Δημήτρης Φύσσας, Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου

Αρχείο 28/02/2012

Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2012

Σελ: 175 Τιμή: 11,00€

Τον Σεπτέμβρη του 2004 η τριαντάρα Βάλια Σουρμελή, σκληρά εργαζόμενη και χαμηλά αμειβόμενη ιδιωτική υπάλληλος, προσλαμβάνεται ως αναγνώστρια λογοτεχνίας από τη Λόρα Μπραΐμη, μια καλλιεργημένη μεσήλικη αστή που ζει σε βίλα της Πολιτείας κι έχει χάσει την όραση της λίγο καιρό πριν, σε κάποιο μεγάλο δυστύχημα στο μετρό του Λονδίνου. Η Βάλια αρχίζει να διαβάζει μεγαλόφωνα στην εργοδότρια-ακροάτριά της, στην αρχή μόνο τ’ απογεύματα κι αργότερα όλη μέρα, πέντε μέρες τη βδομάδα, πλην Σαββατοκύριακου: κάθε Δευτέρα πρωί αρχίζει από εκεί που είχε σταματήσει Παρασκευή βράδυ. Μαζί με τη Λόρα, “ακούμε” κι εμείς αποσπάσματα από δέκα συγγραφείς: Βαλτινός, Καβάφης, Καμί, Καρυωτάκης, Μοπασάν, Ροίδης, Σάμπατο, Σπίνραντ, Τσάντλερ, Χατζής. Στο τραπέζι του φαγητού, μετά τις αναγνώσεις, συζητιούνται τόσο τα υπό ανάγνωση βιβλία, όσο και διάφορα ζητήματα που άπτονται της λογοτεχνίας, ενώ γίνεται αναφορά και σε πολλούς άλλους συγγραφείς.

Ζώντας πλέον εν μέρει στη βίλα, η αναγνώστρια ανακαλύπτει τη χαρά που προσφέρει το διάβασμα κι αρχίζει να καλλιεργείται, αλλάζοντας σε πολλά πεδία ταυτόχρονα. Συγχρόνως, αναπτύσσει στενή σχέση με τη Λόρα και τον περίγυρο της, όπου προεξάρχει ο Σκοτσέζος γέροντας αρχιυπηρέτης Ρόμπερτ. Ωστόσο, το ότι τα Σαββατοκύριακα τη διώχνουν υποχρεωτικά και της απαγορεύουν ακόμα και να προσεγγίσει τη βίλα, την κάνει ν’ αναρωτιέται τι περίεργο συμβαίνει εκεί στο τέλος κάθε βδομάδας. Μέχρι που μια Δευτέρα αντιλαμβάνεται ότι εμφανίστηκε και αναγνώστης του Σαββατοκύριακου.

Ένα μυθιστόρημα με θέμα την ίδια την “λόξα” της λογοτεχνίας και την περίεργη έλξη που ασκεί στους αναγνώστες της. Συνάμα, ένα βιβλίο για το απρόβλεπτο των ανθρώπινων σχέσεων.

[bookpress.gr]

***

Ενα σύντομο μυθιστόρημα για την άκακη μανία της λογοτεχνίας

Γράφω δυο λόγια για τον Αναγνώστη μου, υποθέτοντας ότι, μέχρι να τα διαβάσετε, δεν θα έχουμε χρεοκοπήσει: γιατί αν έχουμε, η προ-εκδοτική παρουσίαση ενός βιβλίου δεν θα είναι, βέβαια, θέμα πρώτης προτεραιότητας. Γράφω, ακόμη, έχοντας κατά νου ότι ένας συγγραφέας θα πρέπει ν’ αποφεύγει, όσο γίνεται, όχι μόνο να εκθειάζει, αλλά και να ερμηνεύει τα βιβλία του.

Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Εστία στα τέλη Νοεμβρίου και θα έχει περίπου 120 σελίδες. Εντάσσεται στην αφηγηματική λογοτεχνία, με τριτοπρόσωπη αφήγηση, σχόλια του συγγραφέα (ενίοτε χιουμοριστικά) και ένθετα αποσπάσματα. Η εξέλιξη είναι κατά βάση γραμμική και όπου υπάρχουν αναχρονίες είναι στοιχειώδεις. Το κλείσιμο επαναλαμβάνει την αρχή, με αγγελία αναζήτησης αναγνώστη. Επειδή αναφέρονται πάρα πολλά ονόματα συγγραφέων και βιβλίων, υπάρχει στο τέλος βιβλιογραφικό σημείωμα, αλλά και αλφαβητικό ευρετήριο.

Η υπόθεση είναι απλή. Το 2005, μια μεσήλικη γυναίκα που αγαπάει το διάβασμα -είναι μάλιστα και εκδότρια- μένει τυφλή, ύστερα από ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα. Οταν γυρίζει σπίτι της, αναζητάει κάποιον να της διαβάζει λογοτεχνία. Βάζει αγγελία στο Διαδίκτυο και προσλαμβάνει μια νεαρή κοπέλα, ακαλλιέργητη μεν, αλλά με ευχάριστη φωνή και καλές προθέσεις. Η σχέση αναγνώστριας – ακροάτριας διαρκεί περίπου ένα χρόνο, με διάβασμα Δευτέρα – Παρασκευή. Καθώς η κοπέλα διαβάζει, αρχίζει να εκτιμάει τη λογοτεχνία. Αλλά και η σχέση των δύο γυναικών εξελίσσεται, σε διάφορα επίπεδα και μέσω διαφόρων επεισοδίων, όπου συμμετέχουν και σημαντικά άτομα του περίγυρου, μεταξύ των οποίων ένας σκοτσέζος γερο-υπηρέτης και κάποιος εμβόλιμος «αναγνώστης του Σαββατοκύριακου».

Ταυτόχρονα, ποικίλα ζητήματα σχετικά με το γράψιμο, τη γραφή και τη λογοτεχνία συζητιούνται μέσα στις σελίδες τού Αναγνώστη: τα κίνητρα της συγγραφής, το σάλιωμα των δάχτυλων κατά το γύρισμα των σελίδων, η (α)συνέπεια του συγγραφέα σε σχέση με το κείμενό του, οι λέσχες ανάγνωσης, η σχέση λογοτεχνίας και πραγματικότητας, η γυναικεία λογοτεχνία (σε αντίθεση με τη λογοτεχνία τη γραμμένη από γυναίκες), το νουάρ, τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, η (μη) αξία της προφορικής ανάγνωσης, η σύγκριση πεζογραφίας – ποίησης, το πολυτονικό, τα λογοτεχνικά βραβεία, η «επαφή» του συγγραφέα με τους ήρωές του, οι παρουσιάσεις βιβλίων, οι «εποχές» της ελληνικής γλώσσας, η σχέση λογοτεχνίας – κινηματογράφου, η (μη) τεκνοποιία των ποιητών, ο ρόλος των (παλαιο)βιβλιοπωλείων, το διάβασμα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, η επανάχρηση λογοτεχνικών ηρώων από μεταγενέστερους συγγραφείς κ.λπ. κ.λπ.

Αφού αντικείμενο του βιβλίου είναι η ίδια η λογοτεχνία, «ακούμε» κι εμείς, μαζί με την τυφλή Λόρα, αποσπάσματα από δέκα σπουδαία βιβλία (Η πανούκλα του Καμί, Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60 του Βαλτινού, Το τούνελ του Σάμπατο, Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, Ποιήματα του Καρυωτάκη, Μπελ Αμί του Ντε Μοπασάν, Οι πράκτορες του χάους του Σπίνραντ, Ποιήματα του Καβάφη, Η μικρή αδερφή του Τσάντλερ και Το τέλος της μικρής μας πόλης του Χατζή), ενώ συζήτηση γίνεται για πολλούς άλλους συγγραφείς (π.χ. Βασιλικός, Πόε, Αλεξάνδρου, Ντικ, Χάκκας, Κάφκα, Ροθ, Τσίρκας, Δούκα, Τσέχοφ, Μητσάκης, Μέλβιλ, Εκο, Βερν) καθώς και για επιλεγμένες ταινίες και σκηνοθέτες. Εχω κι ένα μότο από τον Χάκλμπερι Φιν του Μαρκ Τουέιν.

Μπορώ ν’ αναφέρω τέσσερις εντοπισμένες βιογραφικές εμμονές στον Αναγνώστη. Πρώτη και προφανής, βιβλία και συγγραφείς που εκτιμώ. Δεύτερη, η επαγγελματική κειμενογραφία μου, που εδώ έφερε τη σύγκριση δημόσιων σχέσεων – λογοτεχνίας. Τρίτη, η εχθρότητά μου προς τον ανορθολογισμό (ζώδια, θρησκείες κλπ). Τέταρτη, η Αθήνα (Τρεις Γέφυρες, πλατεία Αττικής, Πολιτεία, Κέντρο). Μπορεί να υπάρχουν κι άλλες, αλλά να μην το έχω συνειδητοποιήσει.

Τέλος, υπάρχει κάποια σχέση με άλλα δύο βιβλία που έχω γράψει. Το προηγούμενό μου ήταν ο Στρατιώτης του Χριστού (Γνώσεις, 2008), ένα μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας, εμπορικά αποτυχημένο. Πριν απ’ αυτό είχε εκδοθεί η Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος (Εστία, 2006), μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας, εμπορικά πετυχημένο. Τα τρία αυτά βιβλία χαρακτηρίζονται: πρώτον, από έμφαση στην προφορικότητα και, δεύτερον, από ένθεση προϋπαρχόντων, αυτούσιων κειμένων (ή πεποιημένων που το παίζουν αυτούσια): στον Στρατιώτη χριστιανικών, στην Πλατεία πολιτικών και στον Αναγνώστη λογοτεχνικών. Ξεσήκωσα αυτή την τεχνική ιδίως από τον Ντος Πάσος. Τα ένθετα κείμενα και η προφορικότητα, αν τα πάρει κανείς από κοινού, οδηγούν, ελπίζω, σε μια πεζογραφία λιγότερο υποθετική και περισσότερο ρεαλιστική. Νομίζω πως οτιδήποτε γράφω πια, τέτοιο (θα) είναι.

Δημήτρης Φύσσας

[Από τη στήλη «Τυπωθήτω» του Μισέλ Φάις, στη «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας»]

dimitrisfyssasΟ Δημήτρης Φύσσας γεννήθηκε το 1956 στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος νεοελληνικής φιλολογίας και πολιτικών επιστημών. Πέρασε από τα κόμματα της Αριστεράς, εργάστηκε σ’ ένα εργοστάσιο και σε δύο βιβλιοπωλεία, έγραψε λήμματα σε εγκυκλοπαίδειες, αρθρογράφησε σε ποικίλα έντυπα, δίδαξε το μάθημα της έκθεσης σε φροντιστήρια άλλων και σε δικά του. Σήμερα ασχολείται με ιδιαίτερα μαθήματα Γλώσσας-Λογοτεχνίας, εταιρική, και πολιτική επικοινωνία/κειμενογραφία, επιμέλεια κειμένων, λεξικογραφία, βιβλιοπαρουσίαση, αθηναιογραφία. Συνεργάζεται με τις εφημερίδες “Athens Voice” και “Athens Review of Books”. Βιβλία: “Η γενιά του Πολυτεχνείου. Ένα βιογραφικό λεξικό” (Δελφίνι 1993), “Αυστηρώς ακατάλληλον: Προγράμματα αθηναϊκών κινηματογράφων σεξ” (Δελφίνι 1994), “Αγύριστο κεφάλι” (διηγήματα, Εστία 2004), “Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος” (μυθιστόρημα, Εστία 2005), “Στρατιώτης του Χριστού” (μυθιστόρημα, Γνώσεις 2008), “Οι αστικοί χώροι είναι ποίηση από μόνοι τους” (ποιήματα, Γιάου Κε. 2008), “Υπόγειες διαδρομές” (συμμετοχή σε συλλογικό έργο, Αthens Voice 2008), “Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου” (μυθιστόρημα, Εστία, 2012). Έχει δύο παιδιά και τρία εγγόνια.