Λεωνίδας Καζάσης, Ο μητράδελφος

«Να κοιτάς την δουλειά σου και τίποτε άλλο», είπε ο πατέρας στον δεκαπεντάχρονο. «Να υπομένεις την εχθρότητα», ο ιερέας εμύνησε. «Απέκτησε γνώση όση μπορείς, η γνώση ακριβά πουλιέται», ο καθηγητής εκήρυττε, και όλοι μαζί:

«μακριά η σκέψη σου από τις κοπέλες, μην αυνανίζεσαι, πρώτα τα μαθήματα και η σταδιοδρομία». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Ο μητράδελφος»

Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα πτώματα δεν πληρώνουν ―προδημοσίευση

[ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΥΡΙΟ 1η ΙΟΥΝΙΟΥ] Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα πτώματα δεν πληρώνουν, ―Αστυνομικό μυθιστόρημα― εκδόσεις Κέδρος

Περιγραφή:

Μια υπόθεση του ντετέκτιβ Νετούνο
Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Νετούνο είναι ένας άνθρωπος διαφορετικός από τους άλλους. Από τη μνήμη του έχουν σβήσει περίοδοι ολόκληρες, βλέπει εικόνες από το μέλλον και κατέχει ένα ιδιαίτερο και μοναδικό χάρισμα.
Ζει στην Αθήνα, σ’ ένα υπόγειο μπούνκερ κυκλωμένος από τη μοναξιά, παρέα με τα βιβλία, τα κόμικς και τους δίσκους του.
Όταν η Σάντι, ένας παλιός του έρωτας, τον καλεί να βρει το μικρό παιδί της που απήγαγαν κάποιοι, ο Νετούνο θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον Μπιλ και τον Χίκοκ, ένα δίδυμο αδίστακτων πληρωμένων δολοφόνων.
Για δύο μέρες θα ζήσει ένα ξέφρενο κυνηγητό γεμάτο αίμα και θάνατο.

Το χρήμα το λατρεύουν όλοι εκτός από τα πτώματα.

✳︎

Απόσπασμα
(οι πρώτες 14 σελίδες)

1

Χριστούγεννα 2018
Κοντινό παρελθόν

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα ο Μαρκ, ή αλλιώς ο «Γάλλος», έκοψε ταχύτητα και βγήκε από την Αττική Οδό στην έξοδο για την Παλλήνη. Έκανε ένα διαολεμένο κρύο και ψιλόβρεχε. Παρόλο που ήταν γιορτινές μέρες, σ’ αυτή την άκρη της πρωτεύουσας δεν υπήρχε ψυχή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα πτώματα δεν πληρώνουν ―προδημοσίευση»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Η έκθεση των πενήντα δολαρίων

Εκείνο που λογαριάζεις
Για μέρες τεμπέλικες
Είναι στα αλήθεια
Στάχτες
Στα μαλλιά της

«Κυρίες και κύριοι, η εβδομαδιαία ανταπόκριση από την διεθνή έκθεση πρωτοποριών.

Η εβδομάδα που μεσολάβησε αφθονούσε σε νεωτερισμούς και πρωτοπορίες. Ο κύριος διευθυντής σε άπταιστα γαλλικά σχολίασε θετικά την ανταπόκριση του κοινού. Την πρώτη μέρα φανερώθηκαν όλα τα επιχειρήματα που συνηγορούν πως η μηχανή της εσωτερικής καύσεως που βελτιώνεται διαρκώς με στοχευμένες παρεμβάσεις πρόκειται να συνταράξει τον κόσμο. Την δεύτερη και την Τρίτη μέρα οι εταιρίες λιπασμάτων και αγροτικών μηχανημάτων είχαν την τιμητική τους. Κλείστηκαν συμφωνίες ιδιαιτέρως κερδοφόρες και ο αρμόδιος υφυπουργός τοποθετήθηκε θετικά στην έκβαση του όλου εγχειρήματος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Η έκθεση των πενήντα δολαρίων»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ἡ κακιὰ μητριὰ

Στὶς παρυφὲς τῆς Κ…, μίας παραθαλάσσιας πολίχνης, ἦταν χτισμένη ἡ συνοικία Σαμπιοναρού. Ἡ ἀνατολικὴ πλευρά της κοίταζε στὴ θάλασσα ἀπ’ τὴν ὁποία ἀπεῖχε μόνον μερικὰ μέτρα καὶ τὴν χώριζε ἀπ’ αὐτὴν ἕνας χωμάτινος δρόμος. Στὸ τέλος τοῦ δρόμου, καὶ μὲ κατεύθυνση πρὸς τὸν βορρᾶ, ὑπῆρχε ἕνας ἔρημος καὶ μὲ ἐλάχιστη βλάστηση γήλοφος ποὺ κατέληγε σὲ γκρεμό, ἐνῶ ἀπὸ κάτω κυμάτιζε ἄγρυπνη ἡ θάλασσα. Στὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου αὐτοῦ, πρὸς τὸ νότο, ὑψωνόταν μία φαρδιὰ κάμαρα ποὺ ἀκουμποῦσε στὰ παλαιὰ τείχη τῆς πολίχνης, μὰ μὲ τὰ χρόνια καὶ τοὺς πολέμους μισογκρεμίστηκε καὶ τώρα ἔβλεπε κανεὶς μόνον τὸ πλαϊνό της τμῆμα. Γιὰ νὰ φτάσουν στὸ κέντρο τῆς Κ…, ποὺ ἀπεῖχε κοντὰ στὸ μισὸ μίλι ἀπ’ τὴ Σαμπιοναρού, κάτοικοι κι ἐπισκέπτες ἔπρεπε νὰ περάσουν ἀπ’ αὐτὴ τὴν πύλη κι ἔπειτα ν’ ἀνηφορίσουν ἕναν ἄλλο χωματόδρομο, ἐφαπτόμενο στὴν νότια πλευρὰ τῆς συνοικίας, μὲ προσανατολισμὸ βορειοδυτικό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ἡ κακιὰ μητριὰ»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Τζούλια Γκανάσου, «Γόνιμες μέρες»

Τζούλια Γκανάσου, Γόνιμες μέρες. Νουβέλα. Εκδόσεις «Γκοβόστης», Αθήνα 2021.

Mάλιστα. Σε σύγκριση με τους ήδη καλούς «Γονυπετείς», η Γκανάσου προχωράει μπροστά θεματολογικά και –κυρίως– υφολογικά.

Σχεδόν πειραματικό πολυφωνικό πόνημα, με κατά τόπους αφομοιωμένα στοιχεία υπερρεαλισμού, επικεντρώνεται στις σκέψεις ενός άντρα σε κώμα, τον οποίο οι γιατροί (αλλά και η αστυνομία και οι δικοί του) επιχειρούν φαρμακοχημικά να ξυπνήσουν, γιατί ενέχεται σε σοβαρό έγκλημα, έστω με ασαφή ρόλο∙ αλλού όμως προκλητικός ρεαλισμός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Τζούλια Γκανάσου, «Γόνιμες μέρες»»

Καίτη Παπαδάκη, Το άσπρο

Του έδωσα το προτελευταίο τσιγάρο. Προχωρούσαμε απ’ το πρωί μέσα στον χιονιά. Εκείνος είχε την κόρη του στην πλάτη. Κάθε λίγο γύριζε, την  ρώταγε  κρυώνεις πολύ; Η μικρή έγνεφε ναι. Τότε έσφιγγε όσο μπορούσε την κουβέρτα γύρω της και γρηγόρευε το βήμα του. Πίσω μας ακούγονταν εκρήξεις, ευτυχώς ήταν μακριά για την ώρα. Έριχνε ένα βλέμμα προς τα σύννεφα του καπνού, ψέλλιζε μια  προσευχή , συνέχιζε.

-Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα;

-Μέχρι τη νύχτα θα περπατάμε. Μετά θα μας περιμένουν τα  φορτηγά. Κάνε το κουμάντο σου να σταματήσεις κάπου, να ταΐσεις το παιδί, δεν θ’ αντέξει μέσα στο κρύο.

-Εσύ  είσαι μόνη σου;

– Η αδερφή μου θα περιμένει στα σύνορα  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Το άσπρο»

Μάριος Χάκκας, «ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση»

Μάριος Χάκκας (1931 – 5 Ιουλίου 1972)

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ’να πάνω στο άλλο. Mε την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Tώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Tώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα ούτε τίποτε, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Kοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Mόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Pίλκε και Mπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας από τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες στα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάριος Χάκκας, «ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση»»

Θανάσης Κούρτης, Αγγελίες για επικίνδυνα επαγγέλματα

Αυτός που ήταν έξω από το φορτηγό, ψου ψου ψου με τον οδηγό, και συμπλήρωνε τα έγγραφα του δρομολογίου ήταν κάτι σαν υπεύθυνος. Φαινόταν, που φορούσε πουκάμισο και τζιν παντελόνι. Και μάλιστα το πουκάμισο μέσα από το παντελόνι. Λεγόταν Τζορτζ. Όχι πως κατείχε κάποια ιδιαίτερη θέση στην εταιρεία βέβαια⸱ απλά δούλευε χρόνια σαν εργάτης και με το συγκαταβατικό του πρόσωπο και το πέρας των χρόνων, τον έκαναν επιβλέποντα σε δυο τρεις αποθήκες. Η εταιρεία ειδικευόταν στην επεξεργασία και γενική εμπορία καπνού.

Όταν τελείωσε με τα χαρτιά ο Τζορτζ προχώρησε στο πίσω μέρος και από τις ανοιχτές πόρτες του φορτηγού-κοντέινερ κοίταξε στο βάθος, σαν χειρούργος που επιθεωρεί τα ανοιχτά σπλάχνα κάποιου ασθενούς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Κούρτης, Αγγελίες για επικίνδυνα επαγγέλματα»