Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, Ήταν τότε που είπες

της Β.

Ήταν τότε που είπες:

– Πάμε;

– Πού

– Εκεί που δεν θα ξαναπάμε.

Και φύγαμε. Οδηγούσες εσύ κι εγώ έκρυβα τον χάρτη για να μη φτάσουμε ποτέ.

Περνώντας από τη λιμνοθάλασσα, θυμήθηκα μια μακρινή αποικία, όπου ήθελα να πάω.

Εκεί οι άνθρωποι δεν μιλούν, μόνο χαμογελούν κι αγαπούν.

Φτάνοντας στις πηγές του ποταμού, έψαχνα να βρω το πορθμείο και τον βαρκάρη.

Ένα πλατανόφυλλο πέρασε με το νερό και νόμισα, για μια στιγμή, πως μου χαμογέλασε.

Μπήκαμε στο νερό γυμνοί, θέλοντας να ξορκίσουμε όχι τον θάνατο, μα το τέλος της δικής μας ιστορίας.

Άκουγα την ανάσα σου το ξημέρωμα, την ώρα που ο ήλιος έβγαινε μέσα από τη θάλασσα.

Έβλεπα το σημάδι στο μπράτσο μου που άφησε το κεφάλι σου, έτσι όπως κοιμόσουν βαθιά.

Την ώρα που κατεβαίναμε στον κάτω κόσμο των αρχαίων χαμογέλασες και είπες: δεν είναι τόσο τρομερός.

Σκέφτηκα τότε πως θάνατος είναι να βλέπεις την πλάτη του άλλου, καθώς φεύγει και πως ποτέ δεν είμαστε προετοιμασμένοι γι’ αυτό.

Στη κορυφή του βουνού με το ποτάμι σαν φίδι να σέρνεται μέσα στη χαράδρα, σταθήκαμε για μια στιγμή κι ακούσαμε από μακριά την αντάρα του καιρού και το ψιθύρισμα του αιώνα.

Χρυσός ιδρώτας κύλησε κι έκανε τα βλέφαρα να ανοιγοκλείσουν για μια στιγμή, έναν αιώνα…

Μια ριπή ανέμου σκόρπισε τα χαμηλά σύννεφα κι από την άκρη του ουρανού φάνηκε ο αρχάγγελος που έφερνε ένα θραύσμα μελωδίας.

Την άκουγα παραξενεμένος κι όταν τελείωσε γύρισα να σε ψάξω. Δεν ήσουν εκεί.

*

©Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, 06 Οκτωβρίου 2019