Ζαχαρίας Στουφής, Η θεούσα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

Αρχές του 21ου αιώνα, ο Μάρκος δουλεύει περιπτεράς, νυχτερινή βάρδια, στην όλο και παρακμάζουσα πλατεία Oμονοίας, αλλά έχει και μια δεύτερη, κρυφή ιδιότητα: εκτελεί συμβόλαια θανάτου. Γνωρίζει μια νεαρή γυναίκα, προσηλωμένη στη θρησκεία, η οποία όμως έχει επίσης τη δική της,  μυστική και πολυώνυμη  ζωή.

«Σκοτεινό», πολυφωνικό μυθιστόρημα για μερικές ανομολόγητες πλευρές της ανθρώπινης ψυχοδομής, με απρόσμενο τέλος.

(απόσπασμα από τις σελ. 20 – 23)

Όταν ήταν στο χωριό του, στα είκοσι τέσσερα του χρόνια, αρραβωνιάστηκε μία κοπέλα που αγαπούσε από το Γυμνάσιο. Δύο μήνες μετά χάλασε ο αρραβώνας και αυτό δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει. Δεν ήθελε να την ξαναδεί μπροστά του κι έτσι παρακάλεσε τον αδελφό της μάνας του να τον πάρει στην Αθήνα, στη δουλειά. Ο θείος του με τα περίπτερα έκανε και εμπόριο μεταχειρισμένου βιβλίου. Δεν ήταν καθόλου άνθρωπος των γραμμάτων,  ένας χωριάτης ήταν, μα αυτή η δουλειά του απέφερε πολλά και «μαύρα» λεφτά.

Στην Αθήνα υπάρχουν σπίτια που είναι ολόκληρες βιβλιοθήκες. Άνθρωποι μορφωμένοι που μια ζωή διάβαζαν και γέμισαν όλους τους τοίχους του σπιτιού τους με βιβλία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζαχαρίας Στουφής, Η θεούσα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Λεωνίδας Καζάσης, Όταν τα θύματα τους θύτες κατανοούν

Ένας Λέων βρυχάται: «Επιτρέψτε στους ανθρώπους το αισθάνεσθαι, που η μονογαμική ηθική απαγορεύει. Μιλώ εγώ που θέλω επτά κιλά κρέας την ημέρα για να σταθώ στα πόδια μου. Στην πείνα μου μπροστά και στον κίνδυνο του θανάτου, δεν υπολογίζω τίποτα! Και σένα θα φάω άνθρωπε αν βρεθείς στον δρόμο μου όταν πεινώ˙ όμως όταν την πείνα μου κορέσω, είμαι τεμπέλης κι αδιάφορος˙ δεν κοπανώ, σε χιλιάδες πάπιες ζωντανές, τα συκώτια τους, όσπουνα τα λιώσω, για να φτιάξω φουαγκρά να πουλιέται στα μπακάλικα. Δεν βγάζω το δέρμα των ζώων, να το δωρίσω στα θηλυκά, για να μου κάτσουν, όπως σε εκείνον τον έρμο, τον κροκόδειλο που, για να τον γδάρουν, του περνούν ζωντανό σιδηροκατασκευή μέσα στο κεφάλι του, συντρίβοντας τις σιαγώνες του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Όταν τα θύματα τους θύτες κατανοούν»

Μαρία Μανδάλου, Βασκανία

Δις Καλλιόπη Θεριανού, σώμα κουκούτσι σε αγκάλη κυκλώπια. Με πασουμάκια λιλά και πετράδι αρμύρα στο ρυάκι του κόρφου, ίμερος ανήμερος. Μεσούλα σφήκα ενσταντανέ απ’ τα παλιά σινεμά, σιθρού βεραμάν, κοχύλια στους τρυφερούς των αυτιών της λοβούς και φύκια πλεγμένα στα ξανθούλια σγουρά της μαλλιά κι αγγέλων φτερουγίσματα στο φιλιατρό τού αφαλού, του συνορίτη ελαφισμός στον ισημερινό δεινής παραμυθίας. Τα τσίνορά της πινελιά μεταξωτή, της αμφιλύκης οπάλιο τα μάγουλά της, καταμεσής στο μέτωπο ελίτσα ξεπατηκωτούρα με άφθαρτη κηρομπογιά, εξ’ ορισμού το στόμα άλικο, αυτές που μπογιατίζονται είν’ κακογεννημένες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Μανδάλου, Βασκανία»

Ασημίνα Λαμπράκου, μια ροή όλα

Ελπίδος και Γούναρη. Οι ποδιές κι οι κάλτσες ως το γόνατο. Οι κορδέλες στην τσέπη. Η Φώφη. Η Βιργινία. Η μια εδώ. Η άλλη εκεί. Η Λένα να μην ξέρω που. Οι ποδιές που έγιναν φούστες μπλε μέχρι το γόνατο. Το γόνατο ένα όριο. Τα μυστικά. Και το τραγούδι στη διαδρομή. Φιλίες που έζησαν άλλες που σκότωσα. Το καφενείο της γωνίας. Ο κυρ Βασίλης. Η κυρά Γιαννούλα. Η Μαριάννα που σηκώνει το υπόλοιπο. Η Μαριλένα εδώ κοντά. Τα παιδιά της. Η Γιώτα που. Ο Τάκης. Ο Τάκης που έφυγε δυο μέρες μετά που θυμήθηκα το όνομα και τη μορφή του. Την ιστορία του. Η Μαρία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, μια ροή όλα»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Ελένη Ε. Νανοπούλου, Με τα μάτια

Ελένη Ε. Νανοπούλου, «Με τα μάτια». Διηγήματα. Γκοβόστης, Αθήνα 2016

Τριάντα τέσσερα ακαριαία διηγήματα, σε πέντε ενότητες («Στο σπίτι», «Δικά μου», «Η γραφή», «Οι άλλοι», «Οι άνθρωποί μου»), συναποτελούν το πρώτο αυτό πεζογραφικό βιβλίο της συγγραφέως (έχει προηγηθεί ένα ποιητικό). Ο δε γενικός τίτλος κυριολεκτεί, αφού, όπως  σημειώνεται, «η ματιά μου είναι το όπλο μου».

Υπάρχουν κομμάτια πολύ πετυχημένα, που αποτυπώνουν πολύ  πρωτότυπη θέαση των πραγμάτων («Με τα μάτια»,  «Εμβοές», «Καλές προθέσεις», «Ενοχή», «Τα τζιτζίκια», Τότε…», «Αν» κι όχι μόνο). Πολύ όμορφες και οι «κρυμμένες»  αναφορές σε Ντίκινσον, Λόρκα, Κίπλινγκ (;) κλπ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Ελένη Ε. Νανοπούλου, Με τα μάτια»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Η μαντάμ Πουπούλ ξέρει πολλές ιστορίες

Ανταπόκριση πανηγυρική
Από την στήλη της κυριακάτικης φυλλάδας Με τίτλο
«Το στυλ είναι ο άνθρωπος»

Στην πρώτη ανταπόκριση της καινούριας χρονιάς, σε πρώτη διεθνή, η πρώτη από τις πρώτες. Η μαντάμ Πουπούλ, διάσημη οιωνοσκόπος και μυθική αρτίστα του λαϊκού ρεπερτορίου κοντά μας για μερικούς σπάνιους και αποκλειστικούς χρησμούς. Σε ζωντανή σύνδεση με το τσίρκο Αθήναι που είναι εγκαταστημένο στα παλιά λατομεία.

Εμπρός μαντάμ Πουπούλ, πείτε μας το μέλλον!

Και τότε τα φώτα στράφηκαν επάνω στην γριά που φτιασιδωνόταν σε έναν ετοιμόρροπο καθρέφτη. Είχαν καρφώσει μερικά σανίδια και απάνω τους είχαν στηρίξει ένα τζάμι βαμμένο ασημένιο  σαν δάκρυ. Η μαντάμ φορούσε ένα βυσσινί φουστάνι με μπόλικο φουρό και τους ώμους έξω. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Η μαντάμ Πουπούλ ξέρει πολλές ιστορίες»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Η ανταρσία των γραμμάτων

Εκείνο το απόγευμα, τα ελληνικά γράμματα- έχοντας υποστεί χρόνια κακοποίηση- αποφάσισαν να επαναστατήσουν. Μαζεύτηκαν λοιπόν και τα εικοσιτέσσερα μαζί σε ένα υπόγειο κάπου στη Σόλωνος, ανάμεσα σε τυπογραφεία και διάσπαρτους εκδοτικούς, για να συσκεφτούν και να αποφασίσουν τις επόμενες κινήσεις τους. Στην κορυφή της τραπέζης το Άλφα, ως πρωτότοκο και ηγεμονικό, πήρε το λόγο.

«Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια η βάναυση υποβάθμιση μας έχει κάνει τα υπόλοιπα αλφάβητα να γελάνε μαζί μας. Η χρήση μας σε μικροαστική ποίηση, λογοτεχνία της αρπαχτής, εμμηνοπαυσιακές εξομολογήσεις  και πάσης φύσεως λογοκλοπές πριμοδοτούμενες από Κρατικά βραβεία και αργυρώνητες αγιογραφίες δεν μας προσβάλει απλά αλλά φθείρει τη αξία μας σε βαθμό μη αναστρέψιμου αφανισμού». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Η ανταρσία των γραμμάτων»

Κώστας Αρκουδέας, Η νόσος της αδράνειας και άλλες ιστορίες ―από τον Δημήτρη Σινάκο

Κώστας Αρκουδέας, Η νόσος της αδράνειας και άλλες ιστορίες, εκδόσεις Καστανιώτη

Κάθε φορά που θέλω να μιλήσω για κάποιο βιβλίο βρίσκομαι αντιμέτωπος με το ίδιο πρόβλημα. Όντας και στο διάβασμα, όπως και στο φαγητό, λαίμαργος, το καταπίνω γρήγορα, έτσι που μου είναι αδύνατο να περιγράψω τα συστατικά του ή την τεχνική της δημιουργίας του, αλλά καταφέρνω, κι όχι με ιδιαίτερη επιτυχία πάντα, να ανακαλέσω τα συναισθήματα  που μου προκάλεσε την ώρα της βρώσης. Έτσι και με την Νόσο της αδράνειας του Κώστα Αρκουδέα. Το διάβασα με την λαιμαργία που έφαγα και τα αγαπημένα μου χριστουγεννιάτικα εδέσματα, έτσι που κόντεψαν πνιγώ από τον καταιγισμό των λέξεων, των χρωμάτων και των αρωμάτων που με κυρίευσαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Αρκουδέας, Η νόσος της αδράνειας και άλλες ιστορίες ―από τον Δημήτρη Σινάκο»