Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Ζαχαρίας Στουφής, «Η θεούσα»

Ζαχαρίας Στουφής, Η θεούσα. Μυθιστόρημα. «ΑΩ» εκδόσεις, Καλύβια Αττικής, 2022.

Δυο τετράδια-ημερολόγια και λίγες αδέσποτες σημειώσεις, αγορασμένα σε παλιατζίδικο, οδηγούν το συγγραφέα-αφηγητή στη ανασύνθεση της ζωής του Μάρκου και της Δήμητρας, που άλλοι φαίνονται κι άλλοι είναι.

Ο πρώτος είναι φανερά περιπτεράς στην Ομόνοια, κρυφά όμως πληρωμένος δολοφόνος∙ η δεύτερη εμφανίζεται συνοικιακή θεούσα, κρύβει όμως μυστικά χειρότερα κι από του Μάρκου. Οι πρωταγωνιστές παρακολουθούν ποικιλότροπα ο ένας τον άλλο, ο αφηγητής ερευνά συστηματικά και διακριτικά, μα αναδρομικά τα πάντα, ενώ κοινωνιοφιλοσοφικά ένθετα φωτίζουν τα κίνητρα όλων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Ζαχαρίας Στουφής, «Η θεούσα»»

Ειρήνη Θυμιατζή, Μωβ παπαρούνες

Ξομπλιαστά χαλιά, υφασμένα από τη φύση, σε αποχρώσεις πράσινου και μωβ περνούν μπροστά από τα μάτια μου, καθώς πλησιάζω το λιόφυτο. Μια στάση να αγναντέψω το τοπίο από ψηλά. Σχεδόν αναλλοίωτο, όπως στις περιγραφές του παππού. Ασημένιοι ελαιώνες, κόκκινοι λοφίσκοι, λευκά καμπαναριά, και στο βάθος τα σπίτια δίπλα στην ακοίμητη θάλασσα…

«Αυτός ο παραθαλάσσιος τόπος μοιάζει με την πατρίδα που αφήσαμε. Αυτή με ακολουθεί…» έλεγε κάθε φορά που τον πηγαίναμε να δει το λιόφυτο. Τα μάτια του κοκκίνιζαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Μωβ παπαρούνες»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Έτσι κι αλλιώς ιερό

Απόβροχο με ήλιο λαμπρό. Στην αρχαία ακρόπολη του νότιου νησιού, Σάββατο πρωί, περιπατητές χάζευαν τις ανασκαφές, περίοικοι συνόδευαν τα σκυλιά τους, παιδιά με ποδήλατα έκαναν απόπειρες να απομακρυνθούν από τους γονείς τους που ανησυχούσαν, ζευγαράκια απολάμβαναν την ευδία και τα αισθήματά τους. Η φύση ήδη αψηφούσε τον Φεβρουάριο του ημερολογίου και γιόρταζε με τις ανεμώνες της, τις μαργαρίτες και τις θεριεμένες μολόχες.

Η επιγραφή «Υπόγεια νυμφαία» ονόμαζε ανοιχτούς, ξέσκεπους (τώρα πια), λαξευμένους στον βράχο υπόγειους χώρους, μονόχωρους, τρίχωρους, προσβατούς είτε από σκάλες είτε από διαδρόμους στον κατήφορο, κάτι σαν τους διαδρόμους των μυκηναϊκών τάφων. Κλειδωμένη η πρόσβαση, εννοείται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Έτσι κι αλλιώς ιερό»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Tonique Francais

|..εκείνο το ψωμί, παιδεία, ελευθερία που δεν κατορθώθηκε ποτέ…|

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση διαθέτει πια ένα αξιόπιστο πρόσωπο. Η γαλλική προεδρεία απολαμβάνει επιτέλους του κύρους που αποτέλεσε πόθο διακαή και πύρινο. Ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος μονάχος επωμίζεται αγόγγυστα, ολοκληρωτικά το όραμα της Ευρώπης που είναι κοινή, σύσσωμη, συλλογική, με μια συνείδηση απόλυτα καθιερωμένη, σφυρηλατημένη μες στους πολέμους και τις επαναστάσεις. Προς το παρόν αναμετράται με τον δέκτη, τον χωρίζει από την Ειρήνη όρη Ουράλια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Tonique Francais»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Μισέλ Φάις, «Caput mortuum [1392]

Μισέλ Φάις, Caput mortuum [1392]. Φάρσα αφανισμού. Νουβέλα. Πατάκης, Αθήνα 2021.

Caput mortuum = α) πεθαμένο κεφάλι β) σκουριές (Ζωγραφική, αλχημεία)∙ 1392: πλήθος στίχων στις «Βάκχες».

Ο πιο πρωτότυπος (μαζί με τη Σώτη Τριανταφύλλου) πεζογράφος της γενιάς μου προσεγγίζει την πιο πρωτότυπη τραγωδία του Ευριπίδη, τεμαχίζoντας και διαπλέκοντας τέσσερα συνθέματα: «Ψευδο-Αγέλαστος ή καθ’ ύπνον σημειώσεις»: δοκιμιακά – κριτικά για τον Ευριπίδη· «Οικογενειακά βίντεο»: θεατρικό, κατά βάση με διακωμώδηση των τραγικών προσώπων + αναφορές στο σήμερα, του τρομερού Δραματοθεραπευτή(!) κανοναρχούντος· Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Μισέλ Φάις, «Caput mortuum [1392]»

Θανάσης Κούρτης, Γραφειοκρατικά ζητήματα

Το εκτελεστικό απόσπασμα παρέλαβε τον κρατούμενο πρωί πρωί, με το πρώτο φως, και τον μετέφερε μέσα από ένα δάσος προς άγνωστη τοποθεσία. Μπροστά πήγαιναν δύο οπλίτες με τα ντουφέκια χιαστί, στη μέση αυτός, άλλοι δύο οπλίτες ακολουθούσαν πίσω του και τελευταίος, τέρμα πίσω, ο αξιωματικός της εκτέλεσης καβάλα στο άλογό του, που ήταν λιγάκι νευρικό από όλη αυτή την αργοπορία και ξεφυσούσε τινάζοντας τη μούρη του, βγάζοντας μεγάλες ποσότητες πρωινής άχνας από τα ρουθούνια του. Ήταν ένα υπέροχο πρωινό, λίγο υγρό μα διαυγές, μπορούσες να ξεχωρίσεις ως και την πιτυρίδα πάνω στα λευκά γένια του Θεού. Τα βήματα της πομπής δεν ακούγονταν καθόλου στα μουσκεμένα χαμόφυλλα και στο χορτάρι, μα τα πουλιά μέσα στο δάσος οργίαζαν με τις τρίλιες τους και ο ήλιος είχε ήδη πετάξει σχοινί και ανέβαινε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Κούρτης, Γραφειοκρατικά ζητήματα»

Καίτη Παπαδάκη, Ως το τέλος του μήνα

Ένα πακέτο φρυγανιές. Το ψωμί χαλούσε γρήγορα, το παξιμάδι δεν θα μπορούσαν πια να το σπάσουν τα δόντια της. Θυμήθηκε το χωριό. Τη μυρωδιά απ’ το προζύμι. Τη ζεστασιά του ξυλόφουρνου. Τώρα τουρτούριζε απ’ το κρύο. Στα ύψη το ρεύμα, το πετρέλαιο κι ο χειμώνας να μην λέει να τελειώσει. Στα μέρη της ανάβανε το τζάκι όλη μέρα. Τρώγανε κοντά στη φωτιά. Τρώγανε ο,τι είχανε. Ρεβίθια; Ρεβίθια. Κουνουπίδι; Καλό κι ευλογημένο. Κόκορα; Κόκορα και δόξα τω θεώ. Μετά ήρθανε στην πόλη. Καλύτερα θα είναι, να το δεις Θεοδοσούλα μου, η ζωή μας θ’ αλλάξει, έλεγε ο πατέρας της. Ένα πακέτο φρυγανιές. Αν τις είχαν προσφορά, ίσως να έπαιρνε ένα γάλα με τα ρέστα. Θ’ αγόραζε τις πιο φτηνές. Να δεις, θα περισσεύανε λεφτά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Ως το τέλος του μήνα»

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, ένα βιβλίο σε 600 λέξεις: Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο

Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2021

Η συλλογή διηγημάτων της Αλέκας Πλακονούρη φέρει τον διακειμενικό τίτλο «Οι δαίμονες του Αρέτσο», εμπνευσμένη από τις διάσημες τοιχογραφίες του Τζιότο. Τρεις ενότητες αποτελούν τη συλλογή της Αλέκας Πλακονούρη, («Νωπογραφίες», «Κολάζ», «Γκράφιτι») οι οποίες έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό τη γραμμική αφήγηση, επιτρέποντας στον αφηγητή να κινείται άλλοτε ανάδρομα και άλλοτε συνοπτικά μα κατά το πλείστον ρεαλιστικά. Κυρίαρχος χρόνος το παρελθόν και οι σκιές του, οι οποίες πρωταγωνιστούν αγγίζοντας, στιγμές τα όρια του μαγικού ρεαλισμού. Στο διήγημα με τίτλο «Το σωματείο», καθώς και στο ομότιτλο της συλλογής «Οι δαίμονες του Αρέτσο», η αφήγηση αντιγράφει αλλόκοσμα τις σκιές, καθώς το παρελθόν γλιστρά από τον σκληρό ρεαλισμό στο επέκεινα με μια ονειροπόληση που συνδέεται μαγικά με το παρελθόν. […] «Ξάφνου τυφλώθηκα και έπεσα στη γη, τυφλώθηκα από το φως που έφερε… Και είδα τη γυάλινη γύμνια της, τα άυλα σωθικά της, είδα το φωτεινό αίμα της…» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, ένα βιβλίο σε 600 λέξεις: Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο»