Αντώνης Νικολής, Διονυσία, Το Ροδακιό, 2012

Η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας
Φαινομενολογία του ανέκφραστου στη Διονυσία του Αντώνη Νικολή
«When beggars die there are no comets seen.
The heavens themselves blaze forth the death of princes.»
«Όταν πεθαίνουν οι ζητιάνοι, κανένας κομήτης δεν εμφανίζεται.
Οι ίδιοι οι ουρανοί φλέγονται προμηνύοντας τον θάνατο των πριγκίπων.»
William Shakespeare, Julius Caesar, II, 2, 30–31
Εισαγωγή
Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα ασκούν κάποτε μια μεθοδική σκληρότητα, οδηγώντας το βλέμμα προς εκείνες τις όψεις της ανθρώπινης και κοινωνικής εμπειρίας που η συνείδηση προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι. Η Διονυσία ανήκει σε εκείνα τα κείμενα όπου η αφήγηση μετατρέπεται σε καθρέφτη μιας πραγματικότητας δύσκολης στην αναγνώρισή της, καθώς μέσα της η σύγχρονη κοινωνία διακρίνει, με μια δυσφορία που μόλις κατορθώνει να συγκαλύψει, το ίδιο της το πρόσωπο.
Η Διονυσία του Αντώνη Νικολή τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης μια ανθρώπινη ύπαρξη από εκείνες που η κοινωνική πραγματικότητα απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στις λειτουργίες της. Η ηρωίδα παντρεύεται, γεννά, φροντίζει, επιθυμεί, υπομένει, εγκαταλείπει και εγκαταλείπεται, μετακινείται από την Κω στην Αθήνα και από τους αναγνωρίσιμους κοινωνικούς ρόλους στην ακραία επισφάλεια του δρόμου. Σε αυτή τη διαδρομή χάνει σταδιακά τα στηρίγματα που επιτρέπουν σε έναν άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως πρόσωπο με διάρκεια, θέση και δικαίωμα στον χώρο. Ο γάμος, η οικογένεια, η μητρότητα, η εργασία, η ερωτική σχέση, η κατοικία και τελικά η ίδια η πόλη προσφέρουν προσωρινές μόνο μορφές ένταξης. Με αυτή την έννοια η Διονυσία είναι μια ηρωίδα χωρίς πεδίο, μια μορφή που διέρχεται μέσα από τους κυριότερους θεσμούς της κοινωνικής ζωής χωρίς να κατορθώνει να τους μετατρέψει σε τόπους κατοίκησης του εαυτού.
Η λογοτεχνική ιδιαιτερότητα του προσώπου της βρίσκεται και στην απόσταση ανάμεσα σε όσα βιώνει και σε όσα μπορεί να αρθρώσει. Η Διονυσία σπανίως μετασχηματίζει την εμπειρία της σε ολοκληρωμένο λόγο ή σε συνειδητή αφήγηση του εαυτού. Όσα της συμβαίνουν εγγράφονται πρώτα στο σώμα, στη μνήμη, στις αισθήσεις, στις ασύνδετες εικόνες, στο κρινολίνο και στα μικρά κουτιά. Σε αυτή την περιοχή σχηματίζεται η φαινομενολογία του ανέκφραστου που διατρέχει το μυθιστόρημα. Καθώς οι σταθερές της ζωής της υποχωρούν, η αφήγηση πλησιάζει ολοένα περισσότερο στο σώμα και στις αισθήσεις, ο χρόνος γίνεται λιγότερο ευθύγραμμος, η μνήμη εισβάλλει στο παρόν και η πόλη προσλαμβάνεται ως ροή αποσπασματικών ερεθισμάτων.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή αναδύεται η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας. Η ηρωίδα διαθέτει μια ιδιότυπη δεκτικότητα απέναντι στους άλλους, μια σχεδόν σωματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται την ανάγκη, τη μοναξιά και την ευάλωτη περιοχή τους. Η ίδια ποιότητα που την αφήνει εκτεθειμένη στην εισβολή και στην εκμετάλλευση την καθιστά παράξενα παρηγορητική. Η χάρις που της αποδίδεται μετά θάνατον έχει την προϊστορία της σε αυτή την καθημερινή διαθεσιμότητα, στη σωματική εγγύτητα προς τον πόνο και στην εξοικείωση με τις μορφές της ανθρώπινης έκπτωσης. Η κοινωνική κάθοδος, η αποσύνδεση της συνείδησης, η μνήμη, το σώμα, η δεκτικότητα, το κρινολίνο και τα κουτιά, ο θάνατος στο κατώφλι της Νταίζης και η μεταθανάτια διασπορά αποτελούν έτσι μέρη μιας ενιαίας αφηγηματικής αρχιτεκτονικής, όπου η απώλεια της προσωπικής συνοχής οδηγεί σε μια νέα, συλλογική μορφή παρουσίας.
- Η πλοκή ως διαδικασία απογύμνωσης
Η αφηγηματική διαδρομή της Διονυσίας οργανώνεται πάνω σε μια αργή διαδικασία αποστέρησης, κατά την οποία η ηρωίδα χάνει διαδοχικά όσα εξασφαλίζουν στη ζωή μια στοιχειώδη συνοχή, την οικεία γεωγραφία, τη θέση μέσα στην οικογένεια, την οικονομική αυτονομία, τη σταθερότητα της κατοικίας, την αίσθηση κυριότητας του σώματος και, προς το τέλος, την ίδια τη δυνατότητα να συνδέει τα γεγονότα σε μια αναγνωρίσιμη συνέχεια του εαυτού. Η πλοκή αντλεί τη δραματική της ένταση από αυτή τη σταδιακή μεταβολή των όρων της ύπαρξης και επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθήσει πώς μια ζωή εξακολουθεί να κινείται ενώ τα πεδία που της παρείχαν θέση στον κόσμο υποχωρούν ένα προς ένα. Η κάθοδος αποκτά έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή συντελείται μέσα στον καθημερινό χρόνο και προχωρεί μέσω μικρών μετατοπίσεων, παραχωρήσεων, προσδοκιών και απωλειών που συσσωρεύονται ώσπου να μεταβάλουν ριζικά τη σχέση της Διονυσίας με τον εαυτό της.
Η άφιξη του Μάκη στα ενοικιαζόμενα δωμάτια αποκτά μέσα στην εξαντλημένη καθημερινότητα της Κω τη σημασία ενός αιφνίδιου ανοίγματος. Η ερωτική έλξη αποτελεί μέρος μόνο της λειτουργίας του επεισοδίου, αφού η παρουσία του ενεργοποιεί στη Διονυσία τη σκέψη μιας ζωής που θα μπορούσε να βρίσκεται αλλού και να ακολουθεί διαφορετική τροχιά. Η επιθυμία γίνεται για πρώτη φορά αντιληπτή ως δυνατότητα μετακίνησης του εαυτού έξω από την επανάληψη, και το σώμα της, για χρόνια δεμένο με την εργασία, τις οικογενειακές απαιτήσεις και τη συζυγική εξουσία, επανέρχεται στη συνείδησή της ως φορέας προσδοκίας. Η σημασία του Μάκη βρίσκεται συνεπώς στο ρήγμα που δημιουργεί μέσα σε μια ήδη παγιωμένη πραγματικότητα, επειδή μετά τη συνάντηση μαζί του η προηγούμενη ζωή γίνεται δυσκολότερο να βιωθεί ως η μοναδική δυνατή.
Η αποβίβαση στον Πειραιά σηματοδοτεί γι’ αυτό κάτι βαθύτερο από αλλαγή τόπου. Η μετάβαση από το νησί στη μητρόπολη μεταβάλλει το ίδιο το καθεστώς της ορατότητάς της. Στην Κω η Διονυσία κατείχε μια περιορισμένη και οδυνηρή θέση, ήταν σύζυγος, μητέρα, εργαζόμενη, γνωστό πρόσωπο σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Στην Αθήνα οι προσδιορισμοί αυτοί χάνουν μεγάλο μέρος της ισχύος τους και η ανωνυμία τής προσφέρει για πρώτη φορά ένα πεδίο αβέβαιης ελευθερίας, μαζί με τη δυνατότητα να χαθεί μέσα του. Η μεγάλη πόλη γίνεται έτσι ο χώρος όπου η απελευθέρωση και η αποσύνδεση ακολουθούν την ίδια κατεύθυνση.
Το επεισόδιο με τον τυφλό ζητιάνο που ισχυρίζεται πως τη βλέπει αποκτά εδώ μια σχεδόν προγραμματική σημασία. Η φράση του εμφανίζεται σε ένα κρίσιμο κατώφλι της αφήγησης, όταν η Διονυσία εισέρχεται σε έναν χώρο όπου θα γίνεται ολοένα λιγότερο ορατή ως πρόσωπο, και συνδέει την πραγματική όραση με μια μορφή αναγνώρισης που υπερβαίνει την εξωτερική εικόνα. Ο άνθρωπος που στερείται το βλέμμα είναι εκείνος που δηλώνει ότι τη βλέπει, ενώ η πόλη των αμέτρητων βλεμμάτων θα οδηγήσει σταδιακά τη Διονυσία στην κοινωνική αφάνεια. Το επεισόδιο αποκτά πρόσθετη βαρύτητα εκ των υστέρων, όταν ολόκληρη η μεταθανάτια ιστορία της θα οργανωθεί γύρω από το ερώτημα ποιοι τελικά μπόρεσαν να αντιληφθούν την παρουσία της.
Ύστερα από ένα σύντομο διάστημα σχετικής σταθεροποίησης, η οικονομική εκμετάλλευση από τον Νίκο φωτίζει την ευαλωτότητα της Διονυσίας με ιδιαίτερη ακρίβεια. Ο κοινός λογαριασμός και οι σταδιακές αναλήψεις των χρημάτων της αποτελούν πολύ περισσότερα από ένα επεισόδιο εξαπάτησης, επειδή αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο η Διονυσία συνδέει την παραχώρηση με τη διατήρηση της σχέσης. Ακόμη και όταν η ασυμμετρία γίνεται σαφής, η απώλεια μπορεί να μεταγραφεί μέσα της σε μορφή δοτικότητας, σαν η προσφορά να αποτελούσε έναν τρόπο να παραταθεί ένας δεσμός που ήδη απομακρύνεται. Η υλική απώλεια και η συναισθηματική της οικονομία συμπίπτουν έτσι σε ένα κρίσιμο σημείο, από το οποίο η επόμενη πτώση θα γίνει πολύ ταχύτερη.
Από το ημιυπόγειο προς τον δρόμο η μετάβαση γίνεται σταδιακά και γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη πειστικότητα. Η χρήση ουσιών, η απώλεια της εργασίας, η εξάντληση των χρημάτων, η πώληση προσωπικών αντικειμένων, η περιστασιακή εκπόρνευση, η ζητιανιά και η αναζήτηση πρόχειρου καταλύματος μετασχηματίζουν βαθμιαία την καθημερινότητα σε αλληλουχία άμεσων αναγκών. Ο χρόνος χάνει τον ορίζοντα του μέλλοντος και οργανώνεται γύρω από την επόμενη δόση, ένα γεύμα, έναν ασφαλή τόπο για λίγες ώρες, την αποφυγή μιας απειλής. Η κοινωνική πτώση αποκτά έτσι και ιδιαίτερη χρονικότητα, καθώς η ζωή συμπυκνώνεται στο επείγον παρόν της επιβίωσης.
Η τελική μετακίνηση προς το σπίτι της Νταίζης αποτελεί γι’ αυτό μία από τις σημαντικότερες κινήσεις της πλοκής. Η Διονυσία, σωματικά εξαντλημένη, διανύει με ακραία δυσκολία την απόσταση που τη χωρίζει από ένα πρόσωπο συνδεδεμένο ακόμη με τη δυνατότητα φροντίδας, και καταρρέει ακριβώς στο κατώφλι. Η χωρική ακρίβεια της σκηνής είναι καθοριστική. Η ηρωίδα φτάνει μέχρι το όριο ανάμεσα στον δρόμο και στο σπίτι, στην εγκατάλειψη και στην υποδοχή, στην απόλυτη έκθεση και στην πιθανότητα προστασίας. Ολόκληρη η ζωή της, οργανωμένη γύρω από την αναζήτηση ενός πεδίου που θα μπορούσε να την περιέχει, συμπυκνώνεται σε αυτή την τελευταία θέση πάνω στο όριο.
Η Διονυσία οργανώνει επομένως την πλοκή της ως κίνηση από την κατοχή προς την αποστέρηση και από την αποστέρηση προς τη διασπορά. Στην αρχή η ηρωίδα διαθέτει ακόμη όνομα, οικογένεια, τόπο, εργασία και αναγνωρίσιμη θέση, έστω και βαθιά τραυματική. Στη συνέχεια αυτά τα στοιχεία αποσύρονται σταδιακά και το σώμα μένει ως έσχατος φορέας μιας ταυτότητας που χάνει τη σταθερότητά της. Μετά τον θάνατο ακόμη και αυτό το σώμα διαμερίζεται και κυκλοφορεί, αποκτώντας ακριβώς μέσα από τη διάχυσή του μια νέα δύναμη. Η πλοκή καταλήγει έτσι σε μια από τις βαθύτερες ιδέες του μυθιστορήματος, στην παράξενη δυνατότητα μιας ανθρώπινης παρουσίας να αρχίζει να αποκτά συλλογική σημασία ακριβώς όταν έχει ολοκληρωθεί η προσωπική της απογύμνωση.
- Η αφηγηματική μορφή της καθόδου
Η κάθοδος της Διονυσίας αποκτά την ιδιαίτερη λογοτεχνική της ισχύ επειδή εγγράφεται σταδιακά στον ίδιο τον τρόπο της αφήγησης. Η μεταβολή της ηρωίδας και η μεταβολή της αφηγηματικής μορφής ακολουθούν παράλληλες πορείες, καθώς όσο υποχωρεί η δυνατότητα της Διονυσίας να οργανώνει τη ζωή της μέσα σε σταθερές σχέσεις, χώρους και χρονικές ακολουθίες, τόσο η αφήγηση πλησιάζει στις ασυνέχειες της συνείδησης, στις αιφνίδιες αναδύσεις της μνήμης, στη σωματική αίσθηση και στις εικόνες που εμφανίζονται στο όριο ανάμεσα στο πραγματικό και στο φαντασιακό. Η αφηγηματική τεχνική αποδίδει έτσι την αποδιάρθρωση μέσα από τη μορφή της και επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθήσει την αλλαγή της Διονυσίας από το εσωτερικό μιας εμπειρίας που γίνεται ολοένα δυσκολότερο να οργανωθεί σε συνεκτική αυτοβιογραφία.
Η απόσταση ανάμεσα στο βίωμα και στη συνειδητή του κατανόηση αποτελεί θεμελιώδη αρχή της αφηγηματικής συγκρότησης του χαρακτήρα. Η Διονυσία αισθάνεται με εξαιρετική ένταση, παρατηρεί λεπτές αλλαγές στη συμπεριφορά των άλλων, συγκρατεί χειρονομίες, φωνές, βλέμματα και σωματικές εντυπώσεις, ενώ η μετατροπή αυτής της ευαισθησίας σε ερμηνευτική κυριαρχία πάνω στη ζωή της παραμένει ατελής. Από αυτό προκύπτει και η ιδιότυπη πυκνότητα της συνείδησής της. Η εσωτερική της ζωή διαθέτει πλούτο αισθήσεων και συναισθηματικών μεταβολών, ενώ ο λόγος με τον οποίο θα μπορούσε να τις οργανώσει παραμένει αποσπασματικός. Η αφήγηση αναλαμβάνει να κατοικήσει ακριβώς αυτή την απόσταση και να κάνει αναγνώσιμο ό,τι για την ίδια την ηρωίδα υπάρχει πρωτίστως ως αίσθημα, εικόνα, σωματική αντίδραση ή ασαφής προαίσθηση.
Ιδιαίτερα σημαντική λειτουργία αποκτά γι’ αυτό η μνήμη. Οι αναδρομές στην παιδική ηλικία, στον γονεϊκό χώρο, στη γιαγιά Διασουνιώ, στον βεβιασμένο γάμο και στις πρώτες εμπειρίες απώλειας εισέρχονται στο παρόν με τη ζωντάνια αισθητηριακών ανακλήσεων και δημιουργούν μια χρονικότητα όπου το παρελθόν παραμένει ενεργό στοιχείο της παρούσας ζωής. Η αφήγηση χρησιμοποιεί τη μνήμη ως τρόπο βαθύτερης πρόσβασης στον χαρακτήρα, επειδή κάθε ανάκληση φέρνει μαζί της έναν παλαιότερο τρόπο κατοίκησης του σώματος και του χώρου. Τα παιδικά τοπία αποκτούν έτσι σημασία μεγαλύτερη από εκείνη ενός χαμένου ευτυχισμένου χρόνου. Φυλάσσουν την ανάμνηση μιας εποχής κατά την οποία η σχέση της Διονυσίας με τον κόσμο διέθετε ακόμη αμεσότητα, κίνηση και εμπιστοσύνη.
Με τη μετάβαση στην Αθήνα μεταβάλλεται αισθητά και η υφή της αφήγησης. Η Κως είχε προσφέρει ένα πεδίο επανάληψης και αναγνωρίσιμων σχέσεων, ενώ η μητρόπολη εισάγει ένα καθεστώς πολλαπλών και ταχύτατων ερεθισμάτων. Δρόμοι, πρόσωπα, οχήματα, προσόψεις, μυρωδιές, θόρυβοι και ξένα σώματα εισέρχονται στη συνείδηση της Διονυσίας με τρόπο περισσότερο αποσπασματικό, σαν ο αστικός χώρος να προηγείται συνεχώς της ικανότητάς της να τον οργανώσει. Η πόλη προσλαμβάνεται ως αδιάκοπη ροή και η εμπειρία της περιπλάνησης αποδίδεται μέσα από μια αισθητηριακή διασπορά που προετοιμάζει τη βαθύτερη διάσπαση της σχέσης της ηρωίδας με τον εαυτό της.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή την πορεία έχουν οι στιγμές αποσύνδεσης από το σώμα. Ήδη στην εμπειρία με τον νεαρό μετανάστη εμφανίζεται μια ρωγμή ανάμεσα σε αυτό που υφίσταται το σώμα και σε εκείνο το τμήμα της συνείδησης που παρακολουθεί σαν από απόσταση. Αργότερα, μέσα στην εξάρτηση και στη σωματική εξάντληση, η απόσταση αυτή επανέρχεται με διαφορετικές εντάσεις. Η αφηγηματική οπτική ανταποκρίνεται σε αυτή τη μεταβολή χωρίς να αποχωρίζεται τη Διονυσία, καθώς η εγγύτητα μεταφέρεται από την ψυχολογική εξήγηση στην καταγραφή της σωματικής αίσθησης, της σύγχυσης και της ασυνέχειας. Ο χαρακτήρας παραμένει έτσι προσιτός μέσω του τρόπου που αισθάνεται ακόμη και όταν η δυνατότητά του να ερμηνεύσει όσα συμβαίνουν περιορίζεται.
Μετά τον θάνατο η αγιοποίηση της Διονυσίας διατηρεί την αμφισημία της. Η αφήγηση παρουσιάζει την κατάσταση του σώματος, την ευωδία, τις αντιδράσεις των ανθρώπων, τη διανομή των λειψάνων και τη σταδιακή φήμη της Διονυσίας χωρίς να επιβάλλει μία ερμηνεία που θα έκλεινε το φαινόμενο. Το θαυμαστό εισέρχεται στην πραγματικότητα μέσω της εμπειρίας εκείνων που το πιστεύουν, και η δύναμή του προκύπτει από την ανθρώπινη ανάγκη που το παράγει και το συντηρεί. Η αφηγηματική εγκράτεια επιτρέπει έτσι στη θρησκευτική, ψυχολογική, κοινωνική και συμβολική ανάγνωση να συνυπάρχουν.
Η αφηγηματική αρχιτεκτονική της Διονυσίας ακολουθεί, τελικά, μια κίνηση συγκέντρωσης και διάχυσης. Στην αρχή ο κόσμος περνά μέσα από τη συνείδηση της ηρωίδας και αποκτά μορφή σύμφωνα με τις αισθήσεις, τις μνήμες και τις επιθυμίες της. Στην πορεία αυτή η συνείδηση δέχεται ολοένα μεγαλύτερη πίεση, οι χρόνοι και οι χώροι γίνονται λιγότερο σταθεροί και το σώμα αναλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος της σημασιοδότησης. Μετά τον θάνατο η κατεύθυνση αντιστρέφεται και η Διονυσία περνά από το εσωτερικό προς το εξωτερικό, από την ατομική αίσθηση στη συλλογική μνήμη, από το πρόσωπο στο ίχνος. Η μορφή του μυθιστορήματος αναπαράγει έτσι τη βαθύτερη κίνηση της ιστορίας του και μετατρέπει την κάθοδο μιας ζωής σε διαδικασία κατά την οποία η απώλεια της ατομικής συνοχής προετοιμάζει, με τον πιο παράδοξο τρόπο, τη μεταθανάτια διάχυση της παρουσίας.
- Η Διονυσία ως ηρωίδα χωρίς πεδίο
Η έκφραση «ηρωίδα χωρίς πεδίο» μπορεί να προσφέρει ένα από τα πιο γόνιμα κλειδιά για την κατανόηση της Διονυσίας, εφόσον με τον όρο πεδίο εννοήσουμε τον χώρο, πραγματικό και συμβολικό συγχρόνως, μέσα στον οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει αναγνωρίσιμη θέση, να οργανώσει τη σχέση με τους άλλους και να συγκροτήσει μια σχετικά σταθερή αντίληψη του εαυτού του. Στην περίπτωση της Διονυσίας, κάθε τέτοιος χώρος παρουσιάζεται εξαρχής εύθραυστος και σταδιακά αποσύρεται. Η οικογένεια, ο γάμος, η μητρότητα, η εργασία, η ερωτική σχέση, η κατοικία, η πόλη προσφέρουν διαδοχικά δυνατότητες ένταξης, δίχως καμία να μετατρέπεται σε ασφαλή περιοχή προσωπικής κυριότητας. Η ύπαρξή της κινείται ανάμεσα σε μορφές συμμετοχής που απαιτούν από εκείνη παρουσία, κόπο, φροντίδα και παραχώρηση, ενώ της επιστρέφουν ελάχιστη δυνατότητα να ορίσει τους όρους αυτής της συμμετοχής. Από αυτή την ασυμμετρία γεννιέται η ιδιαίτερη τραγικότητα του χαρακτήρα της.
Η δυσκολία αρχίζει από το γεγονός ότι η Διονυσία μπορεί ευκολότερα να κινηθεί προς τον άλλον παρά να συγκροτήσει γύρω από τον εαυτό της μια αυτόνομη περιοχή επιθυμίας. Η ανάγκη σχέσης λειτουργεί ως τρόπος υπέρβασης της προηγούμενης ζωής και συγχρόνως ως νέα μορφή εξάρτησης από την παρουσία εκείνου που φαίνεται να προσφέρει αυτή τη δυνατότητα. Η διαδρομή από τον Μάκη στον Νίκο και από εκεί στις μεταγενέστερες σχέσεις της αποκαλύπτει αυτή τη σταθερή τάση να αναζητεί στον δεσμό το πεδίο που αδυνατεί να δημιουργήσει μόνη της. Κάθε σχέση προσφέρει προσωρινά ένα περίγραμμα, μια καθημερινότητα, έναν ρυθμό, μια αίσθηση συμμετοχής, και κάθε διάρρηξη του δεσμού την αφήνει περισσότερο εκτεθειμένη επειδή μαζί με τον άλλον καταρρέει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο είχε τοποθετήσει προσωρινά τον εαυτό της.
Αυτό το χαρακτηριστικό συνδέεται με τη βαθιά δεκτικότητα της ηρωίδας, η οποία αποτελεί ίσως το πιο σύνθετο στοιχείο της ψυχικής της συγκρότησης. Η Διονυσία αισθάνεται τους άλλους με ένταση και διαθέτει μια σχεδόν άμεση πρόσβαση στις ανάγκες, στις αδυναμίες και στις διαθέσεις τους. Η ευαισθησία αυτή προηγείται συχνά της συνειδητής κρίσης. Μια χειρονομία, ένας τόνος φωνής, μια μορφή εγκατάλειψης ή επιθυμίας αρκούν για να κινητοποιήσουν μέσα της έναν μηχανισμό ανταπόκρισης. Η ίδια γίνεται χώρος στον οποίο οι άλλοι μπορούν να εισέλθουν ευκολότερα από όσο μπορεί εκείνη να εισέλθει σε έναν δικό της ασφαλή χώρο.
Ο χαρακτηρισμός «χωρίς πεδίο» αποκτά ακριβώς εδώ το βαθύτερο νόημά του. Η Διονυσία διαθέτει ελάχιστη απόσταση ανάμεσα στον εαυτό και στον κόσμο, και γι’ αυτό η παρουσία των άλλων μπορεί να εγγράφεται μέσα της χωρίς επαρκείς μηχανισμούς επιλογής και προστασίας. Το πεδίο που λείπει είναι ένας ενδιάμεσος χώρος όπου η επιθυμία του άλλου θα μπορούσε να συναντήσει τη δική της χωρίς να την καταλαμβάνει, όπου η φροντίδα θα μπορούσε να προσφέρεται χωρίς να συνεπάγεται αυτοεγκατάλειψη και όπου η αγάπη θα μπορούσε να συνυπάρχει με την αίσθηση προσωπικής κυριότητας. Η Διονυσία ζει διαρκώς με περιορισμένη πρόσβαση σε αυτή την ενδιάμεση περιοχή.
Εδώ το μοτίβο της «ηρωίδας χωρίς πεδίο» αρχίζει να συναντά εκείνο της αθόρυβης ιερότητας. Η απουσία ενός σταθερού χώρου για τον εαυτό της την έχει καταστήσει εξαιρετικά δεκτική στην παρουσία των άλλων, και η δεκτικότητα αυτή, που σε προηγούμενες φάσεις της ζωής της επέτρεπε την εκμετάλλευση, αποκτά μέσα στον κόσμο της κοινής έκπτωσης μια διαφορετική αξία. Η Διονυσία μπορεί να βρίσκεται κοντά σε σώματα και καταστάσεις από τις οποίες το συνηθισμένο κοινωνικό βλέμμα απομακρύνεται. Η φθορά, η αρρώστια, η εξάρτηση και ο θάνατος έχουν γίνει γι’ αυτήν τόσο οικεία ώστε η παρουσία της δίπλα στον πάσχοντα αποκτά μια φυσικότητα που μοιάζει σχεδόν με χάρισμα.
Η βαθιά πρωτοτυπία του Νικολή βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η ιδιότητα γεννιέται από την ίδια περιοχή που προκάλεσε την καταστροφή της ηρωίδας. Η πορώδης σχέση με τους άλλους, η αδυναμία αυστηρής οριοθέτησης, η διαρκής διαθεσιμότητα και η τάση να απορροφά ξένο πόνο συγκροτούν μαζί την ευαλωτότητα και τη δύναμή της. Η ίδια ποιότητα μπορεί να οδηγήσει στην εκμετάλλευση και στη φροντίδα, στην απώλεια και στην παρηγορητική παρουσία. Το μυθιστόρημα διατηρεί αυτή τη σύνθετη συγγένεια και γι’ αυτό η μεταθανάτια μεταμόρφωση της Διονυσίας αποκτά οργανική σχέση με τη ζωή που προηγήθηκε.
Σε αυτή την τελευταία μετατόπιση βρίσκεται ίσως μία από τις πιο λεπτές και ανησυχητικές ιδέες της Διονυσίας. Η κοινωνική αφάνεια και η μεταθανάτια ιερότητα συνδέονται μέσα από την ίδια δομή δεκτικότητας, καθώς μια ύπαρξη που πέρασε τη ζωή της χωρίς επαρκή προστασία των ορίων της καταλήγει να επιβιώνει ακριβώς ως παρουσία ανοιχτή στη χρήση, στη μνήμη, στην πίστη και στην ανάγκη των άλλων. Η Διονυσία παραμένει έτσι μέχρι τέλους μια μορφή χωρίς κλειστό περίγραμμα, και η λογοτεχνική της δύναμη γεννιέται από αυτή την ιδιότυπη αδυναμία κατοχής του εαυτού, η οποία μετατρέπει την προσωπική φθορά σε μια παράξενη δυνατότητα σχέσης.
- Το σώμα ως τόπος εμπειρίας, φθοράς και σημασίας
Στη Διονυσία το σώμα αποτελεί τον πιο σταθερό φορέα της βιογραφίας σε μια ζωή όπου σχεδόν όλα τα υπόλοιπα αποδεικνύονται μεταβλητά. Οι κοινωνικοί ρόλοι υποχωρούν, οι σχέσεις διαλύονται, οι τόποι κατοίκησης αλλάζουν, τα αντικείμενα χάνονται, η μνήμη παρουσιάζει ρωγμές, ενώ το σώμα εξακολουθεί να φέρει επάνω του τα ίχνη κάθε προηγούμενης φάσης και να μεταφέρει μέσα στον χρόνο όσα η συνείδηση δυσκολεύεται πλέον να συνδέσει. Ο Νικολής οργανώνει γύρω από αυτή τη σωματική συνέχεια μια από τις βαθύτερες νοηματικές γραμμές του μυθιστορήματος, καθώς η διαδρομή από το εργαζόμενο και επιθυμητικό σώμα προς το εξαντλημένο σώμα του δρόμου και, τελικά, προς το σώμα που οι άλλοι θα προσλάβουν ως λείψανο, μετατρέπει τη σωματική ύλη σε τόπο όπου εγγράφονται διαδοχικά η κοινωνική θέση, η επιθυμία, η βία, η εγκατάλειψη και η μεταθανάτια σημασία.
Η σκηνή με τον νεαρό μετανάστη στην Αθήνα είναι κρίσιμη επειδή καθιστά ορατή μια νέα σχέση της Διονυσίας με το σώμα της. Η σωματική συνεύρεση συνοδεύεται από αίσθηση αποστασιοποίησης, σαν η Διονυσία να βρίσκεται συγχρόνως μέσα στο γεγονός και έξω από αυτό, να αισθάνεται όσα συμβαίνουν στο σώμα και να τα παρακολουθεί από ένα σημείο όπου η συνείδηση έχει ήδη αποσυρθεί μερικώς. Εδώ η σωματική έκθεση αποκτά ψυχικό ισοδύναμο. Το σώμα παύει σταδιακά να βιώνεται ως αυτονόητη ενότητα με το πρόσωπο και γίνεται κάτι που μπορεί να συμβαίνει, να χρησιμοποιείται ή να ανταλλάσσεται ενώ ένα τμήμα του εαυτού παραμένει σε απόσταση.
Η χρήση της ηρωίνης μεταφέρει αυτή τη σωματική αποξένωση σε άλλο επίπεδο. Η ουσία εισέρχεται αρχικά ως δυνατότητα παύσης, ως τρόπος προσωρινής αναστολής της έντασης, του πόνου και της μνήμης, και σταδιακά μετατρέπεται σε οργανωτική αρχή της καθημερινότητας. Η σωματική ανάγκη της δόσης αναδιατάσσει τον χρόνο, τις μετακινήσεις, τις σχέσεις και τις προτεραιότητες, ώσπου η ζωή να αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από τη διαχείριση ενός σώματος που απαιτεί διαρκώς την επανάληψη εκείνου ακριβώς που επιταχύνει τη φθορά του. Πρόκειται για μια κλειστή σωματική οικονομία, όπου η ανακούφιση και η καταστροφή έχουν πλέον το ίδιο αντικείμενο.
Στο τελικό στάδιο της καθόδου το σώμα της Διονυσίας γίνεται ο τόπος όπου η κοινωνία αναγνωρίζει την έκπτωση και ταυτόχρονα παύει να αναγνωρίζει το πρόσωπο. Η παραμέληση, η ασθένεια, η δυσοσμία, τα σημάδια της χρήσης και η εξαθλίωση λειτουργούν ως ορατοί κώδικες που προκαθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι αντιδρούν πριν ακόμη αντιληφθούν ποια βρίσκεται μπροστά τους. Το βλέμμα συναντά πρώτα την κατηγορία του εξαρτημένου, του άστεγου, του εξαθλιωμένου σώματος και μέσα σε αυτή τη γρήγορη κοινωνική ανάγνωση η μοναδικότητα της Διονυσίας υποχωρεί. Η μεγαλύτερη σωματική ορατότητα συμπίπτει έτσι με τη βαθύτερη προσωπική αφάνεια.
Εδώ η σωματικότητα συναντά για πρώτη φορά καθαρά την έννοια της χάριτος. Η χάρις της Διονυσίας έχει ελάχιστη σχέση με πνευματική εξαΰλωση, επειδή γεννιέται ακριβώς από την οικειότητά της με την ανθρώπινη ύλη στην πιο ευάλωτη κατάσταση. Αγγίζει, πλησιάζει, αντέχει τη μυρωδιά, την ασθένεια, την εξάρτηση, τον φόβο και την εγκατάλειψη, έχοντας η ίδια περάσει μέσα από την ίδια περιοχή. Η παρηγορητική της δύναμη απορρέει από μια ενσώματη γνώση της φθοράς και από την ικανότητα να παραμένει παρούσα εκεί όπου η κοινωνική ευπρέπεια επιβάλλει συνήθως απόσταση.
Η εκταφή αποτελεί γι’ αυτό μία από τις πιο τολμηρές στιγμές του έργου. Το σώμα που είχε γνωρίσει την ακραία φθορά εμφανίζεται σε κατάσταση που οι παριστάμενοι προσλαμβάνουν ως αφθαρσία, ενώ η ευωδία προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην αντιστροφή. Η προηγούμενη δυσοσμία του σώματος του δρόμου συναντά τώρα τη μυρωδιά που η λαϊκή και θρησκευτική παράδοση συνδέει με την αγιότητα. Η μεταβολή είναι ριζική και συγχρόνως χτίζεται πάνω στην ίδια υλικότητα. Το σώμα που προκαλούσε απομάκρυνση γίνεται σώμα που επιζητείται, το σώμα από το οποίο οι άλλοι τραβούσαν το βλέμμα γίνεται αντικείμενο προσήλωσης, το σώμα που έχανε την κοινωνική του αξία αποκτά μεταθανάτια συμβολική ισχύ.
Η διαδρομή του σώματος μέσα στο μυθιστόρημα μπορεί έτσι να διαβαστεί ως διαδοχή διαφορετικών καθεστώτων αξίας. Αρχικά αξίζει επειδή εργάζεται και αντέχει, κατόπιν επειδή επιθυμεί και επιθυμείται, αργότερα επειδή μπορεί να ανταλλαχθεί ή να χρησιμοποιηθεί, στη συνέχεια μετατρέπεται σε σώμα που το κοινωνικό βλέμμα αποφεύγει και, μετά τον θάνατο, προσλαμβάνεται ως σώμα ικανό να θεραπεύσει, να προστατεύσει ή να παρηγορήσει. Η ίδια υλική παρουσία περνά μέσα από ριζικά διαφορετικές κοινωνικές σημασιοδοτήσεις και αποκαλύπτει πόσο βαθιά η αξία του σώματος εξαρτάται από τα βλέμματα, τις ανάγκες και τις ερμηνείες που το περιβάλλουν.
Η Διονυσία οδηγεί επομένως το σώμα από τη χρήση στη φθορά και από τη φθορά στη σημασία, χωρίς να διαγράφει κανένα από τα προηγούμενα στάδια. Το νεκρό σώμα διατηρεί μέσα του το σώμα της εργαζόμενης, της συζύγου, της ερωμένης, της εξαρτημένης, της άστεγης και της γυναίκας που οι περαστικοί προσπερνούσαν. Η μεταθανάτια ιερότητα αποκτά τη δύναμή της από αυτή τη συσσώρευση, επειδή το ιερό εμφανίζεται μέσα στην ίδια ύλη που είχε προηγουμένως καταγραφεί ως κουρασμένη, χρησιμοποιημένη, πληγωμένη και κοινωνικά ανεπιθύμητη. Η ιερότητα της Διονυσίας παραμένει γι’ αυτό αθόρυβη και βαθιά ενσώματη, ριζωμένη σε μια ζωή που έμαθε το ανθρώπινο σώμα από την πλευρά της έκθεσης και της ανάγκης.
- Δεκτικότητα, χάρις και η αμφισημία της αγιότητας
Η ιδιαιτερότητα της Διονυσίας γίνεται περισσότερο ευδιάκριτη όταν η προσοχή μεταφερθεί από όσα της συμβαίνουν στον τρόπο με τον οποίο η ίδια προσλαμβάνει τους άλλους. Η ηρωίδα διαθέτει μια εξαιρετικά οξυμένη δεκτικότητα απέναντι στις διαθέσεις, στις ανάγκες και στις μικρές μεταβολές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μια ευαισθησία που λειτουργεί σχεδόν πριν από τη σκέψη και που επιτρέπει σε ξένες επιθυμίες, φόβους, μοναξιές και αδυναμίες να βρίσκουν άμεση πρόσβαση στον εσωτερικό της χώρο. Η ιδιότητα αυτή συγκροτεί έναν από τους σταθερότερους άξονες του χαρακτήρα της και εξηγεί συγχρόνως τη σπάνια ικανότητά της να προσφέρει στους ανθρώπους γύρω της μια αίσθηση αποδοχής και την ευκολία με την οποία οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν χώρο μέσα στη ζωή της δυσανάλογο προς εκείνον που η ίδια διατηρεί για τον εαυτό της.
Η Διονυσία συλλαμβάνει τους άλλους πρωτίστως μέσα από την παρουσία τους. Ένας τόνος φωνής, μια κίνηση του σώματος, η αμηχανία μιας χειρονομίας, η κόπωση, η εγκατάλειψη ενός προσώπου ή μια απροσδόκητη εκδήλωση τρυφερότητας εγγράφονται αμέσως στη συνείδησή της και κινητοποιούν την επιθυμία της να πλησιάσει. Η σχέση της με τον κόσμο διαθέτει γι’ αυτό έντονα προλεκτικό χαρακτήρα. Η κατανόηση προηγείται της διατύπωσης και συχνά έχει τη μορφή σωματικής ανταπόκρισης, μιας εγγύτητας που προσφέρεται πριν ακόμη ο άλλος χρειαστεί να ζητήσει. Η Διονυσία αισθάνεται περισσότερο από όσο ερμηνεύει, και αυτή ακριβώς η υπεροχή της αίσθησης έναντι της εξήγησης αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της αφηγηματικής της παρουσίας.
Από εδώ πηγάζει και η ιδιαίτερη σχέση της με τη φροντίδα. Η φροντίδα στη Διονυσία σπανίως εμφανίζεται ως ηθικό πρόγραμμα ή ως συνειδητή επιδίωξη. Εκδηλώνεται μέσα σε απλές πράξεις, στην προθυμία να προσφέρει τροφή, να πλησιάσει ένα εξαντλημένο σώμα, να ακούσει μια προσωπική ιστορία, να παραμείνει δίπλα σε κάποιον που υποφέρει. Πρόκειται για μια πρακτική της εγγύτητας, βαθιά ενσώματη και αυθόρμητη, μέσα από την οποία η παρουσία της αποκτά αξία για τους άλλους προτού η ίδια αποκτήσει συνείδηση αυτής της αξίας.
Σε αυτή την περιοχή μπορεί να αναζητηθεί η απαρχή εκείνου που το μυθιστόρημα αφήνει σταδιακά να προσληφθεί ως χάρις. Η έννοια χρειάζεται εδώ να διατηρήσει όλο το βάρος της αμφισημίας της, επειδή η χάρις της Διονυσίας ανήκει πρώτα στην τάξη της ανθρώπινης παρουσίας και μόνο εκ των υστέρων εισέρχεται στη σφαίρα του ιερού. Οι άλλοι αισθάνονται κοντά της μια δυνατότητα να μειώσουν την άμυνά τους, να εκθέσουν την ανάγκη, την ενοχή, τον πόνο ή την αδυναμία τους, και η εμπειρία αυτή δημιουργεί γύρω της έναν μικρό χώρο προσωρινής ανακούφισης. Η Διονυσία γίνεται, χωρίς πρόθεση, ένας τόπος όπου ο άλλος μπορεί για λίγο να υπάρξει με λιγότερη αυτοπροστασία.
Η σχέση αυτή ανάμεσα στη χάρη και στο τραύμα αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μία από τις ωριμότερες συλλήψεις του Νικολή. Η λογοτεχνική παράδοση έχει συχνά συνδέσει την καλοσύνη με την ηθική δύναμη, τη συνειδητή αρετή ή την πνευματική υπεροχή. Στη Διονυσία η εμπειρία είναι διαφορετική. Η ευεργετική επίδραση της ηρωίδας στους άλλους γεννιέται μέσα από μια ύπαρξη που δυσκολεύεται να προστατευθεί, να οργανώσει την αυτονομία της και να συγκρατήσει όσα της συμβαίνουν σε μια σταθερή αφήγηση του εαυτού. Η χάρις αποκτά έτσι κάτι βαθιά εύθραυστο, επειδή αναδύεται από μια ψυχική διαθεσιμότητα που καταναλώνει σταδιακά εκείνη που την προσφέρει.
Η αφήγηση χειρίζεται το φαινόμενο με αξιοσημείωτη εγκράτεια. Η μεταθανάτια παρουσία της Διονυσίας αναπτύσσεται μέσα από τις αντιλήψεις, τις αφηγήσεις και τις ανάγκες των προσώπων, αφήνοντας την εμπειρία του θαυμαστού να παραμένει στην περιοχή της δυνατότητας. Η ευωδία και η αφθαρσία αποκτούν σημασία επειδή κάποιος τις αντιλαμβάνεται ως σημεία, τα λείψανα αποκτούν δύναμη επειδή κάποιος τα κρατά με πίστη, ο τάφος γίνεται ιερός επειδή άνθρωποι προσέρχονται σε αυτόν αναζητώντας παρηγοριά. Η ιερότητα συγκροτείται μέσα στη σχέση.
Το «αθόρυβο» δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο αυτή η ποιότητα υπάρχει πριν αποκτήσει όνομα. Η Διονυσία ενεργεί επάνω στους ανθρώπους χωρίς να διακηρύσσει κάποια δύναμη, και η μνήμη της συνεχίζει να ενεργεί μέσα από μικρές, ιδιωτικές χειρονομίες πίστης. Ο ιερός χαρακτήρας αναδύεται μέσα από τη χαμηλή ένταση της σχέσης και διατηρεί κάτι από εκείνη την αρχική σιωπή που χαρακτήριζε την παρουσία της.
- Το κρινολίνο και τα μικρά κουτιά: η μορφή μιας ύπαρξης που διαχέεται
Ανάμεσα στις εικόνες που διατρέχουν τη Διονυσία, το κρινολίνο και τα μικρά κουτιά κατέχουν μια θέση μοναδική, επειδή η επανεμφάνισή τους συνοδεύει την εσωτερική μεταβολή της ηρωίδας και δημιουργεί έναν υπόγειο μορφολογικό άξονα που ενώνει τα πιο απομακρυσμένα σημεία της αφήγησης. Η εικόνα παρουσιάζεται αρχικά με την αινιγματικότητα μιας ιδιωτικής παράστασης, σχεδόν σαν μια μορφή που η συνείδηση επινοεί για να οργανώσει όσα δυσκολεύεται να χωρέσει στον κοινό λόγο, και αποκτά σταδιακά μεγαλύτερη σημασιολογική πυκνότητα, ώσπου στο τέλος να συναντήσει την υλική πραγματικότητα των μικρών κουτιών που περιέχουν τα κατάλοιπα της νεκρής Διονυσίας. Μέσα σε αυτή τη μακρά διαδρομή η εικόνα μεταβάλλεται από εσωτερικό σχήμα σε αφηγηματική δομή και από προσωπικό ιδίωμα σε συλλογική χειρονομία.
Το κρινολίνο είναι καταρχάς ένα περίγραμμα γύρω από το σώμα. Η ίδια η κατασκευή του δημιουργεί απόσταση, σχηματίζει έναν χώρο που ακολουθεί το σώμα χωρίς να ταυτίζεται μαζί του και μετατρέπει την ενδυμασία σε μικρή κινητή αρχιτεκτονική. Αυτή η ιδιότητα έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Διονυσία, μια ηρωίδα της οποίας η ζωή χαρακτηρίζεται από την αδυναμία να εξασφαλίσει σταθερή απόσταση από τους άλλους και να διατηρήσει έναν προσωπικό χώρο απρόσβλητο από τις επιθυμίες, τις απαιτήσεις και τις ανάγκες τους. Το φαντασιακό κρινολίνο μπορεί έτσι να ιδωθεί ως περίβλημα που προσφέρει εκείνο που η πραγματική ζωή της σπάνια κατορθώνει να της εξασφαλίσει, ένα όριο γύρω από το σώμα, μια περιοχή ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, μια ελάχιστη ακτίνα προσωπικής κυριότητας.
Τα μικρά κουτιά εισάγουν μια δεύτερη και ακόμη πιο σύνθετη λειτουργία. Το κουτί αποτελεί χώρο περιορισμένο, κλειστό, φορητό, προορισμένο να περιέχει κάτι και να το προστατεύει από τη διασπορά. Στο φαντασιακό της Διονυσίας η πληθυντικότητά τους δημιουργεί την εικόνα μιας ύπαρξης που συγκρατείται σε επιμέρους θήκες, σαν η ενότητα του εαυτού να έχει ήδη αρχίσει να αντικαθίσταται από μικρές περιοχές μνήμης, συναισθήματος και εμπειρίας. Όσα η συνείδηση δυσκολεύεται να συνδέσει σε μία ενιαία ιστορία μπορούν να παραμένουν μέσα σε αυτά ως θραύσματα που εξακολουθούν να της ανήκουν.
Η πλήρης σημασία αυτής της εικόνας αποκαλύπτεται μόνο μετά τον θάνατο, όταν τα μικρά κουτιά περνούν από την περιοχή του φαντασιακού στην περιοχή της τελετουργικής ύλης. Τα κατάλοιπα του σώματος της Διονυσίας τοποθετούνται και διαμοιράζονται σε κουτιά, και η σύμπτωση δημιουργεί έναν από τους πιο ισχυρούς αναδρομικούς δεσμούς ολόκληρου του μυθιστορήματος. Εκείνη που όσο ζούσε περιβαλλόταν φαντασιακά από κουτιά γίνεται τώρα η ίδια περιεχόμενό τους. Ο φορέας της μνήμης μετατρέπεται σε αντικείμενο μνήμης και η γυναίκα που επιχειρούσε να συγκρατήσει τα θραύσματα της εμπειρίας της γίνεται σώμα κατατεμαχισμένο σε θραύσματα που οι άλλοι αναλαμβάνουν να συγκρατήσουν.
Η αντιστροφή αυτή έχει σπάνια αφηγηματική ακρίβεια. Στη ζωή η κίνηση κατευθυνόταν από τον κόσμο προς τη Διονυσία, καθώς η ηρωίδα δεχόταν μέσα της πρόσωπα, καταστάσεις, πόνους και μνήμες, επιχειρώντας να τα περιλάβει στην πορώδη περιοχή της ύπαρξής της. Μετά τον θάνατο η κίνηση αλλάζει φορά και η Διονυσία περνά προς τους άλλους, διασπείρεται στα σπίτια, στα σώματα, στις προσευχές και στις μικρές προσωπικές τελετουργίες εκείνων που κρατούν τα κατάλοιπά της. Το δοχείο μετατρέπεται σε περιεχόμενο.
Το κρινολίνο προσφέρει στην ίδια διαδικασία ένα ευρύτερο περίγραμμα. Αν τα κουτιά αποτελούν τις μονάδες της διασποράς, το κρινολίνο διατηρεί την ανάμνηση μιας συνολικής μορφής, ενός σχήματος που εξακολουθεί να περιβάλλει τη Διονυσία ακόμη και όταν τα επιμέρους στοιχεία της έχουν αρχίσει να διαχέονται. Η τελική εικόνα της ηρωίδας να αιωρείται πάνω από την πόλη περιβαλλόμενη από τα κουτιά μετατρέπει το προσωπικό της φαντασιακό σε μια σχεδόν κοσμογραφική εικόνα της ύπαρξής της. Η γυναίκα που κάποτε κινούνταν ανάμεσα στους δρόμους της Αθήνας χωρίς ασφαλή τόπο αποκτά τώρα μια υπερυψωμένη σχέση με την πόλη, ενώ όσα είχε προσπαθήσει να συγκρατήσει γύρω της κινούνται πλέον μαζί της ως στοιχεία μιας νέας, μεταθανάτιας μορφής.
Το κρινολίνο και τα κουτιά αποτελούν, από αυτή την άποψη, κάτι πολύ περισσότερο από επαναλαμβανόμενα σύμβολα. Συγκροτούν έναν δεύτερο τρόπο αφήγησης της ιστορίας της Διονυσίας, παράλληλο προς την εξωτερική πλοκή. Εκεί όπου η πλοκή δείχνει τη μετάβαση από την οικογένεια στον δρόμο και από τη ζωή στον θάνατο, το μοτίβο αφηγείται τη μετάβαση από το περίγραμμα στη θραυσματικότητα, από την ιδιωτική φύλαξη στη δημόσια διασπορά και από την προσπάθεια συγκράτησης του εαυτού στη μετατροπή του εαυτού σε αντικείμενο μνήμης.
Στο κρινολίνο και στα μικρά κουτιά συμπυκνώνεται επομένως ολόκληρη η παράδοξη κίνηση του μυθιστορήματος. Η Διονυσία αναζητεί ένα περίγραμμα και καταλήγει σε διασπορά, προσπαθεί να φυλάξει τα θραύσματα της ζωής της και γίνεται η ίδια θραύσμα που φυλάσσεται, χάνει σταδιακά τον τόπο της και καταλήγει να κατοικεί σε πολλούς μικρούς τόπους ταυτόχρονα. Η εικόνα που αρχικά έμοιαζε με ιδιωτική παραξενιά της συνείδησης αποδεικνύεται στο τέλος η ακριβέστερη προαναγγελία της μοίρας της και μία από τις πιο πρωτότυπες μορφολογικές συλλήψεις της Διονυσίας.
- Η σκηνή του θανάτου: η επιστροφή της ζωής στις πρώτες της εικόνες
Η σκηνή του θανάτου της Διονυσίας αποτελεί το σημείο όπου οι κυριότερες γραμμές του μυθιστορήματος, το σώμα, η μνήμη, η περιπλάνηση, η έλλειψη σταθερού πεδίου, η δεκτικότητα και η αινιγματική σχέση με το ιερό, συγκλίνουν σε μια εξαιρετικά πυκνή αφηγηματική σύνθεση. Η εξαντλημένη γυναίκα φτάνει με ακραία σωματική προσπάθεια μέχρι την πόρτα της Νταίζης και καταρρέει στο κατώφλι, ενώ η αφήγηση, αντί να ακολουθήσει την εξωτερική ακολουθία ενός βιολογικού τέλους, εισέρχεται στα βαθύτερα στρώματα της συνείδησης και αφήνει τον παρόντα χρόνο να διαπεραστεί από εικόνες μιας πολύ παλαιότερης ζωής. Η τελευταία εμπειρία της Διονυσίας αποκτά έτσι τη μορφή μιας αναδίπλωσης, σαν η ύπαρξη, έχοντας φτάσει στο έσχατο σημείο της διαδρομής της, να στρέφεται προς τις πρώτες ύλες από τις οποίες κάποτε συγκροτήθηκε.
Η επιλογή του κατωφλιού έχει ιδιαίτερη ακρίβεια. Σε ολόκληρο το μυθιστόρημα η Διονυσία κινείται ανάμεσα σε χώρους που την υποδέχονται προσωρινά και έπειτα την αποβάλλουν, ανάμεσα σε σπίτια, δωμάτια, εργασίες, σχέσεις και δρόμους στους οποίους κατοικεί κάθε φορά με μειωμένη βεβαιότητα. Η τελευταία της θέση βρίσκεται ακριβώς πάνω σε μια γραμμή που χωρίζει τον δημόσιο χώρο από την οικία, την έκθεση από τη δυνατότητα προστασίας, την περιπλάνηση από την οικειότητα. Μπροστά της βρίσκεται το σπίτι της Νταίζης, πίσω της ολόκληρη η γεωγραφία της καθόδου, και το σώμα σταματά στο σημείο όπου οι δύο αυτές περιοχές εφάπτονται.
Από αυτό το εξωτερικό όριο η αφήγηση περνά σε ένα εσωτερικό τοπίο που ανοίγει αιφνίδια προς την παιδική ηλικία. Η μνήμη επανέρχεται με αξιοσημείωτη αισθητηριακή πληρότητα. Το λιμάνι, ο πατέρας που την κατεβάζει από την αγκαλιά του, η φωνή της κυρα-Μαρίτσας, τα καφάσια, τα μαραγκούδικα, οι πικροδάφνες, η αλάνα με τα αρχαία, τα παιδιά, τα κυπαρισσόμηλα, το κομμένο χορτάρι, τα πεύκα, τα τζιτζίκια και η Σέβη συνθέτουν έναν κόσμο πυκνό σε κίνηση, χρώμα, αφή και μυρωδιά. Η ανάμνηση αποκτά σχεδόν σωματική αυτονομία και η ετοιμοθάνατη γυναίκα επιστρέφει σε έναν χρόνο όπου το σώμα της γνώριζε ακόμη την ελευθερία της κίνησης και ο χώρος απλωνόταν γύρω του ως περιοχή ανακάλυψης.
Παράλληλα με τις εικόνες της μνήμης ακούγονται οι φωνές εκείνων που βρίσκονται κοντά στο σώμα της. Η αφήγηση κρατά συγχρόνως ενεργές δύο χρονικότητες, τον εξωτερικό χρόνο της κατάρρευσης και τον εσωτερικό χρόνο της ανάκλησης, και η συνύπαρξή τους δημιουργεί μια από τις πιο λεπτές μορφές πολυφωνίας του έργου. Οι άλλοι βλέπουν ένα σώμα που εξαντλείται, ενώ η Διονυσία βρίσκεται ήδη σε έναν τόπο γεμάτο παλιές φωνές και αισθήσεις. Το σώμα εξακολουθεί να ανήκει στο παρόν και η συνείδηση έχει αρχίσει να κινείται μέσα σε διαφορετικές περιοχές του χρόνου.
Στην επόμενη εσωτερική μετατόπιση προβάλλει το κίτρινο λιβάδι με τα ξερά στάχυα της αγριοβρώμης, μια εικόνα εξαιρετικά απλή και γι’ αυτό ιδιαίτερα ισχυρή. Το τοπίο έχει χάσει τον αστικό συνωστισμό, τα δωμάτια, τα υπόγεια, τους δρόμους και τους κλειστούς χώρους που χαρακτήρισαν την κάθοδο της Διονυσίας και ανοίγεται σε μια έκταση λιτή, σχεδόν γυμνή, όπου κυριαρχούν το φως, η ξηρή βλάστηση και η ησυχία. Η κίνηση προς αυτό το τοπίο σηματοδοτεί μια μεταβολή της ίδιας της κλίμακας της αφήγησης, από την πυκνότητα της κοινωνικής ζωής προς μια περιοχή στοιχειωδών μορφών.
Η δύναμη της σκηνής βρίσκεται και στη διατήρηση της ερμηνευτικής της ανοιχτότητας. Η συνάντηση με τους νεκρούς και η κίνηση στο λιβάδι μπορούν να προσληφθούν ως τελευταία εργασία της μνήμης, ως εικόνες που παράγει μια συνείδηση στο όριο της βιολογικής της λειτουργίας, ως τελετουργική ποιητική κατασκευή ή ως εμπειρία μετάβασης με μεταφυσικό περιεχόμενο. Οι δυνατότητες αυτές συνυπάρχουν μέσα στην ίδια αφηγηματική επιφάνεια και η αμφισημία τους αποτελεί ουσιώδες μέρος της αισθητικής δύναμης του έργου.
Η σκηνή του θανάτου φωτίζει αναδρομικά και τη βαθύτερη σημασία της μνήμης στο μυθιστόρημα. Στην πορεία της Διονυσίας η μνήμη είχε λειτουργήσει ως χώρος όπου διατηρούνταν προηγούμενες εκδοχές του εαυτού, ακόμη και όταν η παρούσα ζωή τις είχε καταστήσει σχεδόν απρόσιτες. Τώρα, στο έσχατο σημείο, αυτές οι εκδοχές επιστρέφουν και συγκροτούν μια τελευταία εσωτερική συνέχεια. Η γυναίκα του δρόμου, η σύζυγος, η μητέρα, η ερωμένη, η εξαρτημένη και το κορίτσι του νησιού συνυπάρχουν για μια στιγμή μέσα στη συνείδηση που αποσύρεται.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η θέση της σκηνής μέσα στην αρχιτεκτονική του βιβλίου. Αποτελεί το όριο ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης της ηρωίδας. Μέχρι το κατώφλι της Νταίζης η Διονυσία παραμένει το κέντρο μιας βιωμένης εμπειρίας, έστω και ολοένα περισσότερο αποδιαρθρωμένης. Από τη στιγμή του θανάτου αρχίζει να υπάρχει μέσω εκείνων που τη θυμούνται, μιλούν γι’ αυτήν, επισκέπτονται τον τάφο της και διαχειρίζονται το σώμα και τα κατάλοιπά της. Η σκηνή λειτουργεί επομένως ως πέρασμα από την αυτοβιογραφική αίσθηση προς τη μεταθανάτια ετεροβιογραφία.
Στο κατώφλι της Νταίζης η περιπλάνηση της Διονυσίας βρίσκει έτσι ένα τέλος που διατηρεί μέσα του όλες τις προηγούμενες μετακινήσεις. Από το σπίτι του γάμου στο πλοίο, από τον Πειραιά στην Αθήνα, από τα προσωρινά σπίτια στο ημιυπόγειο και από εκεί στον δρόμο, η ζωή της υπήρξε μια συνεχής αναζήτηση τόπου. Η τελευταία της διαδρομή την οδηγεί σε ένα κατώφλι και η τελευταία εσωτερική της κίνηση σε έναν τόπο της μνήμης. Εκεί, για μια στιγμή, το παιδί και η γυναίκα, οι ζωντανοί και οι νεκροί, η φθορά και η οικειότητα, το σώμα και το τοπίο βρίσκονται μέσα στην ίδια ήρεμη εικόνα, προτού η Διονυσία περάσει από τη δική της μνήμη στη μνήμη των άλλων.
- Από το πρόσωπο στο συλλογικό ίχνος
Με τον θάνατο της Διονυσίας ολοκληρώνεται μια βιογραφία και ταυτόχρονα αρχίζει μια δεύτερη ιστορία, της οποίας υποκείμενο είναι πλέον οι άνθρωποι που τη γνώρισαν, τη θυμούνται, την αναζητούν ή πληροφορούνται εκ των υστέρων την ύπαρξή της. Η αφηγηματική αυτή μεταβολή είναι αποφασιστική για τη συνολική αρχιτεκτονική του μυθιστορήματος, καθώς μια γυναίκα που όσο ζούσε έχανε βαθμιαία τους όρους της κοινωνικής της ορατότητας αποκτά μετά τον θάνατο μια παρουσία ολοένα ευρύτερη, σχηματισμένη από μνήμες, αφηγήσεις, επισκέψεις, φήμες και τελετουργικές πράξεις. Η ζωή της παύει να αποτελεί αποκλειστικά δική της εμπειρία και περνά στην κυριότητα της συλλογικής μνήμης, όπου όσα υπήρξαν αποσπασματικά, ακατανόητα ή ασήμαντα για τους συγχρόνους της αρχίζουν να επανασυνδέονται και να αποκτούν νέο βάρος.
Μετά την ταφή, και με τη φροντίδα της Νταίζης ως πρώτη πράξη προσωπικής μνήμης, αρχίζει μια αργή μεταμόρφωση του τόπου. Ο τάφος αποκτά σημασία επειδή συγκρατεί το όνομα και τη μνήμη εκεί όπου η ίδια η ζωή είχε φτάσει στο όριο της ανωνυμίας, και σταδιακά γίνεται σημείο προς το οποίο κατευθύνονται άνθρωποι που αναγνωρίζουν στη Διονυσία κάτι συγγενικό με τη δική τους επισφάλεια. Η μεταβολή έχει σχεδόν χωρική ακρίβεια. Η ηρωίδα που περιπλανήθηκε αναζητώντας τόπο αποκτά μετά τον θάνατο έναν σταθερό τόπο, και αυτός ο τόπος αρχίζει με τη σειρά του να προσελκύει άλλους. Ο τάφος λειτουργεί επομένως ως το πρώτο σταθερό πεδίο που οργανώνεται γύρω από τη Διονυσία και παραμένει συνδεδεμένο με το όνομά της.
Η κοινότητα αυτή έχει ιδιαίτερη κοινωνική σύσταση. Τα πρόσωπα που αναγνωρίζουν στη Διονυσία δύναμη, παρηγοριά ή χάρη προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τις ίδιες περιοχές του περιθωρίου όπου έζησε και εκείνη τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Η εξάρτηση, η φτώχεια, η ασθένεια, η αστεγία και η κοινωνική επισφάλεια σχηματίζουν το ανθρώπινο περιβάλλον μέσα στο οποίο η μνήμη της αποκτά τη μεγαλύτερη ένταση. Η μεταθανάτια σημασία της γεννιέται επομένως από μια κοινότητα που αναγνωρίζει στο πρόσωπό της τη δική της ευαλωτότητα και μετατρέπει αυτή την αναγνώριση σε σχέση εμπιστοσύνης.
Η εκταφή αποτελεί το αποφασιστικό σημείο αυτής της μεταμόρφωσης, καθώς το σώμα επιστρέφει για τελευταία φορά στο κέντρο της αφήγησης και προσλαμβάνεται μέσα από ένα εντελώς διαφορετικό βλέμμα. Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται, η εντύπωση αφθαρσίας και η ευωδία λειτουργούν για τους παρισταμένους ως σημεία μιας ιδιαίτερης ποιότητας που υπερβαίνει τη συνηθισμένη τάξη της σωματικής αποσύνθεσης. Το ενδιαφέρον του Νικολή βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η εμπειρία αυτή παράγει σημασία μέσα στην κοινότητα. Η ύλη του σώματος γίνεται αφετηρία αφήγησης και η αφήγηση επιστρέφει στην ύλη προσδίδοντάς της νέα αξία.
Η μεταθανάτια φήμη της Διονυσίας συγκροτείται μέσα από τέτοιες διαδοχικές πράξεις πρόσληψης. Κάποιος βλέπει, κάποιος θυμάται, κάποιος αφηγείται, κάποιος μεταφέρει την αφήγηση, κάποιος επισκέπτεται τον τάφο και κάποιος άλλος αποδίδει σε αυτή την επίσκεψη μια εμπειρία παρηγοριάς ή δύναμης. Η φήμη αποκτά μορφή κυκλοφορίας και η Διονυσία, που στη ζωή της μετακινήθηκε ασταμάτητα μέσα στον χώρο, αρχίζει μετά τον θάνατο να μετακινείται μέσα στον λόγο.
Η διανομή των καταλοίπων του σώματος φέρνει αυτή τη διαδικασία στην υλική της ολοκλήρωση. Τα μικρά κουτιά μετατρέπουν τη μνήμη σε αντικείμενο που μπορεί να μεταφερθεί και να φυλαχθεί, ενώ κάθε θραύσμα γίνεται εστία μιας προσωπικής σχέσης με τη νεκρή. Το λείψανο συμπυκνώνει την παράδοξη ιδέα ότι ένα μέρος μπορεί να μεταφέρει την παρουσία του όλου, και μέσα από αυτή τη λογική η Διονυσία αποκτά πολλαπλές μικρές εστίες παρουσίας, διάσπαρτες στην πόλη και στις ζωές των ανθρώπων που τις κρατούν.
Η διασπορά αυτή μεταβάλλει και την έννοια του τόπου. Όσο ζούσε, η Διονυσία αναζητούσε έναν τόπο στον οποίο θα μπορούσε να ανήκει. Μετά τον θάνατο η παρουσία της παύει να εξαρτάται από έναν μοναδικό χώρο. Ο τάφος παραμένει σημείο αναφοράς, ενώ τα λείψανα, οι αφηγήσεις και οι αναμνήσεις δημιουργούν πολλαπλά σημεία στα οποία η μορφή της μπορεί να επανεμφανίζεται. Η γυναίκα χωρίς πεδίο μετατρέπεται έτσι σε παρουσία πολλαπλών πεδίων.
Η σχέση ανάμεσα στη μνήμη της Διονυσίας και στην κοινότητα που δημιουργείται γύρω της αποκτά, τέλος, μια έντονη ηθική σημασία. Οι άνθρωποι του περιθωρίου αναλαμβάνουν να διαφυλάξουν τη μνήμη μιας γυναίκας που ο επίσημος κοινωνικός κόσμος είχε αφήσει να αποσυρθεί σχεδόν απαρατήρητη, και μέσα από αυτή την πράξη συγκροτούν μια διαφορετική ιεραρχία αξίας. Η ζωή αποκτά σημασία με κριτήριο την ποιότητα της σχέσης που άφησε πίσω της και η μνήμη γίνεται τρόπος αντίστασης στην εξαφάνιση.
Η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας ολοκληρώνεται μέσα σε αυτή τη διασπορά. Το ιερό εμφανίζεται ως ποιότητα μιας σχέσης που εξακολουθεί να ενεργεί όταν η φυσική παρουσία έχει χαθεί, ως τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος παραμένει μέσα στους άλλους χωρίς να έχει επιδιώξει να τους αφήσει διδασκαλία, έργο ή δημόσιο όνομα. Η διάρκεια της Διονυσίας βρίσκεται στην ανεπαίσθητη μεταβολή που προκάλεσε στις ζωές όσων τη συνάντησαν και στην ανάγκη τους να διατηρήσουν αυτή τη μεταβολή ζωντανή. Από αυτή την ανάγκη γεννιέται το συλλογικό της ίχνος και μέσα σε αυτό το ίχνος η γυναίκα που έζησε στο όριο της αφάνειας αποκτά τη δική της παράδοξη μορφή διάρκειας.
- Η αθόρυβη ιερότητα: μια φαινομενολογία του ανέκφραστου
Η επιλογή της Διονυσίας ως κεντρικού προσώπου αποκτά γι’ αυτό ιδιαίτερη αισθητική και ηθική σημασία. Η λογοτεχνία συχνά προσδίδει μορφή σε ζωές που διαθέτουν ήδη μια εξωτερική δραματικότητα, μια ισχυρή συνείδηση, μια περιπέτεια άξια αφήγησης ή μια φωνή ικανή να οργανώσει το βίωμά της. Η ηρωίδα του Νικολή κατοικεί σε μια διαφορετική περιοχή. Η ζωή της αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από όσα συμβαίνουν πριν αποκτήσουν λόγο, από την κόπωση που συσσωρεύεται στο σώμα, από μια επιθυμία που γίνεται αντιληπτή πριν αποκτήσει σχέδιο, από την ταπείνωση που ενσωματώνεται στην καθημερινότητα, από τη φροντίδα που προσφέρεται σχεδόν αντανακλαστικά, από τη φθορά που προχωρεί χωρίς να μετατρέπεται σε ολοκληρωμένη αυτογνωσία. Η αφηγηματική της υπόσταση γεννιέται ακριβώς μέσα σε αυτή την περιοχή της προλεκτικής εμπειρίας.
Εδώ αποκτά το πλήρες περιεχόμενό του ο όρος «φαινομενολογία του ανέκφραστου». Το ανέκφραστο στη Διονυσία αφορά όσα αποκτούν παρουσία πριν αποκτήσουν ορισμό, όσα γίνονται αισθητά μέσα από το σώμα, τον χώρο, τη μνήμη, την εικόνα και τη χειρονομία, παραμένοντας για μεγάλο διάστημα έξω από μια ολοκληρωμένη γλωσσική διατύπωση. Η Διονυσία γνωρίζει τον κόσμο με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. Οι άνθρωποι εισέρχονται μέσα της ως τόνοι φωνής και διαθέσεις, οι τόποι ως θερμοκρασίες, μυρωδιές και αποστάσεις, το παρελθόν ως αισθητηριακές αναλαμπές, η εσωτερική της διάλυση ως κρινολίνο και μικρά κουτιά, ο θάνατος ως επιστροφή σε έναν πατέρα, σε ένα λιμάνι, σε πικροδάφνες, τζιτζίκια, ξερά στάχυα και αγαπημένους νεκρούς.
Ο Νικολής εμπιστεύεται σε μεγάλο βαθμό αυτή τη γνώση των αισθήσεων. Γι’ αυτό και οι πιο αποφασιστικές στιγμές του μυθιστορήματος αποκτούν το νόημά τους μέσα από συγκεκριμένη ύλη. Το σώμα κουράζεται, επιθυμεί, πεινά, υποφέρει, αναζητεί την ουσία, καταρρέει. Τα αντικείμενα χάνονται ή φυλάσσονται. Τα σπίτια μικραίνουν ώσπου να γίνουν υπόγεια και κατώφλια. Τα κουτιά περνούν από τη φαντασία στην τελετουργία. Η μυρωδιά της σωματικής εγκατάλειψης συναντά μετά τον θάνατο την ευωδία. Η σημασία παράγεται μέσα από αυτές τις μεταμορφώσεις της ύλης και γι’ αυτό ακόμη και η μεταφυσική περιοχή του έργου παραμένει βαθιά ενσώματη.
Ακριβώς γι’ αυτό η «αγιοποίησή» της αποκτά τη μεγαλύτερη λογοτεχνική δύναμη όταν παραμένει αμφίσημη. Η αφθαρσία, η ευωδία, τα λείψανα και οι ιδιότητες που τους αποδίδονται μπορούν να κατοικήσουν ταυτόχρονα στην περιοχή της λαϊκής πίστης, της συλλογικής ανάγκης, της μνήμης και της μεταφυσικής δυνατότητας. Η αφήγηση επιτρέπει σε αυτές τις περιοχές να συνυπάρχουν, καθώς η ουσιώδης αλήθεια βρίσκεται στην πράξη της αναγνώρισης. Άνθρωποι που ζουν στις παρυφές της κοινωνικής ασφάλειας αναγνωρίζουν σε μια γυναίκα που μοιράστηκε τη δική τους επισφάλεια έναν φορέα παρηγοριάς και δημιουργούν γύρω της τη δική τους μικρή τελετουργική κοινότητα.
Σε αυτή την περιοχή το ανέκφραστο αποκτά πλέον την τελική του σημασία. Στην αρχή του μυθιστορήματος αφορά τη δυσκολία της Διονυσίας να οργανώσει σε λόγο όσα βιώνει. Στο τέλος αφορά το υπόλοιπο που καμία μεταθανάτια αφήγηση μπορεί να απορροφήσει πλήρως. Ανάμεσα στις δύο αυτές στιγμές το έργο έχει μετατρέψει το ανέκφραστο σε εικόνα, σώμα, μνήμη και τελετουργία, δημιουργώντας έναν λογοτεχνικό χώρο όπου η σιωπή αποκτά μορφή χωρίς να χάνει το μυστήριό της.
Αυτή την προσοχή ζητεί τελικά η Διονυσία. Μια προσοχή αρκετά επίμονη ώστε να διακρίνει πρόσωπο μέσα στην κοινωνική αορατότητα, αρκετά σωματική ώστε να αναγνωρίζει τη γνώση που περιέχει η φθορά, αρκετά ταπεινή ώστε να αφήνει το ιερό να εμφανιστεί μέσα σε μικρές πράξεις σχέσης και αρκετά ανοιχτή ώστε να διατηρεί χώρο για όσα η ανθρώπινη εμπειρία αισθάνεται πριν μπορέσει να τα ονομάσει.
Η Διονυσία περνά από τον κόσμο αφήνοντας πίσω της αυτή ακριβώς την απαίτηση του βλέμματος. Η ζωή της χάνει σταδιακά σπίτια, αντικείμενα, σχέσεις, κοινωνικές ταυτότητες και τελικά τη συνοχή του σώματος, ενώ το ίχνος της αποκτά μια παράξενη ανθεκτικότητα, επειδή μεταφέρεται από την υλική ύπαρξη στη μνήμη και από τη μνήμη στη σχέση. Στο τέλος μένει εκείνη η εικόνα της «φαντασμαγορικής και μονάχης» γυναίκας που αιωρείται πάνω από την πόλη μαζί με τα μικρά της κουτιά, μια εικόνα όπου η διάλυση και η διάρκεια έχουν πια γίνει αξεχώριστες και όπου μια ζωή που επί χρόνια αναζητούσε χώρο καταλήγει, μέσα από τη λογοτεχνία, να αποκτά τον πιο απρόσμενο τόπο της, τη μνήμη των άλλων.
Ίσως αυτή να είναι τελικά η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας, η επιμονή μιας ανθρώπινης παρουσίας πέρα από το σημείο όπου έχουν αποσυρθεί σχεδόν όλα όσα συνήθως καθιστούν μια ζωή ορατή, ώσπου να απομένει ένα ίχνος εύθραυστο και ταυτόχρονα ανθεκτικό, αρκετό για να συγκρατήσει γύρω του τη μνήμη, την ανάγκη και τη στοργή, αρκετό για να υπενθυμίσει ότι η ανθρώπινη αξία μπορεί να κατοικεί ακριβώς εκεί όπου το βλέμμα του κόσμου έχει πάψει να την αναζητεί.
*
©Δημήτριος Μποσνάκης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.