Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Μισέλ Φάις, «Caput mortuum [1392]

Μισέλ Φάις, Caput mortuum [1392]. Φάρσα αφανισμού. Νουβέλα. Πατάκης, Αθήνα 2021.

Caput mortuum = α) πεθαμένο κεφάλι β) σκουριές (Ζωγραφική, αλχημεία)∙ 1392: πλήθος στίχων στις «Βάκχες».

Ο πιο πρωτότυπος (μαζί με τη Σώτη Τριανταφύλλου) πεζογράφος της γενιάς μου προσεγγίζει την πιο πρωτότυπη τραγωδία του Ευριπίδη, τεμαχίζoντας και διαπλέκοντας τέσσερα συνθέματα: «Ψευδο-Αγέλαστος ή καθ’ ύπνον σημειώσεις»: δοκιμιακά – κριτικά για τον Ευριπίδη· «Οικογενειακά βίντεο»: θεατρικό, κατά βάση με διακωμώδηση των τραγικών προσώπων + αναφορές στο σήμερα, του τρομερού Δραματοθεραπευτή(!) κανοναρχούντος· Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Μισέλ Φάις, «Caput mortuum [1392]»

Θανάσης Κούρτης, Γραφειοκρατικά ζητήματα

Το εκτελεστικό απόσπασμα παρέλαβε τον κρατούμενο πρωί πρωί, με το πρώτο φως, και τον μετέφερε μέσα από ένα δάσος προς άγνωστη τοποθεσία. Μπροστά πήγαιναν δύο οπλίτες με τα ντουφέκια χιαστί, στη μέση αυτός, άλλοι δύο οπλίτες ακολουθούσαν πίσω του και τελευταίος, τέρμα πίσω, ο αξιωματικός της εκτέλεσης καβάλα στο άλογό του, που ήταν λιγάκι νευρικό από όλη αυτή την αργοπορία και ξεφυσούσε τινάζοντας τη μούρη του, βγάζοντας μεγάλες ποσότητες πρωινής άχνας από τα ρουθούνια του. Ήταν ένα υπέροχο πρωινό, λίγο υγρό μα διαυγές, μπορούσες να ξεχωρίσεις ως και την πιτυρίδα πάνω στα λευκά γένια του Θεού. Τα βήματα της πομπής δεν ακούγονταν καθόλου στα μουσκεμένα χαμόφυλλα και στο χορτάρι, μα τα πουλιά μέσα στο δάσος οργίαζαν με τις τρίλιες τους και ο ήλιος είχε ήδη πετάξει σχοινί και ανέβαινε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Κούρτης, Γραφειοκρατικά ζητήματα»

Καίτη Παπαδάκη, Ως το τέλος του μήνα

Ένα πακέτο φρυγανιές. Το ψωμί χαλούσε γρήγορα, το παξιμάδι δεν θα μπορούσαν πια να το σπάσουν τα δόντια της. Θυμήθηκε το χωριό. Τη μυρωδιά απ’ το προζύμι. Τη ζεστασιά του ξυλόφουρνου. Τώρα τουρτούριζε απ’ το κρύο. Στα ύψη το ρεύμα, το πετρέλαιο κι ο χειμώνας να μην λέει να τελειώσει. Στα μέρη της ανάβανε το τζάκι όλη μέρα. Τρώγανε κοντά στη φωτιά. Τρώγανε ο,τι είχανε. Ρεβίθια; Ρεβίθια. Κουνουπίδι; Καλό κι ευλογημένο. Κόκορα; Κόκορα και δόξα τω θεώ. Μετά ήρθανε στην πόλη. Καλύτερα θα είναι, να το δεις Θεοδοσούλα μου, η ζωή μας θ’ αλλάξει, έλεγε ο πατέρας της. Ένα πακέτο φρυγανιές. Αν τις είχαν προσφορά, ίσως να έπαιρνε ένα γάλα με τα ρέστα. Θ’ αγόραζε τις πιο φτηνές. Να δεις, θα περισσεύανε λεφτά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Ως το τέλος του μήνα»

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, ένα βιβλίο σε 600 λέξεις: Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο

Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2021

Η συλλογή διηγημάτων της Αλέκας Πλακονούρη φέρει τον διακειμενικό τίτλο «Οι δαίμονες του Αρέτσο», εμπνευσμένη από τις διάσημες τοιχογραφίες του Τζιότο. Τρεις ενότητες αποτελούν τη συλλογή της Αλέκας Πλακονούρη, («Νωπογραφίες», «Κολάζ», «Γκράφιτι») οι οποίες έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό τη γραμμική αφήγηση, επιτρέποντας στον αφηγητή να κινείται άλλοτε ανάδρομα και άλλοτε συνοπτικά μα κατά το πλείστον ρεαλιστικά. Κυρίαρχος χρόνος το παρελθόν και οι σκιές του, οι οποίες πρωταγωνιστούν αγγίζοντας, στιγμές τα όρια του μαγικού ρεαλισμού. Στο διήγημα με τίτλο «Το σωματείο», καθώς και στο ομότιτλο της συλλογής «Οι δαίμονες του Αρέτσο», η αφήγηση αντιγράφει αλλόκοσμα τις σκιές, καθώς το παρελθόν γλιστρά από τον σκληρό ρεαλισμό στο επέκεινα με μια ονειροπόληση που συνδέεται μαγικά με το παρελθόν. […] «Ξάφνου τυφλώθηκα και έπεσα στη γη, τυφλώθηκα από το φως που έφερε… Και είδα τη γυάλινη γύμνια της, τα άυλα σωθικά της, είδα το φωτεινό αίμα της…» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, ένα βιβλίο σε 600 λέξεις: Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο»

Ζαχαρίας Στουφής, Η θεούσα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

Αρχές του 21ου αιώνα, ο Μάρκος δουλεύει περιπτεράς, νυχτερινή βάρδια, στην όλο και παρακμάζουσα πλατεία Oμονοίας, αλλά έχει και μια δεύτερη, κρυφή ιδιότητα: εκτελεί συμβόλαια θανάτου. Γνωρίζει μια νεαρή γυναίκα, προσηλωμένη στη θρησκεία, η οποία όμως έχει επίσης τη δική της,  μυστική και πολυώνυμη  ζωή.

«Σκοτεινό», πολυφωνικό μυθιστόρημα για μερικές ανομολόγητες πλευρές της ανθρώπινης ψυχοδομής, με απρόσμενο τέλος.

(απόσπασμα από τις σελ. 20 – 23)

Όταν ήταν στο χωριό του, στα είκοσι τέσσερα του χρόνια, αρραβωνιάστηκε μία κοπέλα που αγαπούσε από το Γυμνάσιο. Δύο μήνες μετά χάλασε ο αρραβώνας και αυτό δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει. Δεν ήθελε να την ξαναδεί μπροστά του κι έτσι παρακάλεσε τον αδελφό της μάνας του να τον πάρει στην Αθήνα, στη δουλειά. Ο θείος του με τα περίπτερα έκανε και εμπόριο μεταχειρισμένου βιβλίου. Δεν ήταν καθόλου άνθρωπος των γραμμάτων,  ένας χωριάτης ήταν, μα αυτή η δουλειά του απέφερε πολλά και «μαύρα» λεφτά.

Στην Αθήνα υπάρχουν σπίτια που είναι ολόκληρες βιβλιοθήκες. Άνθρωποι μορφωμένοι που μια ζωή διάβαζαν και γέμισαν όλους τους τοίχους του σπιτιού τους με βιβλία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζαχαρίας Στουφής, Η θεούσα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Λεωνίδας Καζάσης, Όταν τα θύματα τους θύτες κατανοούν

Ένας Λέων βρυχάται: «Επιτρέψτε στους ανθρώπους το αισθάνεσθαι, που η μονογαμική ηθική απαγορεύει. Μιλώ εγώ που θέλω επτά κιλά κρέας την ημέρα για να σταθώ στα πόδια μου. Στην πείνα μου μπροστά και στον κίνδυνο του θανάτου, δεν υπολογίζω τίποτα! Και σένα θα φάω άνθρωπε αν βρεθείς στον δρόμο μου όταν πεινώ˙ όμως όταν την πείνα μου κορέσω, είμαι τεμπέλης κι αδιάφορος˙ δεν κοπανώ, σε χιλιάδες πάπιες ζωντανές, τα συκώτια τους, όσπουνα τα λιώσω, για να φτιάξω φουαγκρά να πουλιέται στα μπακάλικα. Δεν βγάζω το δέρμα των ζώων, να το δωρίσω στα θηλυκά, για να μου κάτσουν, όπως σε εκείνον τον έρμο, τον κροκόδειλο που, για να τον γδάρουν, του περνούν ζωντανό σιδηροκατασκευή μέσα στο κεφάλι του, συντρίβοντας τις σιαγώνες του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Όταν τα θύματα τους θύτες κατανοούν»

Μαρία Μανδάλου, Βασκανία

Δις Καλλιόπη Θεριανού, σώμα κουκούτσι σε αγκάλη κυκλώπια. Με πασουμάκια λιλά και πετράδι αρμύρα στο ρυάκι του κόρφου, ίμερος ανήμερος. Μεσούλα σφήκα ενσταντανέ απ’ τα παλιά σινεμά, σιθρού βεραμάν, κοχύλια στους τρυφερούς των αυτιών της λοβούς και φύκια πλεγμένα στα ξανθούλια σγουρά της μαλλιά κι αγγέλων φτερουγίσματα στο φιλιατρό τού αφαλού, του συνορίτη ελαφισμός στον ισημερινό δεινής παραμυθίας. Τα τσίνορά της πινελιά μεταξωτή, της αμφιλύκης οπάλιο τα μάγουλά της, καταμεσής στο μέτωπο ελίτσα ξεπατηκωτούρα με άφθαρτη κηρομπογιά, εξ’ ορισμού το στόμα άλικο, αυτές που μπογιατίζονται είν’ κακογεννημένες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Μανδάλου, Βασκανία»

Ασημίνα Λαμπράκου, μια ροή όλα

Ελπίδος και Γούναρη. Οι ποδιές κι οι κάλτσες ως το γόνατο. Οι κορδέλες στην τσέπη. Η Φώφη. Η Βιργινία. Η μια εδώ. Η άλλη εκεί. Η Λένα να μην ξέρω που. Οι ποδιές που έγιναν φούστες μπλε μέχρι το γόνατο. Το γόνατο ένα όριο. Τα μυστικά. Και το τραγούδι στη διαδρομή. Φιλίες που έζησαν άλλες που σκότωσα. Το καφενείο της γωνίας. Ο κυρ Βασίλης. Η κυρά Γιαννούλα. Η Μαριάννα που σηκώνει το υπόλοιπο. Η Μαριλένα εδώ κοντά. Τα παιδιά της. Η Γιώτα που. Ο Τάκης. Ο Τάκης που έφυγε δυο μέρες μετά που θυμήθηκα το όνομα και τη μορφή του. Την ιστορία του. Η Μαρία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, μια ροή όλα»