού μου, κύριε. Όμως, αν κανείς προσέξει όσα λένε, θα διακρίνει έναν μικρό κεραυνό κύριε, μες στα σκοτάδια, κύριε.

Πλατεία: Καλώς, αρχίστε. Για τον θεό, αρχίστε.

¥

[Το φως του προβολέα χαμηλώνει. Ο νεαρός άνδρας κάνει νευρικά βήματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Μα παντού υψώνονται αδιέξοδα και ο νεαρός άνδρας επιστρέφει στην μοναξιά της θέσης του, κοιτώντας νευρικά να ανακαλύψει κάτι ιδεώδες, όπως τα φώτα του νότου, τις γκαζολάμπες στις όχθες. Μες στην αγωνία του και δίχως τίποτε να αλλάξει από το ύφος του, αφηγείται την πρώτη ιστορία από τους μικρούς ολοδικούς του μύθους.]

¥

Ιστορία 1η

Εγώ είμαι ο Τζέρεμι. Μισός απ΄τις πεδιάδες του Άρκανσο, μισός νότιος. Το χρώμα μου είναι μπρούτζινο, γι΄αυτό με φωνάζουν ο αγαλματένιος Τζέρεμι. Έκανα δέκα ολόκληρα χρόνια φυλακή στο ίδρυμα μετανοούντων της φυλακής του Χριστού, γνώρισα ένα σωρό καλόπαιδα που μου στοίχισαν μερικούς μήνες, με βάλανε σε κόλπα που αξίζουν εκατομύρια δολάρια και συχνά τελειώνουν με πολλούς, παρεξηγημένους θανάτους. Μια από αυτές τις μέρες, σχεδόν κομματιασμένος θα τραβήξω για τις πολιτείες του ωκεανού. Έχω την πίστη πως εκεί θα γίνει πράξη η ευχή της μητέρας μου για ένα καλό κορίτσι, μερικά παιδιά και μια σπιθαμή γης. Θα ΄χω λησμονήσει όλες εκείνες τις φαντασιώσεις πως θα μπορούσα, εγώ ο Τζέρεμι απ΄το Άρκανσο να γίνω το πρώτο όνομα στα θέατρα της Φιλαδέλφεια. Πως θα μπορούσα να κάνω το όνομά μου γνωστό σε όλες τις γωνιές του κόσμου, πως θα μπορούσα να διαψεύσω όλους τους φίλους που ποντάρουν από καλοσύνη στον θάνατό μου.

Ύστερα πάλι, μετρώ τα χρόνια και βρίσκω αλυσιδωτές τις συνέπειες του χρόνου πάνω στο πρόσωπό μου. Τζέρεμι, έχεις χαθεί μες στις αμερικάνικες ψαλμωδίες, το όνειρό σου φαντάζει πια παράλογο, στα νερά κοιμήσου σαν βυθισμένη πόλη Τζέρεμι, για το καλό σου φέρσου σαν καλός χριστιανός, σαν ένας καλός και φιλότιμος, αμερικάνικος θεός. Τζέρεμι, Τζέρεμι, Τζέρεμι! (χτυπά το πρόσωπό του)

Τα κόλπα αξίζουν εκατομμύρια δολάρια, οι θάνατοι είναι συχνοί, δεν θα προλάβεις να γεράσεις φίλε αν δεν προσέξεις αυτά τα καλόπαιδα, αν πιστέψεις πως τα θέατρα λένε την αλήθεια, φίλε, σου αξίζει μονάχα μια σπιθαμή γης και τίποτε.

Με σβησμένα φανάρια ο Τζέρεμι τραβά για την μάντρα του Λίνκολν. Την μοναχική σκιά του ακολουθεί ένας νεαρός τυφώνας.

¥

[με το τέλος της ιστορίας ο νεαρός γυρίζει προς τον μικρό καθρέφτη που είναι κάθετα τοποθετημένος και επιτρέπει μια ασφαλή οπτική προς την πλατεία. Κάθε τόσο πέφτει στο τζάμι το φως του μοναδικού προβολέα αυτού του παράξενου θεάτρου και όλα τα παγώνει.]

¥

Σίγκναλ ή αλλιώς Ιστορία 2η

Τις Κυριακές θα ανεβαίνουν τα παιδιά του προσκοπικού σώματος. Δεν θα ΄σαι μόνος. Θα σου φέρνουν προμήθειες, ο χειμώνας είναι πολύ σκληρός Ινδιάνε εδώ πάνω. Είναι γυμνασμένα παιδιά και σκαρφαλώνουν το βουνό σε μερικές ώρες. Αν χάσουν τον δρόμο, πρέπει να στρέψεις τον καθρέφτη πάνω στον λόφο Α34. Έχει μια μεγάλη στρόφιγγα στην βάση του, χαλαρώνεις και ο καθρέφτης στρέφεται προς τον ήλιο, τα παιδιά δεν χάνουν τότε με τίποτα τον δρόμο τους. Σέρνουν πίσω τους ένα σωρό τυφλούς, βετεράνους της Σαϊγκόν, μορφές με αφροδίσιες πληγές απ΄τα κορίτσια του Ανόι που δεν δηλώνονται κυρίως γιατί πρέπει να επιβιώσουν ανάμεσα σε ναπάλμ χρώματα, μάρλμπορο μαν με ένα σφριγηλό πουλάρι για τρόπαιο και τον αυθεντικό καπνό του γελαδάρη που αγναντεύει την εξασθένηση του κόσμου.

Βενζίνη, σπίρτα, κονσέρβες φασόλια, τέσσερα καλά μαχαίρια και βόλια για τις αρκούδες που ζητούν απεγνωσμένα τροφή και ίσως σου κομματιάσουν την πλάτη αν δεν είσαι προετοιμασμένος για το χειρότερο. Μια λάμπα θυέλλης, ένα ραδιόφωνο, η μάρκα σου ήταν δυσεύρετη, θα πρέπει να βολευτείς με τούτα εδώ ως την Κυριακή που θα΄ρθουν οι πρόσκοποι. Οι οδηγοί θα σε χαιρετήσουν στρατιωτικά, να ανταποδώσεις.

Έπειτα μπορείς να πεθάνεις όπως πάντα το θέλησες, στην αγκαλιά της Αμερικής σου που σαν ένα μεγάλο και τελειωμένο έργο εντάσσεται σιωπηλά στην μυθολογία αυτού του κόσμου. Αν χρειαστεί να μιλήσεις με κάποιον από το διοικητήριο, θυμήσου, το σύνθημα είναι η λέξη σίγκναλ. Οι υπεύθυνοι αξιωματικοί δεν ανταποκρίνονται σε καμιά άλλη διατύπωση, οι εντολές τους είναι αυστηρές, ο κόσμος τους κλειστός.

¥

[Τώρα γράφει στον καθρέφτη με ένα ζωηρό κόκκινο κραγιόν. Γράφει το ονομά της, τον τίτλο της επόμενης ιστορίας του.Επαναλαμβάνει το όνομά του.]

Τζέρεμι, Τζέρεμι, Τζέρεμι!

¥

Εσμεράλντα ή αλλιώς Ιστορία 3η

Χαράματα ακούστηκαν οι κραυγές της. Δεν δώσαμε σημασία, αφού τέτοιες σκηνογραφίες δεν υπήρξαν ποτέ ξένες για τις 135 λεωφόρους. Με την ανάσα μας κρατημένη λουφάξαμε σαν τα ποτάμια προσμένοντας ν΄ακουστούν τα βήματά της κάτω στον δρόμο. Μάταια, όλα μάταια. Όλα επέστρεψαν στους αρχαίους ύπνους καθώς εκείνη περνούσε για πάντα στην ιστορία.

Ο αστυνόμος σημείωσε δυο τρία πράγματα στην αναφορά του. Απέδωσε το τέλος της σε μια ύστατη πράξη αυτοεκτίμησης. Όλοι τον αποδοκιμάσαμε γνωρίζοντας καλά πόσο πολύ αγαπούσε την ζωή της η δυστυχισμένη Εσμεράλντα. Όλοι τον αρνηθήκαμε όταν νιώσαμε την απώλειά της ως μες στο δέρμα.

Εσμεράλντα Κάρσον, Αμερικανίδα εδώ και μερικά χρόνια. Το πρόσωπό της μαρτυρούσε εκείνη την ιδιότητά της που την θέλει ιέρεια του τελευταίου ιερού μιας φθαρμένης σύνοψης. Οι τραυματιοφορείς, κάτι ξενυχτισμένοι τύποι που θύμιζαν Ιρλανδούς βαστάζους την πήραν για πάντα εμπρός απ΄τα μάτια μας. Τα πράγματά της μοιράστηκαν. Όμως ένα μικρό, μουσικό κουτί που τ΄αγαπούσε με τρόπο βαθύ και ανίκητο χαρίστηκε σ΄ένα παράλυτο παιδί μεταναστών, τον Χοακίμ που χειροκροτεί νευρικά και αλόγιστα κάθε που περνούν μπουλούκια οι Πορτορικάνοι μελλοθάνατοι έξω απ΄το απόρθητο σύμπαν του.

¥

[Τα φώτα του θεάτρου ανάβουν. Ο νεαρός άνδρας κρατά ακλόνητη την θέση του. Τώρα έχει επιστρέψει κατά μέτωπο στην πλατεία μόνο που γύρω του φωτίζονται παλιές διαφημιστικές μαρκίζες, πιν απ κορίτσια τύπου Μέριλιν, με τα χέρια ανάμεσα στους μηρούς των, τρυφεροί επιβάτες εκείνου του αθεράπευτα, ερωτικού πλοίου. Στο πρόσωπό του ανάβουν σκηνές από τις πολύβουες μητροπόλεις του κόσμου, ανάβουν χρώματα, λούτρινα κορίτσια υπόσχονται όλες τις απολαύσεις των αιώνων.]

¥

lcd ή Ιστορία 4η

Τα κορίτσια της Repsol υπόσχονται αμέτρητα, λιπαντικά βράδια, τα σώματά τους έχουν χριστεί με την αναγεννησιακή χάρη του ολοκαίνουριου αιώνα μας. Στις γωνιές τους δρόμους στολίζουν πικρές, πικρότατες καρυάτιδες, με σπασμένο μέικ απ, με χρόνια και χρόνια στις πλάτες τους , με ονόματα εραστών.

Οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες παρουσιάζουν τα αμύθητα κέρδη τους, σκηνές των καθημερινών πολέμων στις γωνιές του κόσμου, εκπυρσοκροτήσεις όπλων, το βεληνεκές ενός τροχιοδεικτικού σε ψάχνει μες στην καρδιά της ιαπωνικής πόλεως Τόκιο που σε πήρε μακριά, ξανά τα κορίτσια της Repsol κάπως πιο γερασμένα, με τα θέλγητρά τους φθαρμένα, τα κορίτσια σήματα που κρέμονται από τον ουρανό απάνω σε μια λεπτή κλωστή.

Ο πρόεδρος της ένωσης βιομηχανιών σας εύχεται περήφανη τετάρτη Ιουλίου, ο πρόεδρος του κολοσσού των επικοινωνιών εκφωνεί έναν λόγο μέσα από το γραφείο του στο Λονδίνο, ο πρόεδρος των βετεράνων του Βιετνάμ με ένα κομματιασμένο πόδι εύχεται περήφανη, τετάρτη Ιουλίου, ο πρόεδρος των εξορυκτικών εταιρειών υπόσχεται χρυσές εποχές, τα κοιτάσματα είναι πλούσια, οι αποφυλακισμένοι τραβούν κατά ΄κει, ο πρόεδρος διαβάζει στα παιδιά ένα παραμύθι για τ΄αμερικάνικο όνειρο, όλα σκορπούν σαν όνειρο, σαν να δόθηκε επιτέλους εκείνη η πολυπόθητη, η λυτρωτική εκκίνηση στ΄αγώνισμα του χρόνου. Κύριε, καλώς ήρθατε στην χώρα των σιδηροδρόμων, εδώ υπάρχει δουλειά για όλους, εδώ πεθαίνουν ειρηνικά όλα τα παλιά πράγματα. Τα βαρέλια, τα παλιά ελαστικά, τα καπέλα, τα πλοία, τα καθημερινά εργαλεία τρέφουν τα ποιήματα, ναι τα ποιήματα.

¥

[Για το τέλος που είθισται να είναι πάντα συγκλονιστικό ο νεαρός άνδρας κράτησε μια άσκηση ακινησίας. Όλα στο μεταξύ τα σάρωναν τα χρόνια που εισβάλλουν μες στο θέατρο και αφήνουν γυμνά όλα εκείνα τα επικίνδυνα πράγματα, όλους εκείνους τους ρόλους.  Ο νεαρός άνδρας, όπως ήταν αναμενόμενο διακρίθηκε στην διαδικασία της οντισιόν και ευχαρίστησε κάπως άκομψα και δουλικά εκείνον που απόψε του δείχνει τον δρόμο.]

¥

Μικρό, δειλό

τέλος

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→