Max Jacobs, σύντομα ποιήματα 5 ―μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής

ΣΥΝΤΟΜΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 5

Λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νεκρῶν τὸν παράδεισο τὸν φαντάζομαι σὰν μιὰ κάποια μέρα τῆς Σαρακοστῆς στὸ Παρίσι, τὴ δὲ κόλαση σὰν τρελαμένο πλῆθος οίκογενειῶν μιὰ μέρα μὲ καταιγίδα σὲ κάποιο λιμάνι.

*

Τοῦτο ᾽δῶ εἶναι ἕνα κλαδὶ μὲ τρία ἄνθη: τὸ κλαδὶ ἔχει τὸ χρῶμα τοῦ χιονιοῦ, τὰ ἄνθη ὁμοίως: τὰ ἄνθη ἔχουν τὸ κεφάλι κατεβασμένο, τὸ κλαδὶ ὁμοίως, καὶ ὅλα τους ἐκεῖ εἶναι ἀπὸ μαργαριτάρια καὶ τίποτα δὲν στηρίζεται πουθενά. Κι ὅμως, κι ὅμως! ὑπάρχει μιὰ κορδέλα ἀπ᾽ αὐτὲς ποὺ τυλίγουμε γύρω ἀπ᾽ τὸ μέτωπο, ἐπάνω στὴν ὁποία στηρίζονται τὰ πάντα — εἶναι λευκὴ καὶ ὅλο χαμόγελα.

*

Στὴ σκοτεινὴ σκάλα κανεὶς ἄλλος δὲν εἶναι — μόνο ὁ γιὸς τοῦ γέρου βιβλιοθηκάριου! τίποτ᾽ ἄλλο! τίποτ᾽ ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ μιὰ ἱστορία χοροῦ ποὺ δὲν θὰ γίνει. Μοῦ κουβάλησαν τὸν ἀδελφό μου πάνω σ᾽ ἕνα κρεβάτι ροκανισμένο ἀπὸ ἔντομα: «Θὰ πεθάνω καὶ δὲν θὰ πάτε στὸ χορό!» Τὸ ζήτημα ἐλύθηκε. Ὁπότε κι ἐγὼ θὰ ντυθῶ στὰ μαῦρα καὶ δὲν θὰ εἶναι γιὰ τὸν χορό.

*

Ἂν τὸ δοῦμε μὲ κόντρα τὸ φῶς ἢ μὲ κάποιον ἄλλον τρόπο, ἐγὼ τότε δὲν ὑπάρχω — καὶ ὡστόσο εἶμαι δέντρο.

*

Πρὸς τὴ μεριὰ τῆς ἀσημόσαυρας, ποὺ ἔχει τὸ στόμα της στὴν πηγή, πετᾶνε τὰ ἔντομα τοῦ νεροῦ, ἀλλὰ πετοῦν ἐπίσης καὶ πρὸς τὴ μεριὰ τῶν γκρὶ βολὰν τῶν φουστανιῶν.

*

Ὅταν δίνεται σὲ μάγους κάποιο κομμάτι ἁπὸ ἐνδυμασία, αὐτοὶ γνωρίζουν τὸ πρόσωπο ποὺ τὸ φοράει• ὅταν φοράω ἐγὼ τὸ πουκάμισό μου, ξέρω πάντα τί σκεφτόμουν τὴν προηγούμενη μέρα.

*

Τ᾽ ἄνθη τους μοιάζουν μὲ τ᾽ ἄνθη τῆς μυοσωτίδας• καὶ διατίθενται σὲ τέτοια μορφή, ποὺ θά ᾽φτανες νὰ πιστέψεις ὅτι τὸ χαμόδεντρο εἶναι κλόουν πού, μὲ τεντωμένο τό ᾽να του πόδι κατὰ πίσω, βαστάει μὲ τὰ δυό του χέρια ψηλὰ ἕναν πολυέλαιο.

*

Ὁ κύριος Μ. ντὲ Μὰξ προσφέρει τὰ προφίλ του καὶ στὰ δύο κόμματα, ὅπως τόσα καὶ τόσα 

*

Καραμέλες, μιὰ γαλάζια ἡμισέληνος καὶ ἄλλη μία λευκή: ἡ ἀφρώδης ἀτμόσφαιρα εἶναι κορεσμένη, καὶ ὅλα τὰ κεφάλια τοῦ πλήθους φέρουν φωτοστέφανα στὰ βουλεβάρδα τούτη τὴ μέρα τῆς Σαρακοστῆς. Καὶ τ᾽ αὐτοκίνητα περνοῦν ἀπὸ μέσα τους ὅπως τὰ κανόνια.

*

Σὲ ὅλα τὰ μέρη ποὺ ὑπάρχουν πεδιάδες ἐβένου, ἡ νύχτα φωσφορίζει — ἀπὸ τὶς λάμπες.

*

Καὶ ποιός νὰ τὸ πίστευε ὅτι θὰ ὑπῆρχαν ἐκεῖ ἄνθρωποι ποὺ κοιμόντουσαν, ἂν δὲν φοροῦσαν μαῦρες γραβάτες.

*

Τὰ στίγματα τῶν ταβανιῶν στὰ σπίτια εἶναι σύμβολα τῆς ζωῆς τῶν ἐνοίκων τους: καὶ ἰδοὺ τώρα δύο ἀρκοῦδες ποὺ διαβάζουν τὴν ἐφημερίδα τους δίπλα στὸ τζάκι.

*

Ἡ ἐπιφάνεια τῆς Γέφυρας τῶν Ἁγίων Πατέρων ἦταν ζεστὴ σήμερα τὸ πρωὶ, παρ᾽ ὅλο ποὺ ὁ Σηκουάνας ἤτανε παγωμένος• μὲ τὸ μυαλό μου λέω ὅτι κάποιος θ᾽ ἄναψε τίποτα μαγκάλια ἀποβραδὶς κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες γιὰ τοὺς δύστυχους ἀνθρώπους καὶ οἱ γέφυρες θὰ κράτησαν τὴ ζέστη τους.

*

Στὸ λουτρὸ τῆς φίλης σας, γιατί κρατᾶτε, ἐρίτιμη κυρία, τὴν ὀμπρέλα σας ἀνοιχτή; Γιὰ νὰ προστατεύεται ἡ γριὰ γυναίκα, ὅταν τῆς περιποιοῦνται τοὺς κάλους, ἀπ᾽ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου ποὺ μπαίνει στὸ μπάνιο ἀπὸ πίσω ἀπ᾽ τὴ μπανιέρα ποὺ εἶναι ἀπὸ ἄσπρο μάρμαρο.

*

Ὁ ἐν λόγῳ Γερμανὸς ἦταν τρελὸς μὲ τὴν τέχνη, τὰ φουλάρια καὶ τὰ πουλάρια — ἀλλὰ καὶ με τὶς πουλάδες. Στὴν πατρίδα του ἡ βασίλισσα Κλαυδία εἶναι ζωγραφισμένη στὰ φουλάρια• στὸ τραπέζι ὅλοι ξέρουν ποιοί κάθονται γύρω ἀπ᾽ τὶς πουλάδες. (Γιὰ τὰ πουλάρια οὔτε λόγος.)

*

Σοῦ φέρνω καὶ σοῦ δίνω τοὺς δυό μου γιούς, εἶπε ὁ ἀκροβάτης στὴν Παναγία τῶν Σπηλαίων ποὺ ἔπαιζε μαντολίνο. Ὁ νεότερος γονάτισε μὲ τὸ ὡραῖο του τὸ κουστουμάκι• ὁ ἄλλος κρατοῦσε στὴν ἄκρη ἑνὸς μπαστουνιοῦ ἕνα ψάρι.

*

Μετάφραση ©Γιῶργος Κεντρωτής