
Μαύρη κωμωδία
με λεξικά ξεφυλλιζόμενα
και ύποπτα ταβερνεία
και μέλη της
Μεροβίγγειας
δυναστείας,
φανταστείτε!
[Καπηλειό σε κακόφημο δρόμο μιας μεγαλούπολης. Κάποιος βαδίζει, κοιτάζει τα νώτα του, κλέβει τον ίσκιο από το φανάρι και έτσι προσεκτικά φθάνει στο μέσον της σκηνής. Όλος ο χώρος είναι διαμορφωμένος σε ύφος λιγδιασμένου ταβερνείου. Δυο τρεις θαμώνες, ετοιμόρροπα τραπεζάκια και κάτι μικροί φεγγίτες ψηλά, ο μόνος τρόπος να φθάσει εδώ κάτω το φως. Ο τύπος μοιάζει αταίριαστος με το σκηνικό, καλά ντυμένος και καθώς πρέπει. Σε κάποιον κάνει νόημα, ένας γέρος τον πλησιάζει, τον κοιτάζει λίγη ώρα και έπειτα κάθεται μαζί του στο τραπέζι. Τον αταίριαστο τύπο τον λένε Χιλπέριχο. Ο άλλος θα είναι γνωστός ως τύπος, με κάτι τέτοιους δεν τα βάζει κανείς.]
Χιλπέριχος: Πίστεψα πως δεν θα ‘ρθείτε.
Τύπος: Εδώ γύρω κύριε θα βρείτε τροτέζες, κλεφτρόνια, μέθυσους μα και κάμποσο από αυτό το πράγμα που λέγεται λόγος.
Χιλπέριχος: (δεν καταλαβαίνει τα πάντα μα γνέφει καταφατικά) Κατάλαβα, κατάλαβα. Προς Θεού, (τινάζεται από την καρέκλα του, ο άλλος τον βάζει να κάτσει, κοιτάζει τριγύρω), μην πιστέψετε πως δεν σας κατάλαβα. Είστε κάτι παραπάνω από σαφής.
Τύπος: Άκου, Χιλπαρίδη…
Χιλπέριχος: Χιλπέριχος, κύριε, με συγχωρείτε.
Τύπος: Άκου λοιπόν Χιλπέριχε, το πράγμα είναι απλό. Δεν σε συμπαθώ, μήτε που σε ξέρω δηλαδής.
Χιλπέριχος: Με πληγώνετε κομματάκι γιατί θεώρησα πως μεταξύ μας ανεπτύχθη ένα είδος…(ο τύπος του κάνει νόημα να σωπάσει). Καλώς.
Τύπος: Το μόνο που μας συνδέει είναι αυτή η τρελή σου ιδέα να σκοτώσεις τη σύζυγό σου. Επειδή, λέει δεν σου κάνει. Μα τι τρελή ιδέα!
Χιλπέριχος: Δεν φαντάζεστε κύριε – να σας λέω κάπως;
Τύπος: Τύπος, έτσι με λένε.
Χιλπέριχος: Ημερήσιος ή μηνιαίος; (γελάει μόνος του, σοβαρεύει και ξεροκαταπίνει όταν βλέπει το ύφος του γέρου) Δεν φαντάζεσαι λοιπόν Τύπε μου τι φριχτή που γίνηκε η ζωή μου. Εγώ ήμουν ορκισμένος εργένης, μα ήσαν μαγικές οι νύχτες και τα θέλγητρά της, φλογερά. Τι φλογερά δηλαδή, σκέτη πυρκαγιά!
Τύπος: Τς, τς, τς…
Χιλπέριχος: ¨Εχετε κάτι στα δόντια;
Τύπος: Όχι, απλώς κάτι πρέπει να πω.
Χιλπέριχος: Σωστά, τι να κάνεις και εσύ; Το λοιπόν, τα ζύγισα. Ένα διαζύγιο θα μου κοστίσει διακόσια καφετιά και μπόλικη ταλαιπωρία. Αντιθέτως μια κηδεία με ορχήστρα και μοιρολογίστρες – τις καλύτερες, κύριε, τις καλύτερες προτίθεμαι να βρω – θα μου ‘ρθει όχι πάνω από εβδομήντα. Δηλαδή με όρους εμπορίου μιλώντας το πράγμα φωνάζει πως συμφέρει.
Τύπος: Τα ‘χεις όλα υπολογισμένα, λοιπόν.
Χιλπέριχος: Α, ετούτο στάθηκε πάντα αρχή μου. Και η μητέρα μου εμφύσησε ποικιλοτρόπως τη ροπή αυτή και να’μαι σήμερα που αρπάζω τη ζωή από τα κέρατα!
Τύπος: Μάλιστα, μάλιστα. Η μόνη ζωή με κέρατα θαρρώ πως είναι η δική σου! (ο τύπος ξεσπάει σε γέλια)
Χιλπέριχος: (γελάει από ευγένεια) Μα τι χαριτωμένο χωρατό! Μα τι πνεύμα που το έχετε! (ο τύπος σταματάει απότομα τα γέλια)
Τύπος: Το λοιπόν, Χιλπέριε…
Χιλπέριχος: Χιλπέριχος (συλλαβιστά)
Τύπος: Χιλπέριχε, τα πράγματα έχουν πάρει απρόσμενη κατεύθυνση. Δεν φταις εσύ, το ζήτημα έχει να κάνει με τη σειρά προτεραιότητας.
Χιλπέριχος: Α, το σωστό να λέγεται! Μα δεν σας εννόησα καλώς.
Τύπος: Τώρα θα με εννοήσεις! (φωνάζει προς το μισοσκόταδο και μια φιγούρα φθάνει)
Χιλπέριχος: Γκαλβίνσθα! Μα, μα τι κάνεις εσύ εδώ;
Γκαλβίνσθα: Ότι και εσύ αγάπη μου.
Χιλπέριχος: Εγώ, εγώ ήρθα να δω έναν παλιόφιλο.
Γκαλβίνσθα: Παλιόφιλος ε;
Χιλπέριχος: Μα και βέβαια! (τον κυριεύει ο φόβος)
Τύπος: Η κυρία από εδώ πέρασε από τα γραφεία μας και υπέγραψε ένα συμβόλαιο. Ήρθε απλώς νωρίτερα και σήμερον προηγείται. Παρήγγειλε την εκτέλεσή σου, επειδή λέει, γνωρίζει – η κυρία πάντα – γνωρίζει πως δεν σας κάνει και πως θα το βάζατε σκοπό να την ξεπαστρέψετε. Όπως αντιλαμβάνεστε, θα πρέπει το συμβόλαιο να εκτελεστεί.
Χιλπέριχος: Θα το αγοράσω!
Τύπος: Ε, ως εδώ! Διαθέτουμε μια ηθική, κύριε, σας είπα. Αν βάλουμε κάπου την υπογραφή μας ή το άλλο (του κλείνει το μάτι) το πράγμα θεωρείται κλεισμένο.
Χιλπέριχος: Ας είναι, τι να πω. Η μοίρα των πραγμάτων. Παρακαλώ εκτελέστε με. (προς την Γκαλβίνσθα) Αγάπη μου, μακάρι να μου έκανες, μα δεν ήταν γραφτό.
Γκαλβίνσθα: Σε αγαπώ θησαυρέ μου!
[Ο τύπος εκτελεί τον Χιλπέριχο, σηκώνεται από τη θέση του και φεύγει από τη σκηνή. Η Γκαλβίνσθα τρέχει ξοπίσω του]
Γκαλβίνσθα: Καλέ, περιμένετε με και μένα να με πετάξετε down town που ‘χω μια δουλειά.
[Ακούγεται το μαρσάρισμα του αυτοκινήτου και ο Τύπος απελπισμένος περνάει μετά από χρόνια φορτωμένος με ένα σορό ρούχα. Πίσω του η Γκαλβίνσθα. Μόλις μένει μόνος, ανάβει το μικρό καντηλάκι και στέκει σκεπτικός).
Τύπος: Α ρε δόλιε Χιλπόριε, τι δίκιο που ‘χες! Ας όψεται τα περί ηθικής!
[Το φως αναβοσβήνει τρεις φορές. Ένας άνεμος ξεφυλλίζει το παλιό λεξικό. Ο τύπος κοιτάζει πού σταμάτησε. Διαβάζει.]
Τύπος: Α, ναι σωστά, Χιλπέριχος!
_________
**Ο Χιλπέριχος Α΄ και η Γκαλσβίνθα (Chilperic I και Galswintha) ήταν ιστορικά πρόσωπα της δυναστείας των Μεροβιγγείων τον 6ο αιώνα. Η ιστορία τους αποτέλεσε μια από τις πιο αιματηρές και δραματικές διαμάχες της εποχής, που προκάλεσε 40 χρόνια πολέμου. Κάτι σαν “Κράμερ εναντίον Κράμερ” αλλά με σπαθιά και άδοξο τέλος θα συμπληρώσω.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.